Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ - 4



4. Μακάβρια Ανακάλυψη

Το φεγγάρι ανέβαινε όλο και πιο ψηλά στο νυχτερινό ουρανό. Οι δυο έφηβοι προχωρούσαν χέρι με χέρι, χαμογελαστοί, τα μάτια τους έλαμπαν στο σκοτάδι. Φορούσαν μαύρα ρούχα, το πρόσωπό τους ήταν βαμμένο με σκούρα χρώματα και τα μαλλιά τους ήταν επιμελώς ατημέλητα.
-Είσαι σίγουρη; Ρώτησε το αγόρι. Θέλω να πω… αν άλλαξες γνώμη, αν θες να γίνει κάπου αλλού, μια άλλη στιγμή…
-Σσσς… το κορίτσι κάλυψε με το χέρι του το στόμα του. Είμαι απόλυτα σίγουρη. Σ’ αγαπώ και σε θέλω. Εδώ. Αυτό το μέρος είναι γεμάτο ενέργεια, μυστικισμό, θέλω να νιώσω όλες τις πανάρχαιες δονήσεις όταν θα γινόμαστε ένα…
-Εντάξει, της απάντησε χαμογελώντας.
Την τράβηξε κοντά του κι ακούμπησε απαλά τα χείλη του στα δικά της. Άρχισαν να τρέχουν γελώντας δυνατά προς την είσοδο της σπηλιάς. Κοντοστάθηκαν για λίγο πριν μπουν μέσα, είχαν διαβάσει τόσα πολλά για το σπήλαιο της Παιανίας, είχαν δει φωτογραφίες, είχαν ακούσει ιστορίες για μαγεία και για μυστικά περάσματα. Ένιωθαν δέος, σαν το επόμενο βήμα τους να τους οδηγούσε έξω από αυτόν τον κόσμο. Κατά κάποιον τρόπο έτσι ήταν πραγματικά. Δεν είναι κάθε μέρα η πρώτη σου φορά. Πόσο μάλλον σ’ ένα τόσο ιδιαίτερο μέρος. Πήραν βαθιά ανάσα και μπήκαν. Ήταν απόλυτα σκοτεινά και χρειάστηκαν μερικά λεπτά για να συνηθίσει το βλέμμα τους στο σκοτάδι. Προχώρησαν μερικά βήματα, περιεργάστηκαν για λίγο το χώρο, δεν έβλεπαν τίποτα το αξιοπερίεργο, ένιωθαν όμως την ατμόσφαιρα αλλιώτικη, πιο βαριά. Συνέχισαν να περπατούν αγκαλιά, ώσπου, αρκετά βαθιά στη σπηλιά, βρήκαν ένα σημείο που τους φάνηκε πιο βολικό. Έστρωσαν τις κουβέρτες που είχαν φέρει μαζί τους κι άναψαν κεριά γύρω γύρω, δημιουργώντας ένα νοητό κύκλο γύρω τους. Έκατσαν ο ένας δίπλα στον άλλο, κανείς δεν έκανε το πρώτο βήμα, η αμηχανία ήταν αισθητή.
-Έχεις άγχος; ρώτησε το αγόρι.
-Λιγάκι…
-Μη φοβάσαι. Την πήρε στην αγκαλιά του.
-Δεν φοβάμαι… μαζί σου ποτέ δεν φοβάμαι…
Πήρε το πρόσωπό της στα χέρια του, τη φίλησε πρώτα στα μάγουλα, μετά στα μάτια και τέλος στα χείλη, αργά και απαλά, ένα φιλί βαθύ και γλυκό, που έκανε για άλλη μια φορά την καρδιά της να σκιρτήσει. Ναι, ήταν αυτός, ο μοναδικός, ο σωστός. Ένας αναστεναγμός έφυγε από τα στήθη της καθώς το ένα φιλί έφερνε το άλλο, τα χείλη του κατέβαιναν στο λαιμό της, τα χέρια του ξεκούμπωναν σιγά σιγά την μπλούζα της, τα δάχτυλά της χάνονταν μέσα στα μαλλιά του. Οι στιγμές ήταν μαγικές, ο ηλεκτρισμός γέμιζε το χώρο. Συνέχισε να την φιλάει, έβγαλε ένα ένα αργά τα ρούχα της κι απόμεινε να την κοιτάζει, έτσι γυμνή κάτω από το φως τον κεριών, γδύθηκε κι αυτός και βρέθηκε από πάνω της. Χάιδευαν ο ένας τον άλλο μ’ αυτόν τον αδέξιο, αθώο, υπέροχο τρόπο της εφηβείας, ανακάλυπταν τα σώματά τους, αχόρταγα ρουφούσαν αυτές τις πρωτόγνωρες αντιδράσεις, την έκρηξη αισθήσεων και συναισθημάτων. Κάποια στιγμή, βυθίστηκε μέσα της κι ένιωσε να της κόβεται η ανάσα. Ένας πόνος που κράτησε λίγα μόνο δευτερόλεπτα κι η καρδιά της πλημμύρισε μ’ ένα ανείπωτο αίσθημα ευτυχίας που έφερε δάκρυα στα μάτια της.
-Αγάπη μου! Την κοίταξε τρομαγμένος. Τι; Έκανα κάτι;
-Όχι, όχι… τον καθησύχασε, όχι δεν έκανες τίποτα.
-Τότε γιατί κλαις;
-Γιατί είμαι ευτυχισμένη! Σ’ αγαπώ! Σ’αγαπώ!
-Σ’αγαπώ!, της είπε καθώς χανόταν και πάλι μέσα της.
Ταξίδεψαν μαζί για λίγα λεπτά ακόμα, ώσπου τελικά τραβήχτηκε και τέλειωσε πάνω στην κοιλιά της. Τη σκούπισε απαλά κι έπειτα την έσφιξε στην αγκαλιά του. Κοιτάχτηκαν και δεν χρειάστηκε να πουν τίποτα. Άπλωσε το χέρι της να πιάσει τον σάκο της και να βρει τα τσιγάρα της. Τα περισσότερα κεριά είχαν σβήσει, η σπηλιά ήταν τώρα και πάλι σκοτεινή. Δεν ήθελε να αφήσει τη ζεστασιά της αγκαλιάς του, άρχισε στα τυφλά να ψαχουλεύει γύρω της, πάνω στην κουβέρτα, στις κρύες πέτρες, αλλά δεν μπορούσε να τον βρει. Σηκώθηκε κι άρχισε να βηματίζει ξυπόλυτη, μάλλον πάνω στην ένταση της στιγμής τον είχαν μετακινήσει και δεν το πήραν είδηση.
-Αααουυτς! Φώναξε ξαφνικά. Είχε σκοντάψει κάπου και είχε στραμπουλήξει το πόδι της. Άρπαξε ένα κερί κι έτρεξε κοντά της. Καθώς τη βοηθούσε να σηκωθεί, το φως του κεριού έπεσε πάνω σε ένα παράξενο μόρφωμα, κάτι που εξείχε από τα βράχια του σπηλαίου. Το έφερε πιο κοντά για να δουν καλύτερα. Τα ουρλιαχτά της γέμισαν το χώρο κι ο αντίλαλος τα μετέφερε έξω στο δάσος της Παιανίας.
Λίγη ώρα αργότερα
Η αστυνομία είχε περιφράξει το χώρο με ταινίες σε περίμετρο ενός χιλιομέτρου. Το πτώμα άνηκε σε κάποιον άντρα, ήταν σε προχωρημένη σήψη κι αναμφισβήτητα επρόκειτο για δολοφονία. Το κρανίο είχε χτυπηθεί επανειλημμένως με κάποιο αιχμηρό αντικείμενο.
-Εντάξει τελειώσαμε, μπορείτε να φύγετε. Αν σας χρειαστούμε ξανά θα σας καλέσουμε.
Ο αστυνόμος Ιωσήφ Ιατρόπουλος είχε μόλις πάρει κατάθεση από τα δυο νεαρά παιδιά που είχαν ανακαλύψει τη σωρό μέσα στη σπηλιά. Η κοπέλα ήταν ακόμα σε κατάσταση σοκ, έκλαιγε και μονολογούσε. Τους συμβούλεψε να ξεκουραστούν και να μην αποκαλύψουν ακόμα σε κανέναν όσα είχαν συμβεί, αν και ήξερε πως δύσκολα θα μπορούσαν να ξεφύγουν από τους γονείς τους, είχε σχεδόν χαράξει και ακόμα δεν είχαν πάει σπίτια τους. Αναστέναξε. Δεν ήταν η πρώτη ειδεχθής δολοφονία που αντιμετώπιζε, κάθε άλλο, θα έλεγε κανείς πως πλέον είχε συνηθίσει να βλέπει τη βίαιη πλευρά των ανθρώπων, σχεδόν τίποτα δεν τον σόκαρε. Όμως σήμερα, σε αυτήν εδώ την περίπτωση, κάτι δεν του κόλλαγε, κάτι μέσα του χτυπούσε καμπανάκι, δεν ήταν απλά άλλος ένας φόνος, υπήρχε κάτι το σκοτεινό από πίσω. Χώρια που από την ώρα που ανασύρθηκε το πτώμα, έτσι όπως το είδε από μακριά, κάτι στο σουλούπι του φάνηκε γνώριμο, οικείο. Έπρεπε οπωσδήποτε να μάθει ποιος ήταν αυτός ο άντρας, όμως ήταν εντελώς παραμορφωμένος, πρέπει να βρισκόταν εκεί πάνω από εννιά, δέκα μήνες. Πλησίασε την συνάδερφό του, ιατροδικαστή Ελεάνα Σώκου.
-Τι έχουμε;
-Τι να έχουμε… τίποτα στην ουσία. Το θύμα δεν έχει ταυτότητα ή κάποιο άλλο χαρτί πάνω του, τα δακτυλικά αποτυπώματα έχουν παραμορφωθεί, μόνο από τα οδοντιατρικά αρχεία αν βρούμε καμιά άκρη…
-Έγκλημα πάθους;
-Δεν ξέρω. Το χτύπημα στο κεφάλι, η γωνία από την οποία έγινε, δείχνει πως τον παραμόνευαν και του την έφεραν από πίσω. Έπειτα, είναι και κάτι άλλο… ο παράμεσος του δεξιού του χεριού είναι κομμένος…
-Μήπως ήταν παντρεμένος; Μήπως ήθελαν να τον ληστέψουν, να του πάρουν τη βέρα;
-Δεν το νομίζω, πάνω του βρέθηκαν χρήματα, στο πορτοφόλι του. Το μόνο που λείπει είναι το δάχτυλο με τη βέρα, η ταυτότητα και το δίπλωμά του, αν υποθέσουμε ότι φορούσε βέρα κι ότι είχε μαζί του χαρτιά. Είναι λες και κάποιος ήθελε απλά να τον εξαφανίσει.
-Προσωπικά αντικείμενα;
-Τίποτα το ιδιαίτερο. Να, κοίτα και μόνος σου.
Του έδωσε μια σακούλα πλαστική που είχε μέσα μόνο ένα πορτοφόλι, μερικά χαρτονομίσματα κι ορισμένα νομίσματα, έναν ασημένιο αναπτήρα. Ο Ιωσήφ έβγαλε το πορτοφόλι και το κοίταξε διερευνητικά. Πάλι αυτή η αίσθηση του γνώριμου τον ανατρίχιασε. Το άνοιξε κι άρχισε να ψάχνει προσεκτικά όλες τις θήκες και τα τσεπάκια. Ένιωσε να πιάνει ένα μικρό μεταλλικό αντικείμενο. Το έβγαλε, ήταν ένας ασημένιος σταυρός, πίσω είχε χαραγμένο το γράμμα «Μ».
-Αδύνατον! Ψιθύρισε. Θυμόταν πολύ καλά τη μέρα που είχε πάει με  τη Μαίρη να διαλέξουν δώρο για το Γιώργο, για την πρώτη τους επέτειο. Είχαν διαλέξει έναν πανομοιότυπο σταυρό και… Θεέ μου, ο αναπτήρας! Τον έβγαλε με χέρια που έτρεμαν και τότε είδε την εγχάραξη «Μ» μια καρδούλα μ’ ένα βέλος και «Γ». Μα φυσικά! Γι’ αυτό η αίσθηση ότι κάπου είχε ξαναδεί αυτό το σουλούπι, το μαύρο δερμάτινο μπουφάν, το καφέ πορτοφόλι, ήταν πολύ φθαρμένα για να τα αναγνωρίσει αμέσως. Μα τώρα το καταλάβαινε, ήταν του Γιώργου! Μα… πως;
-Τι έγινε; Βρήκες κάτι; Έχεις ασπρίσει!
-Ελεάνα… ξέρω ποιος είναι ο νεκρός… αλλά δεν… δεν γίνεται να είναι αυτός… δεν γίνεται καταλαβαίνεις;
-Ποιος; Ποιος είναι;
-Όλα αυτά τα αντικείμενα, τα ρούχα, όλα ανήκουν στον άντρα της ξαδέρφης μου, το Γιώργο!
-Ω Ιωσήφ! Λυπάμαι πολύ!
-Δεν καταλαβαίνεις! Δεν γίνεται να είναι ο Γιώργος! Πριν τρεις μέρες ήμουν σπίτι τους και τρώγαμε μαζί! Όλοι μαζί!
-Μα τότε.. πώς;
-Αυτό ακριβώς αναρωτιέμαι κι εγώ! Μπορούμε να επισπεύσουμε τη διαδικασία αναγνώρισης;
-Θα κάνω ό,τι μπορώ. Έχω έναν γνωστό στο αρχείο και μου χρωστάει κάτι χάρες. Θα προσπαθήσω να μάθω το συντομότερο, ίσως και σήμερα αν τα καταφέρω.
-Θα στο χρωστάω. Κάτι πολύ περίεργο συμβαίνει εδώ. Και πρέπει οπωσδήποτε να ανακαλύψω τι!

Ο Ιωσήφ πέρασε την υπόλοιπη μέρα ψάχνοντας τη Μαίρη και το Γιώργο, αλλά μάταια. Στη δουλειά του Γιώργου του είπαν πως είχε πάρει άδεια επειγόντως κι ότι τους είχε πει πως θα έφευγε με τη Μαίρη για ένα μίνι ταξιδάκι, καθώς πλησίαζε ο καιρός που θα γεννούσε και μετά δεν θα είχαν χρόνο με το μωρό. Η Μαίρη πάλι στο σχολείο δεν ήταν, είχε ξεκινήσει η άδεια κυήσεως πριν τέσσερις βδομάδες, ούτε και στο σπίτι τη βρήκε. Πήρε όλους τους κοινούς γνωστούς, κανείς δεν ήξερε κάτι. Προχτές που μίλησαν δεν του είχε αναφέρει τίποτα για διακοπές ή κάτι ανάλογο. Είχε αρχίσει να ανησυχεί πολύ. Ένα κακό προαίσθημα φούντωνε μέσα του. Το τηλεφώνημα της Ελεάνας ήρθε να επιβεβαιώσει τους φόβους του.
-Δεν έχω καλά νέα.
-Έλα πες ακούω.
-Τα οδοντιατρικά αρχεία έδειξαν ότι η σωρός ανήκει στον άνθρωπο που μου έλεγες, στον Γιώργο Ιωάννου.
-Απίστευτο! Είσαι σίγουρη; Η Ελεάνα το επιβεβαίωσε ακόμα μια φορά. Εντάξει, ευχαριστώ πολύ.
«Τι σκατά συμβαίνει;» σκέφτηκε. «Αν αυτό το πτώμα είναι του Γιώργου, τότε με τη Μαίρη ποιος διάολος είναι; Και πού;»

10 σχόλια:

  1. Μπράβο!! Ανατρεπτική και άκρως ενδιαφέρουσα η συνέχεια!!! να σαι καλά!! καλή εβδομάδα εύχομαι!!!! :))))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. @leviathan
    Πολυ χαιρομαι που σου κραταει το ενδιαφερον! Σε λιγες μερες η συνεχεια...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Α δεν πιστεύω να αργήσεις... θα περιμένω σαν τρελή... δεν σου λέω τι φαντάζομαι σίγουρα Σκότωσαν τον Γιώργο και κατοικεί κάτι άλλο μέσα του αλλά τι? χαχαχαχα
    άντε καλά θα περιμένω την συνέχεια.. μπράβο κορίτσι τέλειο..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. @ποντικι
    Ποντικακι μου, αυτο ειναι που φανταζεσαι, κατι αλλο πηρε τη θεση του, το τι ακριβως ειναι για να ειμαι ειλικρινης ουτε καν το εχω αποφασισει ακομα...
    Παντως δεν θα αργησω πολυ...η συνεχεια ειναι ηδη ετοιμη. Και παλι ευχαριστω πολυ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Βρήκα κάτι πολύ καλό και θα είμαι εδώ... είμαι βιβλιοφάγος.. βέβαια τα βιβλία δεν παχαίνουν ευτυχώς... περιμένω την συνέχεια!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. @ποντικι
    Τι εννοεις καλε; Βρηκες δουλιτσα;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Bιαζομαι να μάθω τη συνέχεια... μπερδεύεται το εξωκόσμιο με το ανθρώπινο κακό και όλα μοιάζουν απίθανα μα και εντελώς πιθανά...
    Για συνέχισε... γρήγορα σε παρακαλώ...
    ;)))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. @μαριανα
    Παρασκευη η Δευτερα επανερχομαι! (Ωχ! Σαν το Λαζοπουλο ακουστηκε αυτο!)
    Και παλι ευχαριστω για την σταθερη σου παρουσια εδω!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Άργησα λίγο... (και πάλι) αλλά επανήλθα!
    Πολύ ωραίο twist κορίτσι... πάω να διαβάσω την συνέχεια τώρα που πήρα φόρα! ;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Mην ανησυχεις ξερω οτι τρεχεις! Φιλια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή