Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ - 2




2. Κατερίνα


Ήταν ένα ασυνήθιστα βροχερό για την εποχή απόγευμα του Σεπτέμβρη.
Η κυρία Κατερίνα μάταια προσπαθούσε να κεντρίσει το ενδιαφέρον του Στέφανου με διάφορα παιχνίδια και λιχουδιές.
"Μα τι παράξενο παιδί!" σκεφτόταν κάθε φορά που απελπιζόταν κι έβλεπε πως κάθε της απόπειρα να τον προσεγγίσει έπεφτε στο κενό. 'Ολα τα αγοράκια στην ηλικία του θα ενθουσιάζονταν με τα απαγορευμένα γλυκίσματα που του έφτιαχνε κάθε τοσο, πότε σοκολατάκια, πότε κέικ, πότε παγωτό, πότε τούρτες. Όλα τα παιδάκια θα πέταγαν τη σκούφια τους για τα αυτοκινητάκια και τα σύνεργα ζωγραφικής που του αγόραζε συνέχεια. Ο Στέφανος όμως τίποτα. Τα έτρωγε όλα, έπαιζε με όλα, αλλά ούτε μια φορά δεν έδειξε να ενθουσιάζεται με κάτι, ούτε μια φορά δεν την αγκάλιασε, δεν της μιλούσε καν. Κι όμως, η κυρία Κατερίνα ήταν αδύνατο να του θυμώσει. Κάτι μέσα της βαθιά της έλεγε πως υπήρχαν πολλα πράγματα που δεν ήξερε για αυτό το ξανθό αγγελούδι, ένιωθε την ανάγκη να το προστατεύσει, να του δώσει αγάπη, έβλεπε στα ματάκια του αθωότητα αλλά και κάτι άλλο, κάτι που σε κανένα παιδικό βλέμμα δεν ήθελε να βλέπει...έβλεπε φόβο. Συχνά ήθελε να ρωτήσει το Χρήστο γι' αυτό αλλά δεν το τολμούσε. Το ένστικτό της δεν τη γελούσε, ήταν σίγουρη, τι στο καλό, τέσσερα παιδιά είχε μεγαλώσει και 2 εγγόνια! Δεν είχε έρθει η ώρα να μάθει, όταν ένιωθε έτοιμος ο Χρήστος θα της μιλούσε. Και τα δικά του μάτια πού και πού γέμιζαν φόβο, ειδικά τελευταία αυτό γινόταν όλο και συχνότερα.
Το πρωί που είχε φύγει για τη δουλειά του είχε κάτι το απόκοσμο, τη χαιρέτισε εγκάρδια όπως πάντα, αλλά έμοιαζε να μην την έβλεπε καν. Κι είχε κι αυτό το απαίσιο συναίσθημα από την ώρα που έφτασε πως κάποιος την παρακολουθούσε. Μα στο σπίτι ήταν μόνη της με το Στέφανο, το είχε ελέγξει ήδη τρεις φορές...
Καθώς μάζευε τα πιάτα από το νεροχύτη και τα τακτοποιούσε στο ντουλάπι. της φάνηκε σαν να είδε φευγαλέα μια σκιά να καθρεφτίζεται στο τζάμι και να κατευθύνεται προς τις σκάλες που οδηγούσαν στον πάνω όροφο, στα υπνοδωμάτια. Γύρισε τρομαγμένη να δει, αλλά δεν υπήρχε κανείς εκεί.
-Μπα σε καλό μου! μουρμουρισε. Ώρες είναι τώρα να βλέπω και φαντάσματα! Γέρασες Κατερινιώωω...
Και ξαφνικά...ΜΠΑΜ! ¨Ενας απίστευτα δυνατός κρότος την έκανε να πεταχτεί ολόκληρη! Ερχόταν από το δωμάτιο του Στέφανου! Το σπίτι άρχισε να τρέμει. Σεισμός, αυτό ήταν γινόταν σεισμός! Παρά τα 57 της χρόνια ανέβηκε δυο-δυο τα σκαλοπάτια για να φτάσει κοντά στο παιδί. Μόλις μπήκε στο δωμάτιο τα έχασε. Η τεράστια ξύλινη ντουλάπα είχε πέσει κάτω, τα φώτα τρεμόπαιζαν κι ο Στέφανος άφαντος!
Άρχισε να τον φωνάζει σαν υστερική!
-Στέφανε! Στέφανε!!! Πού είσαι αγόρι μου; Πρέπει να φύγουμε! ΤΩΡΑ!!!
Και τότε πρόσεξε ένα μικροσκοπικό κόκκινο αθλητικό παπουτσάκι να εξέχει κάτω από το κρεβάτι.
Έσκυψε και τον βρήκε εκεί, να κοιτάζει έντρομος και να κλαίει σιωπηλά.
Στέφανε! Δόξα σοι ο Θεός! Έλα, πάμε.
Τον τράβηξε μαλακά και τον πηρε στην αγκαλιά της. Κατέβηκε με κόπο τα σκαλιά, καθώς το σπίτι συνέχισε να τρέμει.
-Μη φοβάσαι, αγάπη μου, του ψιθύρισε. ¨Ένας σεισμός είναι μόνο, θα περάσει. Πρέπει να φύγουμε για λίγο.
Ο μικρός είχε τυλίξει τα μικροσκοπικά του χεράκια γύρω από το λαιμό της κι έκλαιγε, τώρα με αναφιλητά.
"Κοίτα να δεις....πρώτη φορά που μ' αγκαλιάζει" σκέφτηκε η κυρία Κατερίνα και τον έσφιξε πάνω της, ενώ άθελα της χαμογέλασε αχνά.
Βγήκαν στο δρόμο. Έβρεχε. Δεν είχαν πάρει ούτε ομπρέλα ούτε χρήματα έτσι βιαστικά που είχαν φύγει. Έτρεξαν για λίγο αγκαλιά μες στη βροχή. Ο Στέφανος δεν έκλαιγε πια.
Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι ο σεισμός είχε σταματήσει. Αυτό που της έκανε εντύπωση ήταν οι άνθρωποι γύρω της. Περπατούσαν ήρεμα και χαλαρά. Μα καλά αυτοί δεν είχαν καταλάβει το σεισμό; Μάλλον δεν θα ήταν το ίδιο αισθητός σε όσους ήταν εν κινήσει...αλλά πάλι, της είχε φανεί πολύ δυνατός. Η βροχή δυνάμωνε κι έπρεπε να πάει το Στέφανο κάπου ζεστά και στεγνά. Πού όμως; Στο σπίτι δεν ήθελε να γυρίσει, θα μπορούσε να γίνει μετασεισμός, αλλά ήταν και κάτι άλλο που την εμπόδιζε να πάει πίσω, ένστικτο ίσως; Ποιος ξέρει. Η μόνη λύση ήταν ο Χρήστος. Θα πήγαινε στη δουλειά του, εκείνος θα ήξερε τι να κάνει.
Άπλωσε το χέρι της και πήρε το πρώτο ταξί. Δεν θυμόταν ακριβώς τη διεύθυνση, αλλά είχε δει συχνά σε χαρτιά διάφορα το όνομα της εταιρείας. Το είπε στον οδηγό κι αυτός πάτησε κάτι κουμπιά σε ένα μαραφέτι και ξεκίνησαν. Λίγα λεπτά μετά ο Στέφανος είχε αποκοιμηθεί στην αγκαλιά της.

Ο Χρήστος βημάτιζε πάνω κάτω στο γραφείο του σαν τρελός. Εδώ και ώρα τηλεφωνούσε στο σπίτι και δεν απαντούσε κανείς. Στην αρχή σκέφτηκε πως η κυρία Κατερίνα είχε πάει το Στέφανο βόλτα στην πλατεία. Όμως ούτε στο κινητό της απαντούσε. Κι άλλωστε ποιος τρελός θα πήγαινε βόλτα ένα μικρό αγοράκι με αυτόν τον καιρό; Ήταν έτοιμος να ξεκινήσει για το σπίτι, όταν άνοιξε η πόρτα κι είδε την κυρία Κατερίνα λαχανιασμένη και βρεγμένη με το Στέφανο να κοιμάται κρεμασμένος στον ώμο της.
-Κυρία Κατερίνα!!! είπε έντρομος. Τι συνέβη; Τι χάλια είναι αυτά;
-Καταρχήν πήγαινε σε παρακαλώ να πληρώσεις το ταξί. Και μετά βάλε μου λίγο νερό. Θα στα πω όλα.
Ο Χρήστος έτρεξε να πληρώσει τον οδηγό, ενώ η μεσόκοπη γυναίκα ακούμπησε προσεκτικά το παιδί πάνω στον καναπέ. Ήταν λίγο βρεγμένος αλλά προτίμησε να μην τον ξυπνήσει.
Σε λίγα λεπτά ο Χρήστος επέστρεψε με ένα ποτήρι νερό κι ένα φλυτζάνι ζεστό τσάι. Της τα έδωσε και τα δύο.
-Μα τι συνέβη;
-Άκουσα ενα ΜΠΑΜ πολύ δυνατό. Ανέβηκα πάνω και βρήκα την ντουλάπα του Στέφανου στο πάτωμα και τον ίδιο κάτω από το κρεβάτι να κλαίει. Το σπίτι έτρεμε σαν φύλλο στον άνεμο, έπρεπε να βγάλω το παιδί από εκεί, φαντάσου για να πέσει η ντουλάπα πόσο δυνατός ήταν ο σεισμός!
-Ποιος σεισμός;
-Τι εννοείς ποιος σεισμός; Μην μου πεις ότι δεν το κατάλαβες! Έλεος! Πού ζείτε όλοι; Εδώ τραντάχτηκε το σύμπαν!
-Τι λες κυρία Κατερίνα; Πριν πόση ώρα έγινε αυτός ο σεισμός;
-Πριν καμιά ώρα υποθέτω.
-Και πόσο κράτησε;
-Τώρα που το λες κράτησε υπερβολικά πολύ, τουλάχιστον 2 λεπτά.
-Κυρία Κατερίνα...δεν έγινε κανένας σεισμός. Εδώ δεν κουνήθηκε τίποτα.
-Τίποτα; ψέλλισε περισσότερο σαστισμένη παρά παραξενεμένη. Ούτως ή άλλως κάτι με το σεισμό δεν της κολλούσε.
-Τίποτα...
Πετάχτηκε πάνω σαν τρελλή!
-Χρήστο τι συμβαίνει; Και μη μου πεις τίποτα! Εδώ και καιρό έχω καταλάβει πως κάτι τρέχει, αλλά περιμένω να μου πεις μόνος σου. Τέρμα όμως, απαιτώ μια εξήγηση για όλα αυτά!
-¨Εχεις δίκιο. Πες μου όμως πρώτα, παρατήρησες τίποτα παράξενο, πριν το σεισμό εννοώ; Ο,τιδήποτε...
-Δεν ξέρω, θα σου φανεί μάλλον αστείο, αλλά ακριβώς πριν ακούσω τον κρότο μου φάνηκε πως είδα...κάτι.
-Κάτι;
-Μια...σκιά... να ανεβαίνει τις σκάλες...
Το πρόσωπο του Χρήστου χλώμιασε. Πάλι η σκιά...
-Έρχονται...Μου το είχε πει ότι θα έρθουν...μας βρήκαν...
-Ποιος σας βρήκε παιδί μου; Τι λες, παραληρείς; Ποιος στο είχε πει;
-Η μητέρα του Στέφανου, είπε ξεψυχισμένα...
-Δεν καταλαβαίνω...
-Θα στα πω όλα...Αν μετά από όσα ακούσεις θέλεις να φύγεις από κοντά μας, θα σε καταλάβω. Μόνο σε εξορκίζω όσα πούμε σ' αυτό εδώ το γραφείο να μην τα επαναλάβεις ποτέ! Ποτέ και σε κανέναν, είναι ζήτημα ζωής και θανάτου! Έχω το λόγο σου;
-Τον έχεις.
Έκλεισε τα στόρια, κλείδωσε την πόρτα, έβαλε δυο ποτήρια ουίσκι κι άρχισε να διηγείται τα πάντα από την αρχή. Πώς βρήκε την Ανατολή στο γκαράζ του σπιτιού του στην Αθήνα, πώς ξεψύχησε και στη θέση της βρήκε μόνο ασημόσκονη, πώς τον όρκισε να φυλάει το Στέφανο, πώς πήρε την απόφαση και άλλαξε σπίτι, δουλειά και επίθετο, ώστε κανείς να μην ξέρει ότι ο Στέφανος δεν είναι αληθινά δικό του παιδί, πώς χρησιμοποίησε όλες τις γνωριμίες του ώστε να πλαστογραφήσει τα χαρτιά και να φαίνεται εκείνος ως πατέρας του και πώς λάδωσε με ό,τι οικονομίες είχε για να κλείσει τα στόματα. Ακόμα ποσο έχει αγαπήσει αυτό το πλάσμα σαν να ήταν όντως παιδί του, πόσο τον βοήθησε η Μαίρη, πόσο του στοίχισε που αναγκάστηκε να την αφήσει πίσω πριν προλάβει να της εξομολογηθεί τα αισθήματά του και πώς τελευταία είχε διαρκώς την αίσθηση ότι τους πλησιάζει μεγάλος κίνδυνος και τα όνειρά του κάθε βράδυ ήταν εφιαλτικά. Το σημερινό περιστατικό ήταν η επιβεβαίωση σε όλα όσα φοβόταν. Μόνο που κι αυτός δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό που έπρεπε να φοβάται, το μόνο που ήξερε ήταν ότι κάποιοι θα έρχονταν για το Στέφανο, να τον πάρουν, να του κάνουν ένας Θεός ξέρει τι, κάποιοι που σίγουρα δεν ανήκαν στο ανθρώπινο είδος...ανατρίχιασε στη σκέψη και μόνο.
Όταν τέλειωσε, η κυρία Κατερίνα είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα. Τον κοιτούσε και δεν τολμούσε να αρθρώσει λέξη.
-Κυρία Κατερίνα...αν θες να φύγεις, σε παρακαλώ να το κάνεις. Αν μείνεις μαζί μας δεν ξέρω σε τι κίνδυνο μπορείς να βρεθείς. Από ό,τι καταλαβαίνω αυτό που έχουμε να αντιμετωπίσουμε είναι πολύ ισχυρό και πολύ κακό.
-Και εσείς πώς θα τα βγάλετε πέρα;
-Μην ανησυχείς για μας. Έχουμε συνηθίσει μόνοι μας...
Τα λόγια του διέκοψε το κλαψούρισμα του Στέφανου που μόλις είχε ξυπνήσε. Η κυρία Κατερίνα τον πλησίασε και τον πήρε στα γόνατά της. Για πρώτη φορά, ο Στέφανος κούρνιαξε πάνω στο στήθος της και της χαμογέλασε.
-Θα μείνω, είπε με αποφασιστικότητα. Ό,τι κι αν είναι, θα το αντιμετωπίσω μαζί σας. Και θα φυλάξω αυτό το αγγελούδι και με τη ζωή μου αν χρειαστεί! Το υπόσχομαι! είπε κι άφησε ένα φιλί πάνω στις ξανθιές μπουκλίτσες.
Ο Χρήστος χαμογέλασε, αν και μέσα του ένιωθε τεράστια ανησυχία και απελπισία. Ένας σύμμαχος ακόμα ήταν πάντα ευπροσδεκτος...αλλά σύμμαχος απέναντι σε τι ακριβως; Σε τι;

8 σχόλια:

  1. @hfaistiwnas
    Υπομονη Ηφ! Η συνεχεια αναμενεται εκρηκτικη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δεν θα πω πολλά... τρέχω να διαβάσω την συνέχεια! :D

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. @γιωτα
    Χαιρομαι πολυ που σε κραταει σε εγρηγορση και σου αρεσει!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Φοβερό!!! Πάω για τη συνέχεια!! Πολλά μπράβο!!! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. @λεβιαθαν
    Χαιρομαι πολυ που σου αρεσει Λεβι μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή