Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ - 3



3. Κίτρινα Μάτια



Όταν επέστρεψαν σπίτι εκείνο το βράδυ, πρώτο μέλημα του Χρήστου ήταν να μεταφέρει το κρεβατάκι του Στέφανου στο δωμάτιό του, ώστε να κοιμούνται μαζί. Θα έκλεινε για λίγες ημέρες το γραφείο του και είχαν από κοινού αποφασίσει με την κυρία Κατερίνα ότι θα ήταν πιο ασφαλές να μείνουν και οι τρεις μαζί μέχρι να ξεκαθαρίσουν κάπως τα πράγματα. Ποιος να το έλεγε… η κυρία Κατερίνα δεν άφησε το σπίτι της όταν έφυγαν τα παιδιά της για τη Θεσσαλονίκη και την παρακαλούσαν να πάει μαζί τους, ούτε όταν πέθανε ο γέρος της κι έμεινε ολομόναχη. Δεν ήθελε να χάσει τις καθημερινές της συνήθειες, το καφεδάκι με τη γειτόνισσα τα πρωινά, τη φροντίδα των λουλουδιών της, το ασβέστωμα της αυλίτσας, συνήθειες με τις οποίες πέρασε μια ολόκληρη ζωή. Γι’ αυτό και είχε σθεναρά αντισταθεί στις πιέσεις των γιων και της κόρης της. Και τώρα να που δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Και το σπίτι της και την Ξάνθη και την Ελλάδα ακόμα θα εγκατέλειπε αν χρειαζόταν για αυτό το πλασματάκι που την είχε κυριολεκτικά μαγέψει!
Ο Χρήστος παρόλη την κούραση και την ανησυχία, ένιωθε και μια κάποια ανακούφιση. Επιτέλους είχε κάποιον να εμπιστεύεται, κάποιον να μοιραστεί αυτό το βάρος που κουβαλούσε μόνος του τρία ολόκληρα χρόνια, έναν άνθρωπο δικό του. Ούτως ή άλλως η κυρία Κατερίνα του έβγαζε πάντα κάτι το μητρικό, γι’ αυτό εξάλλου την είχε επιλέξει να φροντίζει το Στέφανο εξαρχής. Και μετά τα σημερινά φαινόταν πως επιτέλους τον είχε κερδίσει κι εκείνον.
Η κυρία Κατερίνα θα κοιμόταν στο σαλόνι. Ο καναπές ήταν μεγάλος και άνετος, το μόνο που έμενε ήταν να πάνε να φέρουν κάποια ρούχα και προσωπικά της είδη, θα το έκανε ο Χρήστος το επόμενο πρωί. Προς το παρόν έπρεπε να κάνει χώρο στην ντουλάπα του Στέφανου για να μπουν τα πράγματα. Προσπάθησε να τη σηκώσει, αλλά ήταν αδύνατον. Ήταν τόσο βαριά, από μασίφ ξύλο. Αναρωτήθηκε τι στο καλό είχε γίνει μέσα σε αυτό το δωμάτιο το απόγευμα κι έκανε αυτό το θηρίο να πέσει. Αύριο θα το τακτοποιούσε κι αυτό. Σήμερα ήταν υπερβολικά ταλαιπωρημένος. Έσκυψε να μαζέψει κάποια παιχνίδια του Στέφανου που είχαν διασκορπιστεί στο πάτωμα. Καθώς τα τοποθετούσε πίσω στα ράφια της βιβλιοθήκης, πρόσεξε μια ανεπαίσθητη σχεδόν κίνηση στον τοίχο. Πλησίασε να δει από πιο κοντά, αλλά τίποτα. Περίμενε λίγο. «Μπα, ιδέα μου θα είναι» σκέφτηκε κι έκανε να φύγει. Όμως δεν πρόλαβε να κουνηθεί, το είδε πάλι. Μια κίνηση απαλή, σαν το πετάρισμα που κάνουν μηχανικά τα βλέφαρά μας. Πολύ επιφυλακτικά, άπλωσε το χέρι του κι ακούμπησε τον τοίχο στο σημείο αυτό. Ψηλάφισε για λίγο, μέχρι που ένιωσε ένα μικρό εξόγκωμα. Πίεσε και το ένιωσε να πάλλεται κάτω από τα δάχτυλά του. Το αίμα του πάγωσε και έκανε ενστικτωδώς πίσω. Αμέσως όμως το μετάνιωσε. Έπρεπε να μάθει τι ήταν αυτό το πράγμα, ό,τι κι αν ήταν έπρεπε να το μάθει. Έκανε αποφασιστικά ένα βήμα μπροστά κι άπλωσε ξανά το χέρι του, το άγγιξε πιο δυνατά αυτή τη φορά και το τράβηξε προς τα έξω. Ένα μικρό στρογγυλό πράγμα, σαν σφαίρα, ξεκόλλησε από τον τοίχο. Ήταν μαλακό κι είχε το χρώμα του τοίχου, ακριβώς την ίδια απόχρωση. Μόλις το έπιασε στα χέρια του, το χρώμα άλλαξε κι έγινε πανομοιότυπο με αυτό του δέρματός του. Σαν ένας μικρός χαμαιλέοντας, άλλαζε όψη για να μη γίνεται αντιληπτό. Αγνόησε την ανατριχίλα που διέτρεχε τη σπονδυλική του στήλη και το πίεσε δυνατά. Τότε το άγνωστο αντικείμενο άνοιξε σαν όστρακο και αυτό που αντίκρισε ο Χρήστος ξεπερνούσε κάθε φαντασία, κάθε νοσηρό νου! Μέσα στο όστρακο υπήρχε ένα μάτι! Ένα ζωντανό μάτι, χωρίς πρόσωπο να στηρίζεται, χωρίς βλεφαρίδες, ένα κίτρινο αηδιαστικό μάτι που τον κοιτούσε σαστισμένα, αλλά και γεμάτο μίσος και κακία. Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει, είχε μείνει αποσβολωμένος, αδύνατον να χωρέσει το μυαλό του αυτό που συνέβαινε, αδύνατον να το επεξεργαστεί… Κοίταξε επίμονα αυτό το μιαρό… πράγμα που κρατούσε κι έπειτα το πέταξε στο πάτωμα κι άρχισε να το πατάει με λύσσα!
-Ψόφα! Ψόφα καταραμένο! Ψόφααααααααααααααααααααααα! Ούρλιαζε και το συνέθλιβε με μανία, όλο το πάτωμα είχε γεμίσει αίμα, αγγεία και μια άμορφη γλιστερή μάζα, σαν γλίτσα, ο αέρας μύριζε ψοφίμι, ο Χρήστος είχε πλέον χάσει κάθε έλεγχο, φώναζε, χτύπαγε τα πόδια του στο πάτωμα, έκλαιγε… Κάποια στιγμή συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε πια τίποτα στο δωμάτιο μαζί του, ο,τι κι αν ήταν αυτό το μάτι είχε πια πολτοποιηθεί κάτω από τα παπούτσια του. Αηδίασε με τη σκέψη, τα έβγαλε γρήγορα από πάνω του, τα πέταξε σε έναν σκουπιδοτενεκέ και τους έβαλε φωτιά. Αν μπορούσε θα έβαζε φωτιά σε όλο το σπίτι! Έμεινε εκεί να κοιτάζει τη φωτιά μέχρι που απέμεινε μόνο στάχτη. Μετά βγήκε στο μπαλκόνι κι έκανε εμετό.

Αθήνα
Η Μαίρη ήταν ζαλισμένη. Τα πόδια και τα χέρια της είχαν μουδιάσει. Ούτε ήξερε πόσο καιρό βρισκόταν εκεί, σε αυτό το σκοτεινό μέρος, δεμένη χειροπόδαρα πάνω σε μια άβολη καρέκλα. Ώρες; Μέρες ίσως; Το τελευταίο πράγμα που θυμόταν ήταν ότι έτρωγαν μαζί με το Γιώργο στο αγαπημένο της εστιατόριο, γελούσαν, έπιναν κρασί. Ξαφνικά ένιωσε μια αδιαθεσία, σηκώθηκε να πάει στο μπάνιο να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της και μετά όλα σκοτείνιασαν. Από εκεί και πέρα… θολούρα, μερικές σκόρπιες εικόνες, φωνές, πόνος και ένα ζευγάρι κίτρινα μάτια… δεν θα τα ξεχνούσε ποτέ αυτά τα μάτια! Κοίταξε ένα γύρο, δεν είδε κανέναν. Στην ουσία τίποτα δεν μαρτυρούσε την ύπαρξη ζωής σε αυτό το άχαρο δωμάτιο, εκτός από την παρουσία της εκεί. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένας τάφος. Τι στο καλό γύρευε εκείνη εκεί; Της ήταν αδύνατο να θυμηθεί… Μια κίνηση στα σωθικά της επανέφερε τις σκέψεις της. Πονούσε πολύ το κεφάλι της, προφανώς από τα χτυπήματα, όμως έπρεπε να αντέξει. Για αυτό το παιδί που μεγάλωνε μέσα της κι εξαρτιόταν από εκείνη έπρεπε να αντέξει… και να βρει κάποιον τρόπο να βγει από εκεί μέσα. Κι ο Γιώργος; Θα είχε πεθάνει από την αγωνία του! Πόσο θα ήθελε να τον είχε τώρα δίπλα της!
Άκουσε φωνές και βήματα.  Στην αρχή αχνά και μετά όλο και πιο καθαρά. Ήταν τρεις τουλάχιστον. Τέντωσε τα αυτιά της για να ξεχωρίσει τι έλεγαν.
-Είμαστε σίγουροι πως πρόκειται για αυτόν;
-Ναι, απόλυτα. Τον βρήκαμε στην Ξάνθη. Ο ίδιος ο Ντέημον πήγε μέχρι εκεί να δει αν οι πληροφορίες μας είναι σωστές. Μάλιστα θα τον άρπαζε να τον φέρει εδώ, αλλά ξαφνικά το σπίτι άρχισε να τρέμει κι ένα ισχυρό τείχος προστασίας τον τύλιξε. Δεν ξέρουμε ακριβώς τις λεπτομέρειες ακόμα…
-Και τώρα;
-Τώρα έχουμε αφήσει έναν δικό μας εκεί να τον παρακολουθεί μέχρι να βρεθεί η επόμενη ευκαιρία. Ένα μάτι. Ελπίζω να είναι σύντομα. Ο αφέντης κοντεύει να χάσει την υπομονή του. Τρία χρόνια τώρα περιμένει να βρει αυτό το αγόρι και να εκπληρώσει επιτέλους το πεπρωμένο του!
«Ώστε αυτό είναι!» σκέφτηκε η Μαίρη. «Θέλουν να τους πω για το Χρήστο και το Στέφανο! Είχε δίκιο τελικά που φοβόταν και τη σκιά του!» Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε πόσο κινδύνευε κι η ίδια και το μωρό της. Ήξερε όμως πως δεν έπρεπε να αποκαλύψει τίποτα, όποιο κι αν ήταν το κόστος. Καταλάβαινε πως αυτό που διαδραματιζόταν ξεπερνούσε κατά πολύ σε σημασία τη ζωή τη δικής της, του παιδιού της ή οποιουδήποτε άλλου. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει το γιατί αλλά είχε την πεποίθηση πως γινόταν μάρτυρας κοσμογονικών γεγονότων που θα καθόριζαν τη μοίρα της ανθρωπότητας. Την αιώνια μάχη του καλού με το κακό. Κι ίσως να ανήκε κι η ίδια σε αυτούς που έπρεπε να θυσιαστούν. Προσευχόταν μόνο να βρει τη δύναμη να το κάνει αν ερχόταν εκείνη η στιγμή.
Για άλλη μια φορά τη σκέψη της διέκοψαν ομιλίες. Τώρα είχε προστεθεί ακόμα ένας, οι υπόλοιποι τον φώναζαν Ντέημον και του μιλούσαν με σεβασμό. Άκουσε τη φωνή του. «Αδύνατον!» Αυτή τη φωνή θα την αναγνώριζε οπουδήποτε! Ο Γιώργος!
-Σας φέρνω άσχημα νέα. Ανακάλυψαν το Μάτι μας. Είναι νεκρό!
-Να πάρει! Ο αφέντης θα θυμώσει πολύ. Πρέπει να βρούμε μια λύση, να μάθουμε τι ή ποιος τον προστατεύει τόσο!
-Λες αυτή η σκύλα εκεί μέσα να ξέρει τίποτα Μεγάλε Ντέημον;
-Δεν ξέρω… αλλά θα φροντίσω να μάθω!
Η πόρτα άνοιξε και πρόβαλε ο Γιώργος… ο άντρας που αγάπησε, ο πατέρας του παιδιού της. Στο βλέμμα του δεν υπήρχε ίχνος από την αγάπη με την οποία συνήθιζε να την κοιτάζει. Μόνο κακία κι ένα ειρωνικό χαμόγελο διέκρινε στο πρόσωπό του. Και τα μάτια του… οι κόρες είχαν διασταλεί και είχαν γίνει κίτρινες…
Την άρπαξε από το λαιμό κι άρχισε να την πιέζει, ώσπου ένιωσε τον αέρα να λιγοστεύει στα πνευμόνια της.
-Μίλα βρώμα! Τι συμβαίνει μ’ αυτό το σκατόπαιδο; Ποιος το προστατεύει; Ποιος; Λέγε!
Χαλάρωσε τα χέρια του κι η Μαίρη άρχισε να βήχει. Προσπαθούσε να αναπνεύσει.
-Δεν… ξέρω… για ποιο… πράγμα… μιλάς… Γιώργο… τι είναι… όλα…
-Σκάσε!!!! Το χαστούκι του τη βρήκε στα χείλη και ένιωσε τη γεύση από το αίμα της να της γεμίζει το στόμα. Μίλα, αλλιώς θα σε σκοτώσω! Θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια!
-Γιώργο… μη… σε παρακαλώ… το παιδί… το ξέχασες… είμαι έγκυος…
-Χμμμ…. Την κοίταξε με ένα χαιρέκακο χαμόγελο που έστειλε ηλεκτρικό ρεύμα στη σπονδυλική της στήλη και κάτι έβγαλε από την τσέπη του…
- Όχι για πολύ ακόμα, κάγχασε, κοιτώντας την επίμονα, καθώς με το μαχαίρι του άρχισε να σκίζει αργά αργά το δέρμα στην κοιλιά της Μαίρης.
Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα, έκανε να μιλήσει μα οι λέξεις δεν έβγαιναν. Ο πόνος τη διαπέρασε, το μυαλό της σταμάτησε να λειτουργεί, δάκρυα κυλούσαν στα μάτια της «το μωρό μου, όχι, όχι το μωρό μου!» σκεφτόταν.
Ένα λεπτό μετά ένα νιαούρισμα ακούστηκε. Ο Γιώργος σήκωσε ψηλά το μωρό και είπε γελώντας δυνατά:
-Επιτέλους, Βασίλισσά μου! Ήρθες επιτέλους!
Το τελευταίο πράγμα που είδε η Μαίρη ήταν οι τρεις άντρες που μπήκαν στο δωμάτιο και την πλησίασαν.
-Ράψτε την! είπε ο Γιώργος, ρίχνοντας της ένα βλοσυρό βλέμμα. Δεν τέλειωσα μαζί της!
Άκουσε πάλι το νιαούρισμα της κόρης της, χαμογέλασε, «τουλάχιστον εκείνη είναι καλά»… και λιποθύμησε…
   

14 σχόλια:

  1. Δεν το στέλνεις σε κάναν παραγωγό για θρίλερ; απαπαπα
    Είναι τρομακτικό!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. @ηφαιστιωνας
    Χαχαχα! Λες; Δεν ξερω...να το γραφω και να το διαβαζω αντεχω, δεν νομιζω να αντεχα να το δω!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μπρρρ.... ανατρίχιασα... αλλά μ' αρέσει! :D
    Keep going girl... ;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. "Βρώμα", "σκατοπαιδο", "σκάσε"... σοκαρίστηκα ο δόλιος!

    Και καπάκι ... ο δρόμος με τις λεύκες!

    Δεν θα το αντέξω μέχρι τέλους...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. @γιωτα
    Ευχαριστω Γιωτακι! Ειμαι λιγο διεστραμμενη τελικα! Μηπως να το κοιταξω;;; Χεχεχε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. @sailor
    Ναι! Εσυ και η Ελενη Λουκα! Τι εγινε σε πιασανε οι ντροπες;; Θα το αντεξεις....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τη Λουκά την είδα χθες στο Κολωνάκι...
      ξέχεζε μια κυρία που ήταν "αμαρτωλή" γιατί
      αντί για παιδιά φρόντιζε ένα σκυλάκι!

      Διαγραφή
    2. @sailor
      Χαχαχα! Κι εσυ τι ειπες;

      Διαγραφή
  7. Ανατριχιαστικό είναι!!!!!!! :) Πάω στο νέο κομμάτι!! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. @λεβιαθαν
    Χεχεχε! Ειναι οντως λιγακι! Και να σκεφτεις οτι δεν βλεπω θριλερ γιατι φοβαμαι!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. χαχαχα ρε συ είσαι ταλέντο λέμε... αντε να δω που θα πάει η βαλίτσα... ωχ ξεχασα σημερα δεν εχει αλλο ε?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. @ποντικι
    Υπολογιζω να ανεβαζω ενα την εβδομαδα. Τωρα για ποσες εβδομαδες δεν ξερω, τουλαχιστον 10-12 ισως παραπανω, θα δειξει, ουτως η αλλως δεν το εχω ηδη γραψει, το γραφω σιγα σιγα οπως βγαινει.Ευχαριστω!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Τώρα κατάφερα επιτέλους να έρθω από @εδώ...
    Πολύ σασπενς και ανατριχίλα...
    AAαααα αυτό ξεπερνά κάθε φαντασία...
    διαβάζεται χωρίς ανάσα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. @mariana on ice
    Μαριανα μου αυτος ειναι ο σκοπος, αν τον πετυχα εστω και στο ελαχιστο χαιρομαι ιδιατερως!

    ΑπάντησηΔιαγραφή