Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ - 6





6. Κρυμμένες Σκέψεις

Ο Χρήστος άνοιξε την πόρτα μην πιστεύοντας στα μάτια του! Πόσοι μήνες είχαν περάσει από την τελευταία φορά που την είδε; Ήταν σίγουρα πάνω από δέκα. Είχαν κατέβει με το Στέφανο στην Αθήνα, δήθεν για δουλειές, στην πραγματικότητα ήθελε να δει αν η Μαίρη ήταν όντως ευτυχισμένη με το Γιώργο. Τον είχε συναντήσει μόνο ελάχιστες φορές, όταν ένα μεσημέρι τον είχε πάρει τηλέφωνο η φίλη του και του είχε πει «Την Κυριακή παντρεύομαι, δεν πιστεύω να μην έρθεις!» Φυσικά και πήγε. Δεν θα το έχανε για τίποτα στον κόσμο. Καθ’ όλη τη διάρκεια της τελετής σιχτίριζε τον εαυτό του που δεν της είχε πει ποτέ πώς ένιωθε για εκείνη, που δεν της ζήτησε να τον ακολουθήσει στην Ξάνθη. Παρόλα αυτά, το έβλεπε καθαρά πως ήταν ερωτευμένη, τα μάτια της έλαμπαν, η ευτυχία πάνω της φώναζε, αυτό του έφτανε. Τον προβλημάτιζε βέβαια το γεγονός ότι ήταν μαζί με το Γιώργο λιγότερο από  ένα χρόνο, δεν καταλάβαινε το λόγο για την τόση βιασύνη, αλλά θα φρόντιζε να παρακολουθεί την πορεία αυτού του γάμου κι αν τολμούσε να την πληγώσει, αν τολμούσε…  Όμως δεν θα το έκανε, το έβλεπε κι ο ίδιος πόσο την αγαπούσε, πόσο στοργικά της φερόταν, πώς την κοιτούσε… Η Μαίρη, η Μαίρη του, παντρευόταν τελικά κάποιον άλλο. Θα το άντεχε κι αυτό, θα έμενε δίπλα της, δεν είχε άλλωστε επιλογή, είχε από καιρό αποδεχθεί τη θέση του στη ζωή της, σαν φίλος, σαν αδερφός, από δική του υπαιτιότητα κιόλας. Λίγους μήνες μετά το γάμο, αποφάσισε να την επισκεφθεί και διαπίστωσε πως το ίδιο χρώμα που είχε πάρει η φωνή της όταν του μιλούσε στο τηλέφωνο είχε ντύσει και όλη της τη ζωή, την καθημερινότητά της. Ο Γιώργος ήταν ένας ιδιαίτερα ζεστός και απλός άνθρωπος, όσο κι αν δυσκολευόταν να το παραδεχτεί, τον είχαν κερδίσει η καλοσύνη του και το καθαρό του πρόσωπο. «Χαλάλι» είχε σκεφτεί τότε κι επέστρεψε στην Ξάνθη με το γνωστό τσίμπημα στο στήθος αλλά και ξαλαφρωμένος που η Μαίρη του ήταν πλέον σε καλά χέρια. Ελάχιστο καιρό αργότερα του τηλεφώνησε ενθουσιασμένη να του ανακοινώσει την εγκυμοσύνη της. Από τότε, είχε σχεδιάσει αρκετές φορές να πάει να τη δει, αλλά όλο και κάτι προέκυπτε. Μετά έγιναν όλα αυτά και αποφάσισε να μην την ενοχλήσει ούτε καν από το τηλέφωνο, ήξερε πως δεν θα μπορούσε να της κρυφτεί, θα καταλάβαινε από τη φωνή του ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Μάλιστα, είχε τόσο απορροφηθεί από τις έγνοιες του που δεν είχε παρατηρήσει ότι κι εκείνη είχε καιρό να επικοινωνήσει μαζί τους. Ούτε καν είχε σκεφτεί πως μπορεί να είχε γεννήσει. Και τώρα, να που στεκόταν στην πόρτα του, αγκαλιά με ένα πανέμορφο ροδαλό πλασματάκι. 

-Μαίρη! Τι έκπληξη είναι αυτή!
-Όταν δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό…
Ωχ! Έπρεπε να το είχε φανταστεί… τώρα σίγουρα τον περίμενε γερή κατσάδα!
-Έλα μέσα, γκρινιάρα μου, θα παγώσετε εδώ έξω, της είπε και την έπιασε απαλά από τη μέση.
Μόλις έκλεισε πίσω του την πόρτα, την έσφιξε στην αγκαλιά του κι έστρεψε κατευθείαν το βλέμμα του στο μωρό, που ήταν φασκιωμένο σε μια κουβέρτα και ακουμπούσε το κεφαλάκι του στο στήθος της μητέρας του.
-Απίστευτο! Πότε γέννησες; Είχες καλή γέννα; Γιατί δεν με πήρες τηλέφωνο; Θα ερχόμουν αμέσως! Αγοράκι είναι ή κοριτσάκι; Μάλλον κοριτσάκι, είναι ίδιο εσύ! Μα καλά νωρίς δεν γέννησες;
-Ώπα! Γέλασε η Μαίρη. Μία μία τις ερωτήσεις παρακαλώ! Να καθίσουμε ή θα μας έχεις όρθιες εδώ σαν τιμωρημένες;
-Ναι, ναι! Μα τι χαζός που είμαι! Πέρνα, βγάλε το παλτό σου, κάνει ζέστη εδώ μέσα. Έλα να σε συστήσω. 

Πέρασαν στο σαλόνι, όπου ο Χρήστος εξήγησε στη Μαίρη ποιες ήταν οι δυο γυναίκες, που την υποδέχτηκαν με ένα ζεστό χαμόγελο. Καθώς διασταυρώθηκαν τα βλέμματα της Μαίρης και της Φωτεινής όμως, για ένα μόνο δευτερόλεπτο, οι δυο γυναίκες σκοτείνιασαν. Η Μαίρη γούρλωσε τα μάτια της και η Φωτεινή την κοίταξε έντονα, αλλά καμιά τους δεν μίλησε. Κράτησε τόσο λίγο που για το Χρήστο ήταν ανεπαίσθητη αυτή η αλλαγή. Όχι όμως και για την κυρία Κατερίνα. Το παρατήρησε αμέσως, φυσικά δεν αντέδρασε, αλλά το ένστικτό της την προειδοποιούσε να είναι ιδιαιτέρως προσεκτική. Ιδιαιτέρως…

Ο Χρήστος τελείωσε με τις συστάσεις κι έψαξε ένα γύρο το χώρο παραξενεμένος.
-Πού είναι ο Στέφανος; Στέφανε; Στέφανε;
Καμία απάντηση.
-Μα, πριν δυο λεπτά εδώ δεν ήταν; Φωτεινή, πήγαινε σε παρακαλώ να δεις πού είναι. Θα τρελαθεί από τη χαρά του μόλις δει τη νονά του!

Η Φωτεινή υπάκουσε, αν και διστακτικά. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα επέστρεψε με έναν Στέφανο χλωμό που στεκόταν πίσω από τη φούστα της και δεν τολμούσε να βγει μπροστά. Μάταια ο Χρήστος τον παρακαλούσε να έρθει κοντά, μέχρι που τελικά τον τράβηξε με το ζόρι και τον έφερε μπροστά στη Μαίρη. Εκείνη πλησίασε κι έσκυψε να του μιλήσει και να του γνωρίσει την κόρη της. Ο Στέφανος κοίταξε μια φορά τη νονά του και μια το μωρό. Κι αμέσως μετά άρχισε να κλαίει σιγανά και να κουνάει αρνητικά το κεφαλάκι του, έτρεξε πάλι και κρύφτηκε πίσω από τη Φωτεινή κι αυτή τη φορά η Φωτεινή δεν άφησε το Χρήστο να τον τραβήξει.

-Παιδί είναι, μην τον πιέζεις, θέλει το χρόνο του.
-Μα είναι η νονά του! Ο Στέφανος τη λατρεύει τη νονά του!
-Τη λάτρευε θες να πεις! Τον διέκοψε η Μαίρη. Εμ βέβαια, τόσο καιρό που έχεις να έρθεις να με δεις με ξέχασε το παιδί!
-Λες;
-Τι να σου πω… Ή μπορεί να ζήλεψε την μπέμπα. Ως τώρα είχε το μονοπώλιο στην αγκαλιά και στη φροντίδα μου. Άσ’ τον, θα ηρεμήσει.
-Μπορεί να έχεις δίκιο. Το ελπίζω δηλαδή…

Η κυρία Κατερίνα όλη αυτή την ώρα παρακολουθούσε αμέτοχη. Δεν της ξέφυγε τίποτα, ούτε το σφίξιμο στο πρόσωπο της Φωτεινής ούτε το γεγονός ότι η Μαίρη όλη αυτή την ώρα ήταν εντελώς αμήχανη. Κι όταν είδε την αντίδραση του Στέφανου, τότε βεβαιώθηκε πως κάτι δεν πήγαινε καλά, κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά. Τις σκέψεις της διέκοψε το διαπεραστικό βλέμμα της Μαίρης που ήταν σαν να της έλεγε πως είχε διαβάσει το μυαλό της. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτό που έβλεπε στην έκφρασή της ήταν παράκληση ή απειλή. Η κυρία Κατερίνα ένιωσε το αίμα της να παγώνει, αλλά πάλι, η Μαίρη ήταν η καλύτερη φίλη του Χρήστου, εκείνη που τους είχε βοηθήσει από την πρώτη στιγμή, εκείνη που τους πρώτους μήνες της ζωής του μεγάλωσε το Στέφανο σαν δικό της παιδί, ο Χρήστος της είχε πει τόσα και τόσα, δεν μπορεί αυτή η γυναίκα να ήταν επικίνδυνη για κανέναν τους. Ήταν δυνατό να πέφτει τόσο έξω, να έχει κάνει τέτοιο λάθος; Αποφάσισε να προσπαθήσει να ηρεμήσει και προς το παρόν να αφήσει τα πράγματα ως είχαν. Θα φρόντιζε πάντως να έχει τον Στέφανο από κοντά συνέχεια, ακόμα κι αν έπρεπε να κοιμούνται με βάρδιες με τη Φωτεινή.

-Λοιπόν, εγώ με τη Φωτεινή θα πάμε πάνω στο δωμάτιο του Στέφανου να ετοιμάσουμε την κούνια και να στρώσουμε και ένα ντιβάνι να κοιμηθείτε. Θα μείνετε υποθέτω.
-Ναι, ναι, θα μείνουμε λίγες μέρες.
-Ωραία. Φωτεινή πάρε και το Στέφανο και πάμε, τα παιδιά έχουν πολλά να πούνε,  της έγνεψε με νόημα και η Φωτεινή με το παιδί την ακολούθησαν.

Ο Χρήστος με τη Μαίρη έμειναν μόνοι τους στο σαλόνι. Άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε απαλά το πρόσωπό της. Για μια στιγμή του φάνηκε σαν μια λάμψη να πέρασε μέσα από τα μάτια της, αλλά χάθηκε αμέσως. Ήταν αλλαγμένη. Πολύ χλωμή, πολύ ταλαιπωρημένη, το πρόσωπό της έμοιαζε να έχει σκληρύνει, οι εκφράσεις της μηδαμινές ως ανεπαίσθητες, όμως για εκείνον ήταν όμορφη, πάντα όμορφη.

-Δεν προσέχεις τον εαυτό σου, τη μάλωσε τρυφερά. Μοιάζεις τόσο κουρασμένη… Και το δέρμα σου, τόσο άσπρο, σχεδόν διάφανο.
-Τόσο χάλια είμαι; Προσπάθησε να αστειευτεί.
-Ποτέ δεν είσαι χάλια, αφού το ξέρεις ότι είσαι τεκνό! Την πείραξε και της τσίμπησε το μάγουλο. Απλά νομίζω πως δεν τρως και δεν κοιμάσαι καλά.
-Ρε Χρήστο! Νεογέννητο έχω, φυσικά δεν τρώω και δεν κοιμάμαι καλά! Κάθε 3 ώρες το πολύ η μικρή θέλει στήθος και τις υπόλοιπες ώρες πρέπει να την αλλάξω, να την πλύνω, να κάνω δουλειές στο σπίτι. Δεν καταλαβαίνεις;
-Με συγχωρείς, δεν ήθελα να σε ταράξω… Έχεις δίκιο, όλα αυτά είναι απολύτως φυσιολογικά. Αλλά… αν σου συμβαίνει ό,τιδήποτε άλλο, θα μου το πεις αμέσως, οκ;
-Οκ… μην ανησυχείς καλά είμαι.
-Πότε γέννησες;
-Πριν 2 μήνες περίπου. Πρόωρα…
-Το κατάλαβα αυτό… Και γιατί δεν τηλεφώνησες;
-Εσύ γιατί δεν τηλεφώνησες; Πού ήσουν τόσο καιρό Χρήστο; «Δεν ήσουν εκεί όταν περισσότερο σε χρειαζόμουν», σκέφτηκε αλλά δεν του το είπε.
-Έχεις δίκιο, είμαι απαράδεκτος… ο Χρήστος δαγκώθηκε… Έχουν γίνει πολλά.. θα στα πω σιγά σιγά όλα… όχι τώρα όμως, εντάξει;

Η Μαίρη έγνευσε καταφατικά και του χαμογέλασε. Μέσα της πάλευε κι ευχόταν να μην ήταν φανερό αυτό. Τη μια στιγμή επανερχόταν και ένιωθε όμορφα και ασφαλής, έτοιμη να εξομολογηθεί τα πάντα στο Χρήστο, να τον αγκαλιάσει, να τον προστατεύσει και την επόμενη ο εαυτός της βυθιζόταν στο χάος και την κυρίευε κάτι άλλο, κάτι σατανικό, που της υπενθύμιζε ποια ήταν πλέον και για ποιο σκοπό είχε πάει εκεί.

-Ο Γιώργος πώς και δεν ήρθε μαζί σου;
-Δουλειές…
-Μάλιστα… Και σ’ άφησε να ταξιδέψεις μόνη σου με τέτοιο καιρό και το μωρό; Δεν τα συνηθίζει κάτι τέτοια…
-Αααα! Ακόμα δεν ήρθα άρχισες την ανάκριση; Λοιπόν, ήρθα να δω εσένα και το βαφτισιμιό μου, τελεία και παύλα! Δεν νομίζω να χρειάζομαι την άδεια κανενός για αυτό! Βέβαια, δεν περίμενα ότι θα έβρισκα κομπανία εδώ μέσα!

Την κουβέντα τους διέκοψε το νιαούρισμα της μπέμπας που τόση ώρα κοιμόταν ήσυχη στην αγκαλιά της μαμάς της. Άνοιξε δειλά δειλά τα ματάκια της και τους κοίταξε. Ο Χρήστος παραξενεύτηκε πολύ. Το χρώμα των ματιών της ήταν πολύ περίεργο. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν πράσινο ή λαδί πολύ φωτεινό, αλλά ήταν τόσο ξεθωριασμένο που έμοιαζε περισσότερο με κίτρινο. Στην ιδέα και μόνο ανατρίχιασε καθώς του ήρθε στο μυαλό εκείνο το φρικτό κίτρινο μάτι που είχε πολτοποιήσει στο δωμάτιο του Στέφανου. Η Μαίρη, σαν να το κατάλαβε ή σαν να ήταν συνηθισμένη σε αυτή την αντίδραση, μίλησε σιγανά.

-Μην ανησυχείς, δεν είναι τίποτα. Στο μαιευτήριο έκανε πολύ υψηλό ίκτερο και της άφησε ένα μικρό πρόβλημα στα μάτια. Με τον καιρό θα επανέλθει μόνο του είπαν οι γιατροί.
Ο Χρήστος απλά χαμογέλασε. Πάντα είχε τον τρόπο να καταλαβαίνει ακριβώς και τι σκεφτόταν και πώς ένιωθε. Ένα ταλέντο που το είχε μόνο εκείνη και η μητέρα του.
-Πώς θα την βγάλετε;
-Ρεγγίνα. Στα Λατινικά σημαίνει βασίλισσα.
-Πολύ ταιριαστό! Να σας ζήσει!  Άκου τώρα. Λέω να πάω να φέρω τα πράγματά σας από το αυτοκίνητό σου, να τα βάλω στο δωμάτιο του Στέφανου, να σου αφήσω και λίγο χρόνο να τη θηλάσεις, σύμφωνοι; Μου φαίνεται πεινασμένη, σε λίγο θα φάει κι εμένα!

Η Μαίρη στο άκουσμα της τελευταίας φράσης σφίχτηκε, αλλά αντί να μιλήσει απλά του έγνεψε χαμογελώντας. Μα το χαμόγελο της ήταν μελαγχολικό, θλιμμένο, παγωμένο… κάτι που για άλλη μια φορά διέφυγε  της προσοχής του Χρήστου. Την αγκάλιασε σφιχτά και της χάιδεψε τα μαλλιά.

-Χαίρομαι πολύ που ήρθατε! Πραγματικά!

Μόλις έφυγε από το δωμάτιο, η Μαίρη έβγαλε το πουλόβερ της και ξεκούμπωσε το πουκάμισο που φορούσε από μέσα. Άνοιξε το σουτιέν της κι αποκάλυψε δυο πλούσια στήθη. Οι θηλές της ήταν πληγωμένες, κομματιασμένες σχεδόν από το θηλασμό και από το στήθος της έβγαινε ένα παχύρευστο υγρό σκούρου χρώματος. Ήταν γάλα μαζί με αίμα. Η μικρή πήρε στο στόμα της τη μια θηλή κι άρχισε να θηλάζει ευχαριστημένη. Στα μάγουλα της Μαίρης κύλησαν δυο δάκρυα.

4 σχόλια:

  1. @ποντικι
    Ποντικακι μου δεν το εχω γραψει ακομα, λογω φορτου εργασιας, δεν θελω να το γραψω στο ποδι, θα επανελθω παντως σιγουρα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. @γιωτα
    Γιωτακι μου, χαιρομαι που σου αρεσει! Να δεις ανατριχιλα στα επομενα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή