Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

ΜΕ ΛΕΝΕ ΦΑΕΘΩΝΑ




Η παρακατω ιστορια ειναι η πρωτη μου συμμετοχη στο πολυαγαπημενο πλεον μπλογκοπαιχνιδι-διαγωνισμο "Παιζοντας με τις λεξεις", που διοργανωνει η αγαπητη Φλωρα του Τexnis-stories. Ελπιζω να σας αρεσει!


Η δική μου ιστορία τέλειωσε νωρίς. Παιδί ακόμα, με ξανθές  μπούκλες και αμούστακο πρόσωπο, ταξίδεψα στον Άδη. Όμως πρόλαβα να ζήσω. Το ένα και μοναδικό μου όνειρο το έκανα πραγματικότητα. Και πέθανα για αυτό. Μα άξιζε.  Με λένε Φαέθωνα. Ήμουν… είμαι ο γιος του Ήλιου.
Κάθε χάραμα κοιτούσα τον πατέρα μου που ρωμαλέα χάριζε στην πλάση το φως, τη ζωή την ίδια. Παντοδύναμος μου φαινόταν. Ήταν εξάλλου. Μια δική του κίνηση κι η γη μπορούσε να μετατραπεί σε παγωμένη έρημο ή να τυλιχτεί στις φλόγες. Πόσο τον θαύμαζα! Η δύναμη, η σοφία του, η ακρίβεια με την οποία εκτελούσε τις κινήσεις του. Κι εκείνο το άρμα! Ακόμα έχω στα ρουθούνια μου τη μυρωδιά από δέρμα, ακόμα αισθάνομαι στα χέρια μου τη ζεστασιά από τις ολόχρυσες χαίτες των αλόγων. Έπρεπε να οδηγήσω αυτό το άρμα, έπρεπε να γίνω κυρίαρχος του ουρανού. Το ήξερα πάντα πως μόνο αυτός ήταν ο σκοπός που είχα έρθει στον κόσμο. Τα χρόνια έμοιαζαν αιώνες και κάθε φορά που το ζητούσα στον πατέρα μου η απάντηση ίδια πάντα. «Είσαι μικρός αγόρι μου, δεν είναι για τους ώμους σου τέτοιο βάρος δυσβάσταχτο» μου έλεγε και με αγκάλιαζε με τις ζεστές του ακτίνες. Μα εμένα η ψυχή μου δεν άντεχε την προσμονή κι όσο μεγάλωνα, τόσο μαράζωνα από την άρνησή του. Ήρθε κι η εφηβεία κι όλα έγιναν πιο δύσκολα κι εγώ ακόμα πιο ανυπόμονος. Δεν ήταν μόνο η επιθυμία μου να γευτώ τη δύναμη, όχι ήταν κάτι άλλο πια που έτρωγε τα σωθικά μου, ήταν η ανάγκη να αποδείξω στον πατέρα πως μπορούσα, πως άξιζα την εμπιστοσύνη του.  Το καταλάβαινε, το ένιωθε κι οι αντιστάσεις του σιγά σιγά κάμφθηκαν. Η αγάπη του γονιού νίκησε τη λογική του κι έδωσε την άδειά του. Η επόμενη μέρα θα ήταν η δική μου μέρα, η δική μου στιγμή. Άυπνος έμεινα όλη νύχτα από την ένταση,  χωρίς διακοπή έπλαθα όνειρα  για το πώς θα έπιανα στιβαρά τα ηνία και θα οδηγούσα το άρμα στα πέρατα του κόσμου, πώς θα γύριζα το σούρουπο και το χαμόγελό του θα μαρτυρούσε πόσο περήφανος είναι για μένα.
Ανέβηκα στο άρμα. Ίχνος δεν είχα δισταγμού. Τα άλογα ξεκίνησαν και με άμιλλα συναγωνίζονταν ποιο θα μας ανεβάσει πιο γρήγορα, ποιο θα μας πάει πιο ψηλά. Για λίγο ήμουν ο άρχοντας του κόσμου. Όμως δεν ήμουν Εκείνος και δεν άργησαν να το καταλάβουν. Έχασαν τη σιγουριά, την ασφάλεια τους και αφηνίασαν. Μια ανέβαιναν στα αστέρια και μια έγλυφαν με τις πύρινες γλώσσες τους τη γη. Ο κόσμος κινδύνευε… Δεν κράτησε παρά μόνο κάποια δευτερόλεπτα. Ξάφνου, ένα ρεύμα με διαπέρασε και βρέθηκα για πάντα κάτω από το νερό. Είδα μόνο τον πατέρα με δάκρυα στα μάτια να πιάνει τα γκέμια και να επαναφέρει την ισορροπία στο σύμπαν.
Από τότε η ψυχή μου περιπλανιέται στον κόσμο και διηγείται το θρύλο μου. Τα βράδια κουρνιάζω στις αδερφές μου τις λεύκες που ακόμα θρηνούν το χαμό μου. Μα εγώ χαίρομαι γιατί δεν φοβήθηκα να ζήσω.
Με λένε Φαέθωνα και είμαι ο γιος του Ήλιου.

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΣ-ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ



15/2/2006

Σημερα το πρωι ξυπνησα και βρηκα τον Ορεστη να κοιμαται στο πλαϊ μου. Ενιωθα την ανασα του, ακουγα τους χτυπους της καρδιας του...Μια εικονα τοσο οικεια, τοσο δικη μου...κι ομως χτες ημουν ετοιμη να την απαρνηθω για παντα...
Ακομα γυριζουν ολα μεσα στο μυαλο μου. Οι εικονες, οι λεξεις...Τα λογια του Ορεστη, οι φωνες εξω απο το μαγαζι...Χριστε μου, τι ρεζιλικι! Εγω να τον παρακαλαω να σταματησει κι αυτος να με τραβαει δυνατα και να ουρλιαζει "Πουτανα! Με ποσους πηδιεσαι πια;" και να τρεμει απο το θυμο του...
Εφυγα. Παρολο που ηταν σχεδον χαραματα, πηρα το αμαξι και πηγα μονη μου ως την παραλια. Ουτε και ξερω πως καταφερα να φτασω μεχρι εκει...μ' ενα τσιγαρο στο χερι και τα δακρυα να με τυφλωνουν...
Βγηκα και περπατησα στην παραλια, το μυαλο μου γυριζε με χιλιαδες στροφες...
Επρεπε να το περιμενω αυτο το ξεσπασμα. Ισως δεν επρεπε ποτε να ημουν τοσο ειλικρινης μαζι του...Ομως οχι! Δεν γινοταν να τον κοροϊδεψω...πως θα μπορουσα; Επρεπε να ξερει που παει να μπλεξει, επρεπε να ξερει οτι δεν ειχα ξεφυγει απο τη σχεση μου με το Μανο...Αληθεια, ποσα ακομα θα μου καταστρεψει αυτη η σχεση; Κι ειδικα τωρα...ειναι τοσο αδικο!
Ξεκαθαρα ηταν ολα στην αρχη! Απλα περναμε ομορφα...χωρις δεσμευσεις...χωρις αποκλειστικοτητες...χωρις πιεσεις...
Ημουν τοσο χαζη να το πιστευω αυτο...Τιποτα δεν ειναι ξεκαθαρο στο ερωτα, τιποτα! Ποσα βραδια περασα κλαιγοντας στην αγκαλια του για το Μανο! Με ποσους αντρες πηγα στην αρχη της ιστοριας μας...ουτε και θυμαμαι! Μονο πως δεν ενιωθα τιποτα θυμαμαι, καπου να ακουμπησω τον πονο μου, καπου να βυθισω τη σιωπη μου...τι ηλιθια! Να ξοδευομαι απο δω κι απο κει και να μη βλεπω πως ελιωνες ματια μου, ελιωνες και δεν μιλουσες! Μα σ' ερωτευτηκα Ορεστη! Και μηνες τωρα ειμαι δικια σου...ψυχη και σωμα...
Γιατι επρεπε τωρα να γινει αυτο; Γιατι τωρα να βρει τα γραμματα, τα μηνυματα, γιατι να ψαξει τωρα, γιατι; Πρεπει να πονεσε πολυ αυτο...πολυ...
Περπατουσα ωρες στην παραλια, εκει με βρηκε το χαραμα, με ενα βουνο αποτσιγαρα διπλα μου και μια αποφαση...ολα τελειωσαν...το καλυτερο και για τους δυο...τωρα πια ηταν αργα να το ξαναδουμε, να το συζητησουμε...
Ο Ορεστης ποναει πολυ...ποτε δε θα με συγχωρεσει, ποτε δεν θα με καταλαβει, ποτε...ακομα κι αν προσπαθουσε, αυτο το αγκαθι θα μας ετρωγε σιγα σιγα...οχι, πρεπει να τελειωσουμε τωρα...
Σιγα! Στο κατω κατω, εγω ξεπερασα το Μανο...ποσο δυσκολο θα ειναι να ξεπερασω τον Ορεστη; Εδιωχνα τη φωνη μεσα μου που ελεγε "μα Ελλη, χαρη στον Ορεστη ξεπερασες το Μανο, χαρη στον Ορεστη δεν κατεληξες στο τρελλαδικο", της ελεγα να σκασει...Αλλωστε, ο Ορεστης δεν ηξερε τιποτα, δεν του ειχα πει ποτε πως νιωθω, θα του ειναι πιο ευκολο να χωρισουμε παρα να με πιστεψει...Αλλωστε κι εγω, πως να τον συγχωρησω; Με εξευτελισε, δεν μου εδωσε καν την ευκαιρια να του εξηγησω, να του πω την αληθεια, να απολογηθω για λαθη που ουτως η αλλως ανηκαν στο παρελθον, που πανω κατω τα ηξερε...Με κοιταξε με τοσο μισος, τοση απεχθεια! Οχι, δεν γινεται να ειμαστε μαζι...κι εγω ειμαι τοσο κουρασμενη...
Αυριο...αυριο θα του στειλω μηνυμα...τωρα δεν εχω κουραγιο...πρεπει να παω σπιτι...να κοιμηθω...να ησυχασω...
Οδηγησα πολυ αργα, εφτασα στο σπιτι και μετα δεν θυμαμαι τιποτα, απολυτως τιποτα. Καπως βρεθηκα με το νυχτικο μου στο κρεβατι μου, βρηκα διπλα μου ενα ποτηρι κρασι κι ενα κουτι ηρεμηστικα...μαλλον ειχα τη λογικη να μην τα συνδυασω, γιατι το κρασι ηταν αθικτο..ετσι μου φανηκε...Ξυπνησα απο τον επιμονο θορυβο του κουδουνιου, απο τα δυνατα χτυπηματα στην πορτα. Μεσα στο ληθαργο νομιζω πως ξεχωρισα τη φωνη του Ορεστη. "Ανοιξε! Ελλη, ξερω οτι εισαι μεσα, ανοιξε μου", ξανα και ξανα...μου φανηκε ακομα πως τον ακουσα να λεει συγνωμη. Κοιταξα το ρολοϊ μου, ηταν η ωρα 8 το απογευμα, κοιμομουν πανω απο 12 ωρες! Εσυρα τα βηματα μου ως την πορτα, χωρις ουσιαστικη συναισθηση του τι κανω, που ειμαι, τι εχει συμβει...
Ο Ορεστης μπηκε μεσα σαν το σιφουνα, με ματια κοκκινα. Με τραβηξε δυνατα, μου ελεγε οτι ανησυχησε, με φιλουσε στα μαλλια, στα μαγουλα, στα χερια, ψιθυριζε "συγνωμη"...εγω δεν μιλησα, απλα τον κοιτουσα χωρις καν να τον βλεπω, με τρανταζε "Ελλη μιλα μου, σε παρακαλω, πες κατι!" Το μονο που καταφερα να ψελισω ηταν "τελειωσαμε"...
Τοτε, εγινε αυτο που δεν περιμενα ποτε οτι θα γινοταν...απλα εσπασε...λυγισε...το σωμα του εγινε ενα βαριδι στη θαλασσα, επεσε στα γονατα, κρατουσε το προσωπο του με τα χερια του κι εκλαιγε με λυγμους....ελεγε συνεχως "συγχωρεσε με, δεν τα εννοουσα, συγχωρεσε με"...και τοτε ξυπνησα...σαν απο υπνο χρονων! Επεσα κατω, του χαϊδεψα τα μαλλια, τον αγκαλιασα, τον αφησα να κλαψει, κλαψαμε μαζι, τον παρηγορουσα "σωπα μωρο μου, εδω ειμαι, σωπα"...Βρεθηκαμε να φιλιομαστε, να κανουμε ερωτα εκει, στο πατωμα κι ομως...ηταν ο,τι πιο ρομαντικο εχω κανει ποτε, ο,τι πιο αυθεντικο, ποτε δεν ειχα νιωσει ξανα τοσο εντονα, ουτε με τον Ορεστη, ουτε καν με το Μανο. Ενιωσα να ρουφαω τη ζωη απο το σωμα του, καναμε ερωτα ξανα και ξανα κι οπως ειχα παραδοθει στην αγκαλια του, τολμησα να του το πω "Σ' αγαπω"! Εκεινη τη στιγμη το ηξερα καλα, πως τιποτα δεν τελειωσε μεταξυ μας. Αντιθετως, ολα τωρα αρχιζουν...


Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

ΜΑ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΕΛΟΣΠΑΝΤΩΝ ΑΥΤΗ Η ΕΛΛΗ;



Η Ελλη...μια γυναικα, Η γυναικα...Η Ελλη ειναι ολες οι γυναικες μαζι. Ειναι η μοιραια γυναικα, η ερωτικη, η δυναμικη, η ακαταμαχητη. Ειναι η γυναικουλα, η κατινα, η παραδομενη. Ειναι η αμετανοητη, η απειθαρχη, η προδοτρα και η προδομενη. Η Ελλη ειμαι εγω...κι εσυ κι εσυ κι εσυ, που διαβαζετε αυτες τις γραμμες. Ειναι ολα οσα ειμαστε και οσα θα θελαμε να ειμαστε αλλα δεν τολμαμε, η ακομα οσα δεν θα θελαμε ποτε να ειμαστε. Μα πανω απο ολα ειναι ενα πλασμα εντονο, που νιωθει, ερωτευεται, θυμωνει, απογοητευεται, αγαπαει και ζει με παθος!


Οι ιστοριες που γραφω στο ημερολογιο της Ελλης ειναι αληθινες. Καποιες ειναι δικες μου, μα τις περισσοτερες μου τις εχουν εκμυστηρευθει κατα καιρους αλλοι ανθρωποι...Ειναι ιστοριες αγαπης, ερωτα, φιλιας, οικογενειακα δραματα και καθημερινες ευτυχιες, που ομως δεν πιστευω πως τυχαια εφτασαν σε μενα. Ενιωσα πως δεν πρεπει να χαθουν και να ξεχαστουν, πως αντιθετα επρεπε να καταγραφουν και να μεινουν ανεγγιχτες, αναλλοιωτες στο χρονο...αλλωστε, πιστευω πως για αυτο λεμε μια ιστορια, επειδη ετσι της δινουμε ζωη, επειδη γινεται ενα κομματι της μνημης καποιου αλλου, του ακροατη...


Ετσι λοιπον, απλα ξεκινησα να τις γραφω. Προσπαθωντας να τις δω μεσα απο τα ματια εκεινων που της εζησαν, αβιαστα, αληθινα, απλα και προσωπικα, χωρις περιτυλιγματα και εξευγενισμους, οπως γραφει κανεις στον εαυτο του, στο ημερολογιο του. Τις γραφω οπως μου βγαινουν, αλλες σε πρωτο, αλλες σε δευτερο, αλλες σε τριτο προσωπο. Οπως κανουμε και στη ζωη...αλλες φορες ειμαστε ενα με τον εαυτο μας, αλλες φορες τον εχουμε απεναντι η διπλα και συζηταμε κι αλλες παλι βγαινουμε απο τον εαυτο μας και τον κοιταμε απο αποσταση.


Ετσι απλα, διαλεξα και τους πρωταγωνιστες μου. Την Ελλη και τον Ορεστη...τον αντρα εκεινο που κυριαρχει στην καρδια και τα ονειρα της...
Ακομα το εγχειρημα ειναι πολυ καινουργιο και δεν ξερω πως θα βγει. Η μονη μου σταθερα ειναι η Ελλη, ουτε καν ο Ορεστης. Ισως τις αφησω σαν αυτουσιες αυτοτελεις κι εντελως ασυνδετες μεταξυ τους ιστοριες, με τους ιδιους παντα πρωταγωνιστες. Ισως παλι, καταφερω με μικρες επεμβασεις να τις συνδεσω και να βγει τελικα μια και μοναδικη ιστορια, με συνεχεια και συναφεια, η ιστορια της Ελλης και του Ορεστη. Επειδη ομως καθετι που γραφω απο ενα σημειο και μετα αποκτα τη δικη του ζωη, οντοτητα ανεξαρτητη απο εμενα, που αντι να την κατευθυνω με κατευθυνει, θα το αφησω να φανει στην πορεια...και ποιος ξερει; Ειτε ετσι ειτε αλλιως, ισως καποτε να τις κανω βιβλιο...


Θα χαρω πολυ αν καποιος απο εσας θελει να δει τι μπορω να κανω με μια δικη του ιστορια, που δεν θελει να χαθει...ανωνυμα παντα, εννοειται!


Πεταλουδισια φιλια σας στελνω!

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ - 14






14. ‘Όψιμη απειλή

Μόλις άνοιξε την πόρτα, με το χέρι μουσκεμένο από το αίμα του Χρήστου, ένιωσε ένα δυνατό ρεύμα αέρα να την παρασέρνει. Βρέθηκε να αιωρείται δυο μέτρα πάνω από το βρεγμένο χώμα. Μια δύναμη που δεν είχε ξανασυναντήσει την πέταξε με ορμή κι έσκασε με την πλάτη πάνω σε ένα δέντρο. Πριν προλάβει να αντιδράσει, δυο παγωμένα χέρια την άρπαξαν από το λαιμό, ενώ τα μάτια της διασταυρώθηκαν με ένα βλέμμα που έσταζε φλόγες. Απέναντί της στεκόταν η Ανατολή, στην αληθινή της μορφή. Κι ήταν η μορφή αυτή τόσο επιβλητική που της έκοψε την ανάσα, περισσότερο από το ατσάλινο σφίξιμο στο λαιμό της. Τα πυρόξανθα μαλλιά της, μακριά ως τη μέση της, ανέμιζαν μανιασμένα. Δυο τεράστια κάτασπρα φτερά ξεκινούσαν από τους ώμους και κατέληγαν χαμηλά στην σπονδυλική της στήλη. Τα μάτια της είχαν μια απόκοσμη χρυσοπράσινη απόχρωση και την κοιτούσαν ευθύβολα, έντονα. Δεν είχε ποτέ αντικρύσει τόσο μεγαλοπρεπή ομορφιά. Καθώς διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους, η Μαίρη χαμήλωσε με ντροπή το δικό της. Η Ανατολή χαλάρωσε το σφίξιμο και την άφησε να πέσει με δύναμη στο υγρό έδαφος. Έτρεμε ολόκληρη, η Μαίρη το ήξερε πως μετά βίας κρατιόταν να μην της αφαιρέσει εκεί επί τόπου τη ζωή. Εξάλλου, άγγελος τιμωρός ήταν, κόρη του Μιχαήλ. Με μια βαθιά ανάσα, η Ανατολή ανέκτησε την αυτοκυριαρχία της.
-Έχεις ένα λεπτό να μου πεις γιατί το έκανες.
Η Μαίρη δεν απάντησε.
-ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΕΚΑΝΕΣ; Ούρλιαξε  η Ανατολή.
-Για να τον σώσω… ψέλλισε η Μαίρη που με κόπο συγκρατούσε τα δάκρυά της.
Η Ανατολή σάστισε. Αυτό δεν περίμενε να το ακούσει. Τινάχτηκε προς τα πίσω και την κοίταξε με καχυποψία.
-Τι εννοείς; Να τον σώσεις σκοτώνοντάς τον; Από ποιον;
-Από εκείνους… έρχονται… πάτησα το κουμπί… είναι αργά πια για όλους…
-Το κουμπί; Ποιο κουμπί; Άκου, έχω αρχίσει να εκνευρίζομαι! Λέγε τι έκανες και τι σκοπεύεις να κάνεις και λέγε γρήγορα, προτού ξεχάσω ότι είμαι άγγελος και σε κάνω να μετανιώσεις την ώρα που γεννήθηκες!
-Δεν καταλαβαίνεις! Είναι αργά πια! Και για μένα και για όλους! Κάνε ό,τι νομίζεις μαζί μου! Δεν μπορείς να με πονέσεις περισσότερο! Σκότωσα τον άντρα που αγαπώ και αν δεν με είχες σταματήσει θα σκότωνα και το βαφτισιμιό μου και το ίδιο μου το παιδί! Τι νομίζεις λοιπόν ότι μπορείς παραπάνω να μου κάνεις; Ο θάνατος μόνο λύτρωση θα φέρει!
Ξέσπασε επιτέλους η Μαίρη και λύθηκε σε λυγμούς που τράνταζαν συθέμελα το κορμί και την ψυχή της. Η Ανατολή για πρώτη φορά κατάλαβε την απελπισία της. Έσκυψε μαλακά κοντά της και την πλησίασε, αυτή τη φορά καθόλου απειλητικά, με έκδηλη περιέργεια αλλά και με μια παράξενη απαλότητα, σχεδόν στοργικά.
-Μαίρη… σε παρακαλώ… εξήγησέ μου…
-Έχω απελπιστεί… Το πλάσμα που μεγαλώνω, δεν είναι κανονικό παιδί. Ο Γιώργος, ο άντρας μου, δεν είναι αυτός που φαίνεται. Είναι ένας δαίμονας. Ένας αληθινός δαίμονας και το παιδί μου είναι σπόρος δικός του. Κάθε μέρα που περνάει βλέπω την αλλαγή πάνω της, βλέπω το κακό να μεγαλώνει μέσα της, το κακό που της φύτεψε αυτός, ο Ντέημον…
Στο άκουσμα του ονόματός του η Ανατολή αναρρίγησε. Δεν μπορεί να ήταν αυτός! Αλλά τώρα όλα ήταν ξαφνικά ξεκάθαρα. Η αλλόκοτη αίσθηση της απειλής που ένιωσε μόλις είδε τη Μαίρη και το μωρό, η αντίδραση του Στέφανου που υποτίθεται ότι λάτρευε τη νονά του, τα κίτρινα μάτια της μικρής, η νεκρικά χλωμή φιγούρα της Μαίρης. Ο Ντέημον λοιπόν  είχε σπείρει το σπόρο του, ώστε να εκπληρωθεί η Προφητεία! Μα, αν ήταν αλήθεια, αν όντως έρχονταν, τότε κινδύνευε, κινδύνευαν όλοι και προπάντων ο Στέφανος! Και πάλι όμως δεν μπορούσε να καταλάβει τη στάση της Μαίρης. Να τους σκοτώσει όλους; Γιατί; Άραγε να ήξερε πως η κόρη της κι ο Στέφανος ήταν αδέρφια;
-Το ξέρω ότι ο Στέφανος είναι δικό του παιδί… είπε η Μαίρη σαν να μάντεψε τη σκέψη της. Όμως είναι αγνός. Η δική σου αγγελική υπόσταση επισκίασε τη σατανική του πατέρα του. Εγώ όμως, είμαι μια κοινή θνητή. Αντί να φωλιάσει το καλό στην ψυχή του παιδιού μου, άρχισε να φωλιάζει το κακό στη δική μου. Ήρθα εδώ με μια αποστολή. Να προετοιμάσω το δρόμο, ώστε να έρθουν εκείνοι, να πάρουν το Στέφανο. Δεν ήξερα ακριβώς για ποιο λόγο, ώσπου εκείνο το βράδυ, πριν λίγες μέρες, σας άκουσα να συζητάτε στην κουζίνα. Τα άκουσα όλα Ανατολή, κρυμμένη πίσω από τη σκάλα. Μόλις έμαθα την αλήθεια, τρελάθηκα! Η αγάπη μου για το Χρήστο και το Στέφανο ξύπνησε ένα κομμάτι του εαυτού μου που πίστεψα ότι είχε νεκρωθεί. Βασανιζόμουν, ήθελα να κάνω κάτι να τους σώσω. Σκέφτηκα να πάρω και το Στέφανο και τη Ρεγγίνα και να εξαφανιστώ. Μάταιος κόπος. Θα μας έβρισκαν σίγουρα. Σκέφτηκα να αυτοκτονήσω. Αλλά δεν νομίζω ότι αυτό από μόνο του θα άλλαζε κάτι. Αυτοί θα έρχονταν. Αποφάσισα να σκοτώσω τα δυο παιδιά και μετά να σκοτωθώ, παίρνοντας μαζί μου όσους μπορώ από δαύτους. Πίστεψα ότι έτσι θα ματαιώσω για αρκετό καιρό τα σχέδια τους. Όσο για το Χρήστο…  πίστεψέ με, δεν έχεις ιδέα τι μπορούν να κάνουν! Τα βασανιστήρια που θα περνούσε ο Χρήστος στα χέρια τους, θα έκαναν το θάνατο να μοιάζει με γλυκιά αγαλλίαση. Γι’ αυτό τον σκότωσα. Για να μην περάσει όσα πέρασα εγώ... Λυπάμαι τόσο μα τόσο πολύ…
Για πρώτη φορά η Ανατολή ένιωσε την ανάγκη να την αγκαλιάσει. Της φίλησε τα μαλλιά και την κούνησε για λίγο σαν μωρό. Μετά της σήκωσε το πρόσωπο και της είπε χαμηλόφωνα σχεδόν ψιθυριστά…
-Δεν τον σκότωσες… Ο Χρήστος είναι ζωντανός…
Η Μαίρη γούρλωσε τα μάτια, μη μπορώντας να πιστέψει αυτό που μόλις είχε ακούσει, όμως η ανακούφιση ήταν έκδηλη στο πρόσωπό της.
-Μα… πώς… θέλω να πω… τον μαχαίρωσα… είδα το αίμα να αναβλύζει… τόση ώρα… δεν μπορεί…
-Για το Χρήστο ο χρόνος πάγωσε τη στιγμή που βγήκες από το αυτοκίνητο. Κι ο ίδιος πάγωσε, εγώ τον πάγωσα. Τώρα μένει μόνο να τον ακουμπήσω με τα φτερά μου και η πληγή του θα γιατρευτεί αμέσως. Έλα, πάμε…
Την πήρε από το χέρι και την οδήγησε πίσω στο αυτοκίνητο, μα δεν την άφησε να πλησιάσει. Άνοιξε την πόρτα του οδηγού. Κάλυψε το Χρήστο με τα φτερά της, ένα κύμα ζεστασιάς απλώθηκε σε όλο τον κήπο κι ένα φως πλημμύρισε τα μάτια της Μαίρης. Όλα μύριζαν γιασεμί. Λίγα μόλις δευτερόλεπτα μετά, η Ανατολή σηκώθηκε και η Μαίρη διέκρινε τη σιλουέτα του Χρήστου, ενός σαστισμένου Χρήστου να βγαίνει διστακτικά από το αυτοκίνητο. Πριν προλάβει να κάνει ένα βήμα, έτρεξε και τον αγκάλιασε με δύναμη, όσο πιο σφιχτά μπορούσε.
-Συγνώμη, συγνώμη, για όλα συγνώμη, ψιθύρισε μέσα από δάκρυα και φιλιά. Αγκαλιάστηκαν κι έμειναν έτσι για μερικά δευτερόλεπτα. Κατά έναν περίεργο τρόπο, ο Χρήστος κατάλαβε, χωρίς να χρειαστεί να ρωτήσει τίποτα. Ποιος ξέρει, ίσως η Ανατολή μαζί με την πνοή ζωής που του χάρισε να του έδωσε και μια κάποια επίγνωση…
Η Ανατολή τους παρατηρούσε με ευχαρίστηση. Ξάφνου, όλες οι αισθήσεις της οξύνθηκαν. Τα αυτιά, τα μάτια της, ακόμα και η όσφρηση εντάθηκαν να εντοπίσουν από πού ερχόταν ο επικείμενος κίνδυνος.
-Λυπάμαι που διακόπτω, αλλά πρέπει να φύγουμε αμέσως. Κινδυνεύουμε. Πάμε πίσω στο σπίτι. Τώρα! Έρχονται! Πρέπει να προστατεύσουμε τα παιδιά, την Κατερίνα. Τρέξτε πριν να είναι αργά!
Η Μαίρη άρχισε να τρέμει σύγκορμη. Φαινόταν τρομοκρατημένη.
-Τίποτα… δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα…  ψέλλισε ξέπνοα.
-Έλα, της είπε η Ανατολή. Δεν έχει μόνο ο Ντέημον άσους στο μανίκι του. Πάμε.
Ξεκίνησαν κι οι τρεις, με γρήγορα αποφασιστικά βήματα. Για πρώτη φορά ήταν σίγουροι απόλυτα ο ένας για τον άλλο. Ήταν μια ομάδα οι τρεις τους, μια ιδιότυπη Αγία Τριάδα, αδιαίρετη και αδιάσπαστη. Ήλπιζαν να είναι και άτρωτοι.
Την ίδια στιγμή, το σαλόνι του σπιτιού είχε πλημμυρίσει με σκιές, που έβγαιναν αργά και αθόρυβα μέσα από το σβησμένο πια τζάκι και άρχισαν απειλητικά να προχωρούν στο εσωτερικό και να πλησιάζουν την ξύλινη σκάλα που ανέβαινε στα υπνοδωμάτια, όπου ήσυχα κοιμόνταν ο Στέφανος και η Κατερίνα. Η μικρή Ρεγγίνα, σαν να διαισθάνθηκε την παρουσία του πατέρα της, ξύπνησε κι άρχισε να κλαψουρίζει σιγανά, σπάζοντας την απόλυτη, νεκρική σχεδόν ησυχία.

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ - 13





13. Σκοτεινά Ερωτήματα

Ο Χρήστος σάστισε. Αυτό που περίμενε, που ονειρευόταν όλα αυτά τα χρόνια και πίστευε πως ποτέ δεν θα συμβεί, συνέβαινε αυτήν ακριβώς τη στιγμή. Την πιο απίθανη στιγμή, ανάμεσα σε χίλια δύο ερωτηματικά, η γυναίκα αυτή στεκόταν απέναντί του και του εξέφραζε τον πόθο της με τον πιο ξεκάθαρο δυνατό τρόπο. Μα γιατί; Γιατί τώρα; Γιατί ποτέ πριν δεν του είχε αφήσει ούτε μία, ούτε την παραμικρή υπόνοια πως θα μπορούσε να τον δει ως κάτι άλλο, εκτός από φίλο, από αδερφό; Κι όλα αυτά τα παράξενα ότι θα τη μισήσει κι ότι του έχει κρύψει πράγματα τι είναι; Πολλά τα ερωτήματα που με ταχύτητα αστραπής διαδέχονταν το ένα το άλλο μέσα στο θολωμένο μυαλό του. Μα το μυαλό χωράει σε ζητήματα καρδιάς; Η γυναίκα που ήθελε όσο καμία άλλη ήταν εκεί και του πρόσφερε τον εαυτό της! Αν και ένιωθε έναν τεράστιο κίνδυνο να τον πλησιάζει, αγνόησε εντελώς το ένστικτό του κι αφέθηκε. Η στιγμή αυτή δεν ήταν για ερωτήσεις και δισταγμούς. Η στιγμή αυτή ήταν δική τους, δεν υπήρχε τίποτα άλλο, μόνοι εκείνοι, ο Χρήστος και η Μαίρη του. Άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε απαλά τα χείλη της. Κάθε αντίσταση κάμφθηκε αυτόματα μόλις το δέρμα του ήρθε σε επαφή με το δικό της. Η επόμενη στιγμή τους βρήκε αγκαλιασμένους, παραδομένους σε ένα βαθύ φιλί, σε ένα πάθος παράφορο, την άγγιζε και τη φιλούσε σε κάθε ελεύθερο σημείο του κορμιού της, με τα δάχτυλα, τα χείλη, τη γλώσσα, τα δόντια του. Φορώντας ακόμα τα περισσότερα ρούχα τους, γλίστρησε μέσα της με έναν τρόπο σχεδόν απόκοσμο. Η Μαίρη ανάσαινε γρήγορα και κάθε λίγο ένας μικρός αναστεναγμός έφευγε από τα χείλη της και ψιθύριζε το όνομά του. Τη στιγμή που τελείωσε, ένιωσε πως αν πέθαινε εκείνη την ώρα θα ήταν ευτυχισμένος. Η Μαίρη του χαμογέλασε γλυκά και χώθηκε στην αγκαλιά του.
-Ξέρεις πόσο καιρό το περίμενα αυτό; Τη ρώτησε
- Εγώ να δεις!.... του απάντησε ξαφνιάζοντάς τον.
- Μα, τότε γιατί ποτέ δε μου μίλησες; Δεν μπορεί να μην είχες καταλάβει τι ένιωθα για σένα!...
-Δεν ξέρω… για πολλούς λόγους… όταν έφυγες, φοβήθηκα, όλη αυτή η ιστορία με το Στέφανο με είχε τρομάξει, δεν ήξερα αν μπορούσα να ανταπεξέλθω, κόλωσα, έμεινα πίσω… Το ξέγραψα από το μυαλό μου εντελώς το να είμαστε μαζί. Μετά ήρθε ο Γιώργος…
-Τον αγαπάς;
Του απάντησε με ένα στεναγμό απελπισίας.
-Τον αγάπησα… πολύ. Αλλά ο Γιώργος, ο Γιώργος μου, δεν υπάρχει, ποτέ δεν υπήρξε, ήταν όλα ένα ψέμα.
-Τώρα είναι που δεν καταλαβαίνω απολύτως τίποτα!
-Θα καταλάβεις αμέσως. Μόνο που θα πρέπει να γυρίσουμε μερικούς μήνες πίσω και να σου διηγηθώ μια απίθανη ιστορία που θα σου λύσει πολλές απορίες, κυρίως για τις αλλαγές επάνω μου.
-Είμαι όλος αυτιά! Απάντησε με αληθινό ενδιαφέρον ο Χρήστος. Φυσικά, όσα θα άκουγε δεν θα μπορούσε ποτέ να τα φανταστεί.

Αθήνα

Ο Ιωσήφ σκεφτόταν και πάλι τη Μαίρη και πώς είχε χάσει τα ίχνη της. Ουσιαστικά, δεν είχε την πολυτέλεια του χρόνου να ασχοληθεί περεταίρω, καθώς οι απανωτές δολοφονίες τον απασχολούσαν σχεδόν όλο το εικοσιτετράωρο. Παρόλα αυτά είχε επιχειρήσει να επικοινωνήσει μαζί της και τηλεφωνικά και μέσω e-mail, αλλά δεν κατόρθωσε να την βρει. Θυμόταν την ημέρα που είχε πάει στο σπίτι της, λίγο μετά την ανακάλυψη του πτώματος στην Πεντέλη. Ύστερα από άπειρες αποτυχημένες προσπάθειες, είχε αποφασίσει να εμπιστευθεί το αστυνομικό ένστικτο που τον προειδοποιούσε ότι η Μαίρη είχε μπλέξει άσχημα και πιθανώς κινδύνευε και να κάνει κάτι δραστικό. Όταν έφτασε, φαινομενικά, όλα ήταν ήρεμα, αλλά στον αέρα πλανιόταν μια ατμόσφαιρα βαριά. Πλησίασε προσεκτικά στην εξώπορτα κι έσκυψε να αφουγκραστεί αν κάποιος ήταν μέσα. Δεν άκουσε κάτι κι έτσι παραβίασε με την ταυτότητά του την κλειδαριά. Μπαίνοντας στο σαλόνι, μπορούσε κανείς να αντιληφθεί πως κανείς δεν είχε πατήσει στο σπίτι εδώ και μέρες. Η σκόνη είχε κάνει ένα παχύ στρώμα πάνω στα έπιπλα, ενώ ο χώρος μύριζε έντονα κλεισούρα. Ο Ιωσήφ άρχισε να ψαχουλεύει κάθε σπιθαμή του σπιτιού, ψάχνοντας το παραμικρό στοιχείο, ο,τιδήποτε θα μπορούσε να του δώσει μια ιδέα για το πού βρισκόταν η Μαίρη και αν ήταν καλά. Κανονικά, θα έπρεπε όπου να 'ναι να γεννήσει. Ήταν από μικροί πολύ δεμένοι, ήταν εντελώς αφύσικο να μην τον έχει ενημερώσει, να μην του έχει καν τηλεφωνήσει. Τι διάολο, εδώ λέγανε να γίνει εκείνος νονός! Έπρεπε να τη βρει και να την προειδοποιήσει. Εφόσον ο νεκρός ήταν ο Γιώργος, με τη Μαίρη ποιος ήταν; Και κυρίως πού την είχε;
Από τότε είχαν περάσει μήνες και ο Ιωσήφ δεν είχε καταφέρει να μάθει το παραμικρό. Τόσο ο Γιώργος όσο και η Μαίρη είχαν εξαφανιστεί από προσώπου γης. Οι δολοφονίες αυξάνονταν, ο Ιωσήφ πάσχιζε να εξιχνιάσει κάθε έγκλημα, στην ουσία πάσχιζε να βρει τη σύνδεση ανάμεσά τους, γιατί ήταν σίγουρος πως υπήρχε σύνδεση. Όμως, ταυτόχρονα, έκανε τα αδύνατα δυνατά να βρει την ξαδέρφη του. Είχε πλέον απελπιστεί, μέχρι που εκείνο το πρωί, ανοίγοντας τον υπολογιστή του είδε στα εισερχόμενα την ηλεκτρονική διεύθυνση της Μαίρης. Το μήνυμα δεν είχε θέμα ούτε και περιεχόμενο. Ήταν μόνο μια φωτογραφία. Ένα σπίτι διώροφο, με κεραμίδια και κήπο. Αυτό σίγουρα δεν ήταν στην Αθήνα. Ξαφνικά στην εικόνα άρχισε να αναβοσβήνει με τεράστια κόκκινα γράμματα η λέξη «ΒΟΗΘΕΙΑ»! Ο Γιώργος πετάχτηκε ως το ταβάνι! Τι σήμαινε πάλι αυτό; Γιατί του ζητούσε βοήθεια; Πού ήταν; Ξαφνικά, θυμήθηκε ότι αυτό το σκηνικό το έχει ξαναδεί. Έψαξε στα παλιότερα e-mail της ξαδέρφης του. Διάνα! Μια φωτογραφία που του είχε στείλει πριν από 2 χρόνια, εκείνη, ο Χρήστος και στην αγκαλιά της ο Στέφανος. Το σπίτι του Χρήστου στην Ξάνθη. Σήκωσε το τηλέφωνο και σχημάτισε βιαστικά έναν αριθμό.
-Έλα, ο Ιωσήφ είμαι. Σε μια ώρα να είσαι εδώ, φεύγουμε για Ξάνθη. Και μην πεις σε κανέναν τίποτα! Είναι διαταγή!

Την ίδια στιγμή στην Ξάνθη

Η Μαίρη μόλις είχε τελειώσει την εξιστόρηση στο Χρήστο της τρελής αυτής ιστορίας, από τη στιγμή που λιποθύμησε στο εστιατόριο, τα βασανιστήρια, την αποκάλυψη της αληθινής ταυτότητας του Γιώργου, της γέννας, μέχρι και τη στιγμή που την είχε βρει αναίσθητη δίπλα από τη σκάλα. Ο Χρήστος την κοιτούσε άφωνος. Πόσο πιο απίστευτη μπορεί να γινόταν πια αυτή η περιπέτειά τους! Κι άθελά του είχε σύρει και τη Μαίρη σε όλο αυτό. Εκείνος εντάξει, είχε κάνει μια επιλογή, όποιες κι αν ήταν οι συνέπειες δεν είχε σημασία, ήταν η δική του επιλογή! Η Μαίρη όμως τι έφταιγε; Γιατί να τα περάσει όλα αυτά; Έσκυψε, την αγκάλιασε κι άφησε ένα φιλί στα μαλλιά της.
-Δεν με μισείς μετά από όσα έμαθες;
-Να σε μισήσω; Αν είναι δυνατόν εγώ να μισήσω εσένα! Καταλαβαίνω... δεν μπορούσες να κάνεις αλλιώς, δεν είχες επιλογή...
Η Μαίρη αναστέναξε. Με το δεξί της χέρι κάτι ψαχούλεψε στην τσέπη του παλτό της.
-Τώρα όμως, σίγουρα θα με μισήσεις, είπε και κάρφωσε στο λαιμό του Χρήστου ένα μαχαίρι.
Το τελευταίο που είδε ήταν τα γουρλωμένα μάτια του να την κοιτάζουν με απορία, καθώς το αίμα ανάβλυζε σαν νερό από συντριβάνι.
-Λυπάμαι, ψιθύρισε με δάκρυα στα μάτια και βγήκε από το αυτοκίνητο.

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ - Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΔΙΚΗ ΣΑΣ...



Αρχικα, γραφοντας την ιστορια αυτη, ειχα στο μυαλο μου τους βασικους ηρωες και την ιδεα ενος αισιοδοξου τελους, με το καλο να νικαει το κακο. Καθως οι ηρωες μου πηραν ζωη και απεκτησαν προσωπικοτητα, αρχισαν να κατακλυζουν το μυαλο μου διαφορα σεναρια, αλλα πιο αισιοδοξα, αλλα πιο φωτεινα, αλλα πιο σκοτεινα, αλλα με μικτες αποληξεις, χωρις ξεκαθαρα τοπια, με πολλα υποννοουμενα η με λιγοτερα. Κι επειδη, τα κλισε δεν μου αρεσουν και πολυ, θα αφησω την επιλογη στους αναγνωστες της ιστοριας μου. Παρακατω λοιπον, λιγες μονο γραμμες απο δυο εναλλακτικες συνεχειες της περιπετειας. Ψηφιστε μεχρι τις 30 Απριλιου ποια απο τις δυο προτιματε.

ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ 1

"Καθώς ο Γιώργος ή αλλιώς Ντέημον έμπαινε στο σπίτι με τους υποτακτικούς του, ο Χρήστος πέταξε στο τζάκι τις πέτρες που του έιχε δώσει νωρίτερα η Μαίρη, έχοντας στο νου πάντα τα λόγια της. "Η πύλη που θα ανοίξει οδηγεί στην Αθήνα, σε κάποιο τυχαίο σημείο, που όμως δεν μπορώ να εγγυηθώ ότι θα είναι ασφαλές. Θα μείνει ανοικτή για ένα λεπτό ακριβώς και όταν κλείσει δεν υπάρχει επιστροφή." Με μια βαθιά αναπνοή, ελπίζοντας πως δεν τους οδηγούσε στο θάνατό τους, έσπρωξε τη Φωτεινή με το Στέφανο στην αγκαλιά της και την κυρία Κατερίνα μέσα στην τρύπα. Άπλωσε το χέρι του στη Μαίρη, μα εκείνη κοντοστάθηκε. Η βλοσυρή μορφή του Ντέημον πρόβαλε στο σαλόνι. 
-Έλα! Γρήγορα! 
-Δεν θα έρθω μαζί σας, του είπε αποφασιστικά
-Τι είναι αυτά που λες! Έλα, η Πύλη θα κλείσει! Μαίρη... σε παρακαλώ, της είπε με το πιο τρομαγμένο του βλέμμα και το χέρι απλωμένο, μετέωρο...
-Φύγε, Χρήστο! Έχω ανοικτούς λογαριασμούς με τον κύριο!
Μη έχοντας άλλο χρόνο ή άλλη επιλογή, ο Χρήστος πήδηξε μέσα στο τζάκι τη στιγμή ακριβώς που η Πύλη έκλεινε, αφήνοντας τη Μαίρη μόνη, αντιμέτωπη με το χειρότερο εφιάλτη της..."

ΕΝΝΑΛΑΚΤΙΚΗ 2

"Μόλις είχε τελειώσει την εξιστόρηση στο Χρήστο της τρελής αυτής ιστορίας, από τη στιγμή που λιποθύμισε στο εστιατόριο, τα βασανιστήρια, την αποκάλυψη της αληθινής ταυτότητας του Γιώργου, της γέννας, μέχρι και τη στιγμή που την είχε βρει αναίσθητη δίπλα από τη σκάλα. Ο Χρήστος την κοιτούσε άφωνος. Πόσο πιο απίστευτη μπορεί να γινόταν πια αυτή η περιπέτειά τους! Κι άθελά του είχε σύρει και τη Μαίρη σε όλο αυτό. Εκείνος εντάξει, είχε κάνει μια επιλογή, όποιες κι αν ήταν οι συνέπειες δεν είχε σημασία, ήταν η δική του επιλογή! Η Μαίρη όμως τι έφταιγε; Γιατί να τα περάσει όλα αυτά; Έσκυψε, την αγκάλιασε κι άφησε ένα φιλί στα μαλλιά της.
-Δεν με μισείς μετά από όσα έμαθες;
-Να σε μισήσω; Αν είναι δυνατόν εγώ να μισήσω εσένα! Καταλαβαίνω... δεν μπορούσες να κάνεις αλλιώς, δεν είχες επιλογή...
Η Μαίρη αναστέναξε. Με το δεξί της χέρι κάτι ψαχούλεψε στην τσέπη του παλτό της.
-Τώρα όμως, σίγουρα θα με μισήσεις, είπε και κάρφωσε στο λαιμό του Χρήστου ένα μαχαίρι.
Το τελευταίο που είδε ήταν τα γουρλωμένα μάτια του να την κοιτάζουν με απορία, καθώς το αίμα ανάβλυζε σαν νερό από συντριβάνι.
-Λυπάμαι, ψιθύρισε με δάκρυα στα μάτια και βγήκε από το αυτοκίνητο."

Αυτό ήταν λοιπόν. Τώρα η τύχη των ηρώων είναι στα χέρια σας. Εσείς αποφασίζετε.
Πεταλουδίσια φιλιά!

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ



(Σημείωση: Ειπα να κανω ενα διαλλειμα απο την ιστορια "ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ" και να ανεβασω κατι εντελως διαφορετικο σε υφος και θεματολογια. Θα επιστρεψω με τη συνεχεια, εννοειται...
Ελπιζω να το απολαυσετε!)



ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ

Ένα τηλεφώνημα μέσα στη νύχτα σχεδόν ποτέ δεν είναι για καλό. Ήταν κι αυτό το αναθεματισμένο όνειρο που είχε δει το προηγούμενο βράδυ… χυμένο γάλα. Από παιδί ακόμα για εκείνη σήμαινε αρρώστια. Ή ακόμα χειρότερα θανατικό. Όλη μέρα κυκλοφορούσε σαν το φάντασμα, ελάχιστα κατάφερε να δουλέψει, για φαγητό ούτε λόγος, ένας κόμπος είχε σφηνωθεί στο στομάχι της και την έπνιγε, σίγουρα κάτι άσχημο την πλησίαζε. Μια κοιτούσε το ρολόι και μια το κινητό. Η Μαρία, η πιο κοντινή και έμπιστη φίλη της, ποτέ δεν θα ενοχλούσε στις 3 τα ξημερώματα χωρίς σοβαρό λόγο κι έτρεμε το τι θα άκουγε. Ανέπνευσε βαθιά για να πάρει θάρρος και απάντησε.
-Μαρία τι συμβαίνει;
-Μιράντα… δεν ξέρω πώς να στο πω… ο Μάρκος… πέθανε… ανακοπή..
Ένα αφόρητο βουητό απλώθηκε στα αυτιά της, ζαλίστηκε, αδύνατον να αρθρώσει λέξη.
-Μιράντα μου, η κηδεία είναι το πρωί στις 11. Σε πήρα γιατί σκέφτηκα πως θα θέλεις να πας.
-Όχι, απάντησε ξερά.
-Δεν θέλεις να τον αποχαιρετίσεις;
-Όχι έτσι… Μαρία θα σε κλείσω τώρα εντάξει;
-Καταλαβαίνω…
Κάρφωσε το βλέμμα της στο κενό. Αυτό ήταν λοιπόν. Η καρδιά του αποφάσισε να μην ξαναχτυπήσει και τέρμα. Ναι, θα τον αποχαιρετούσε… αλλά με το δικό της τρόπο. Άνοιξε την ντουλάπα της κι έβγαλε από το βάθος, κρυμμένο πίσω από πολλά μικρά και μεγάλα κουτιά, ένα ξύλινο σεντούκι. Έσυρε τα βήματά της στο σαλόνι, μηχανικά σχεδόν έβαλε ένα ποτό κι άναψε τσιγάρο. Το άνοιξε κι έβγαλε από μέσα ένα μάτσο σκισμένες σελίδες, χαρτάκια μικρά με μια μόνο φράση επάνω: «ποτέ ξανά». Χάθηκε ξαφνικά μέσα στο χρόνο. Δεκαεφτά χρόνια πίσω, είδε τον εαυτό της πρώτο έτος στο πανεπιστήμιο, είδε κι εκείνον, να μπαίνει στο αμφιθέατρο και να φωτίζει ο κόσμος της. Είκοσι χρόνια μεγαλύτερός της, κρεμόταν από τα χείλη του, η καρδιά της έχανε ένα χτύπο κάθε φορά που την κοιτούσε και τα μάγουλά της βάφονταν κόκκινα. Όποτε του παρέδιδε μια εργασία φρόντιζε να αγγίξει με τα ακροδάχτυλα της τα δικά του κι η ανατριχίλα την έκανε να νιώθει πως βάδιζε σε κινούμενη άμμο. Εκείνο το πρωί τα μάτια του ταξίδευαν πάνω της σε όλο το μάθημα. Όταν ανακάλυψε το σημείωμά του μέσα στη διορθωμένη εργασία που της επέστρεψε, η αναπνοή της σταμάτησε. «Σε περιμένω απόψε, στις 9, στην παραλία. Μάρκος». Η ψυχή της πέταξε μακριά, οι ώρες έμοιαζαν ατέλειωτες, ήταν ήδη εκεί.
Τον είδε να την περιμένει μέσα στο αυτοκίνητο, ο αέρας ανακάτευε τα μαύρα του μαλλιά, γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος της κι ήταν ο ίδιος ο Έρωτας που την κοιτούσε με μάτια που γυάλιζαν. Τα δάχτυλά του άγγιξαν το πρόσωπό της, το γκρίζο βλέμμα του χάθηκε στο δικό της γαλάζιο κι όταν τα χείλη τους ενώθηκαν μια θάλασσα συναισθημάτων την τύλιξε, ήταν αργά, πολύ αργά να κάνει πίσω, ήταν δική του… ολότελα. Κάθε της κύτταρο το φώναζε, καθώς τα χέρια του κατακτούσαν κάθε γωνιά του κορμιού της, ανάμεσα σε λόγια ερωτικά και ψίθυρους, αγγίγματα και φιλιά στα πιο απόκρυφα κέντρα του πόθου της, όλο της το είναι του παραδόθηκε, ώσπου ξέσπασε μέσα της και μια απαλή ζεστασιά τη γέμισε. Οι αναπνοές τους συντονίστηκαν κι έμειναν εκεί αγκαλιασμένοι, άφωνοι, άπνοοι σχεδόν. Σκόρπιζε φιλιά στα μαλλιά της, ώσπου το είδε… μια μικρή τόση δα κηλίδα αίμα πάνω στην κοιλιά του.
Τινάχτηκε σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Πέρασε νευρικά τα χέρια του μέσα από τα μαλλιά του. Την κοιτούσε έκπληκτος.
-Ήσουν… θέλω να πω… ήμουν ο πρώτος που…
-Ναι. Ο πρώτος, του χαμογέλασε.
Έκρυψε το πρόσωπό του στα γόνατά του.
-Γαμώτο! Αυτό δεν το είχα φανταστεί, δεν έπρεπε να συμβεί! Θεέ μου, τι έκανα!!
-Γιατί κάνεις έτσι; Νομίζεις πως δεν το ήθελα; Έλα εδώ χαζέ, έκανε να τον αγκαλιάσει.
-Δεν καταλαβαίνεις, της είπε με το κεφάλι πάντα σκυμμένο. Είμαι παντρεμένος.
Το σοκ τη χτύπησε σαν δυνατό χαστούκι.
-Μιράντα, μίλησέ μου, σε παρακαλώ, πες κάτι, βρίσε με…
-Δεν υπάρχει λόγος. Δεν μου χρωστάς εξηγήσεις, το θέλαμε κι οι δυο και έγινε, δεν το μετανιώνω.
-Αλήθεια λες; Η καρδιά του φτερούγισε σαν χελιδόνι. Της χαμογέλασε ζεστά, μ’ εκείνο το υπέροχο χαμόγελο που τη μαγνήτιζε… Εγώ… είμαι ερωτευμένος μαζί σου, αν ήθελες, θα μπορούσαμε…
-Ποτέ ξανά! του φώναξε. Συμμαζεύτηκε κάπως, άγγιξε με τα δάχτυλα της τα χείλη της και τα ακούμπησε μετά στα δικά του. Ποτέ ξανά, επανέλαβε σιγά, σχεδόν ψιθυριστά και βγήκε από το αυτοκίνητο. Τον ένιωσε να την κοιτάζει καθώς ξεμάκραινε μα δε γύρισε ούτε μια φορά το κεφάλι της.
Άπειρες φορές από τότε προσπάθησε να την πλησιάσει, να της εξηγήσει, άπειρα μικρά ραβασάκια έφταναν στα χέρια της, πάντα τα ίδια λόγια «θέλω να σε δω, σε παρακαλώ, για λίγο μόνο», πάντα η ίδια απάντηση «ποτέ ξανά».
Το εξάμηνο τέλειωσε, πέρασαν τα χρόνια, η ζωή κύλησε, ώσπου λίγο αργότερα, η μοίρα τους έβγαλε κοροϊδευτικά τη γλώσσα κι έφερε το Μάρκο στην ίδια γειτονιά, μερικά μόλις σπίτια μακριά από εκείνη. Κάθε φορά που τη συναντούσε έψαχνε μια χαραμάδα ανοικτή, μια ευκαιρία να της πει όσα δεν τόλμησε τότε. Μια μέρα βρήκε το κουράγιο, την πλησίασε. Στα 47 του ήταν ακόμα πολύ γοητευτικός, στα 27 της εκθαμβωτική, σταμάτησε μπροστά της, χαμογέλασε κι άφησε τα μάτια του να της τα πουν όλα, για τον έρωτά του, τις ενοχές, την απόγνωση, τη ζωή που πέρασε με τη σκέψη της. Ο έρωτας της ζωής της ήταν εκεί μπροστά της, άπλωσε τα χέρια της, τον άγγιξε απαλά…
-Ξέρω, του είπε…
-Μιράντα, αγάπη μου…
-Ποτέ ξανά.
Χάθηκε από τα μάτια της και δεν την ενόχλησε ποτέ ξανά. Την επόμενη μέρα βρήκε στην πόρτα της όλα τα «ποτέ ξανά» που του είχε γράψει. Τα έβαλε μέσα στο σεντούκι που φύλαγε τα ραβασάκια του. Κάθε χρόνο, την ίδια μέρα με το ραντεβού στην παραλία, κάποιος άφηνε ένα λευκό τριαντάφυλλο στο χώμα της αυλής της, χωρίς σημείωμα, χωρίς όνομα, όμως ήξερε πως ήταν εκείνος.
Ο ήχος από το ξυπνητήρι έσπασε την ησυχία βγάζοντας την από τις αναμνήσεις. Έβαλε τα χαρτιά και τα τριαντάφυλλα πίσω στο κουτί και το έκρυψε. Σκούπισε το μοναδικό δάκρυ που έχυσε ποτέ για το Μάρκο. Ήταν πια ελεύθερη.
Μπήκε στο δωμάτιο των παιδιών της, τα φίλησε τρυφερά στα μαλλιά.
-Ξυπνήστε. Μια καινούργια μέρα ξεκινάει.