Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ - 10


10. Η Αρχή του Τέλους

Ήταν η ευλογημένη εκείνη ώρα που το μπλε του νυκτερινού ουρανού διαδέχεται το φωτεινό γαλάζιο, καθώς ο ήλιος χαϊδεύει τα σύννεφα και ζεσταίνει σιγά σιγά τη νοτισμένη γη με τις αχτίδες του. Η πλάση ξυπνάει κι η πρωινή υγρασία κάνει τις ευωδιές στον Κήπο της Εδέμ ακόμα εντονότερες.

Ο Αδάμ και η Εύα κοιμόνταν ακόμα αγκαλιασμένοι σφιχτά, το σώμα του ενός μέσα στο σώμα του άλλου, έμοιαζαν σαν ένας άνθρωπος. Στην ουσία έτσι ήταν, αφού ήταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλο και ο ένας από τον άλλο. Καθώς η Εύα αναδεύτηκε και άνοιξε τα μάτια της, μια σκιά σύρθηκε γρήγορα μακριά από το ζευγάρι, τόσο γρήγορα που θα έλεγε κανείς πως δεν υπήρξε καν, πως ήταν απλά ένα παιχνίδισμα του φωτός με το φύλλωμα των δέντρων. Όμως ήταν πέρα για πέρα υπαρκτή και σιγά σιγά, νύκτα τη νύκτα, μέσα στην κάλυψη που της πρόσφερε το σκοτάδι, φώλιαζε στα όνειρα των Πρωτόπλαστων και τα γέμιζε με σκέψεις παράξενες, τα μπόλιαζε με αμφιβολία, με πειρασμό.

Λίγα λεπτά αργότερα ήταν και οι δυο ξύπνιοι, έτοιμοι για μια ακόμα μέρα. Τα μάτια τους όμως ήταν μελαγχολικά και το πρόσωπό τους σκεφτικό. Κανείς από τους δύο δεν μιλούσε, πέρασε αρκετή ώρα, ώσπου ο Αδάμ έσπασε τη σιωπή.
-Το είδες κι εσύ πάλι έτσι;
-Το όνειρο;
-Ναι…
-Το είδα… Μόνο που αυτή τη φορά ήταν κάπως αλλιώτικο.
-Τι εννοείς;
-Να… είδα πάλι ότι ήμασταν κάτω από το Δέντρο, οι δυο μας μόνο, επικρατούσε γύρω άκρα ησυχία κι ο Κήπος ήταν σκοτεινός. Κόψαμε έναν από τους καρπούς. Πρώτη δοκίμασα εγώ και μετά έδωσα και σε σένα. Όμως αυτή τη φορά, δεν ξύπνησα εκεί, συνέχισα να ονειρεύομαι. Και μόλις φάγαμε κι οι δυο, όλα άλλαξαν. Ήταν πολύ παράξενο συναίσθημα, σαν όλα μέσα μας να ξεκαθάρισαν, γίναμε πιο σοφοί και πιο ευτυχισμένοι κι ο Κήπος γύρω μας ζωντάνεψε και πάλι, γέμισε χρώματα και μουσική κι αρώματα, όλα τα πλάσματα ήταν πάλι ευτυχισμένα, μόνο που στη θέση του Δέντρου υπήρχαν δυο θρόνοι και πάνω στους θρόνους καθόμασταν εμείς, εσύ στα δεξιά κι εγώ στα αριστερά. Και τα ζωντανά του Κήπου έρχονταν κοντά μας με δώρα και μας φώναζαν Θεούς!
-Τι σαχλαμάρες είναι αυτές; Αφού Θεός υπάρχει κι είναι Ένας και Μοναδικός, ο Δημιουργός και Πατέρας μας!
-Το ξέρω! Για αυτό δεν μπορώ να καταλάβω αυτά τα όνειρα! Και πώς γίνεται να τα βλέπουμε κι οι δυο; Κάθε βράδυ;
-Έχεις δίκιο… Κι εγώ αναρωτιόμουν… της είπε σκεπτικός. Ξάφνου, το πρόσωπό του διαπέρασε μια λάμψη!
-Εύα! Κάτι σκέφτηκα! Μα βέβαια, αυτό είναι!
Η Εύα τον κοίταξε με απορία.
-Το Δέντρο Εύα! Το Δέντρο είναι πηγή γνώσης και δύναμης! Για αυτό ο Πατέρας μας έδωσε τα πάντα αλλά μας απαγόρευσε να το αγγίξουμε. Το όνειρό σου είναι αλήθεια! Αν κάποιος φάει από τους καρπούς θα γίνει Θεός!
-Ε τότε να φάμε!
-Δεν ξέρω… δεν μου φαίνεται σωστό… ο Πατέρας έκανε τόσα για εμάς, μας χάρισε πνοή, μας έδωσε τον κόσμο. Ίσως δεν πρέπει να τον παρακούσουμε…
-Σωστά… Από την άλλη, αν έχεις δίκιο, τότε μάλλον δεν μας έδωσε και πολλά… μάλλον μας πήρε θα έλεγα! Μας πήρε τη δύναμη, την κράτησε για τον εαυτό του κι εμάς μας είπε ψέματα, μας έδωσε δήθεν τον Κήπο, για να μας κάνει να πιστέψουμε ότι μόνο εκείνος μπορεί να είναι Θεός, ενώ μπορούμε κι εμείς!
-Λες να είναι έτσι;
-Μόνο ένας τρόπος υπάρχει να το ανακαλύψουμε!, του γέλασε πονηρά και τον τράβηξε από το χέρι. Έφτασαν κάτω από το Δέντρο της Γνώσης του Καλού και του Κακού, έκοψαν έναν καρπό κι απόμειναν να τον κοιτάζουν.
-Εύα; Το ξέρεις ότι αν το κάνουμε αυτό δεν θα μπορούμε να το αλλάξουμε, σωστά;
-Το ξέρω… Μα πόσο κακό μπορεί να κάνει πια;;;
Πήραν μια βαθιά ανάσα και δάγκωσαν ταυτόχρονα τον καρπό, ο ένας από τη μια πλευρά και ο άλλος από την άλλη. Για μερικά δευτερόλεπτα κράτησαν την ανάσα τους. Κοίταξαν γύρω τους και τίποτα δεν είχε αλλάξει, όλα ήταν ακριβώς όπως πριν. Άφησαν τον αέρα να βγει από τα πνευμόνια τους και γέλασαν με ανακούφιση, σαν μικρά παιδιά που έκαναν σκανταλιά και πίστευαν πως κανείς δεν τους πήρε χαμπάρι.
-Είδες; Τίποτα δεν συνέβη. Άσε που αυτό το φρούτο, ό,τι κι αν είναι, είναι το ωραιότερο πράγμα που έχω φάει!
-Όντως! Συμφώνησε ο Αδάμ κι έφαγε άλλη μια δαγκωνιά.
 Ξαφνικά, ο ουρανός σκοτείνιασε, το Δέντρο άρχισε να μεγαλώνει, να ψηλώνει και οι καρποί του άρχισαν να σαπίζουν και να πέφτουν στο χώμα. Μόνο που το χώμα δεν ήταν πια χώμα, ήταν αέρας, σύννεφο και οι καρποί το διαπερνούσαν και χάνονταν. Ο Αδάμ και η Εύα ένιωσαν να αιωρούνται και μετά να πέφτουν, να χάνονται. Κι έπειτα όλα μαύρισαν.

Αρκετές ώρες αργότερα, ξύπνησαν σε ένα μέρος που δεν είχαν ξαναδεί. Έμοιαζε πολύ με τον Παράδεισο, αλλά δεν ήταν. Το καταλάβαιναν από την έλλειψη αυτής της ουράνιας μουσικής που γέμιζε τις ώρες τους, από την έλλειψη της ευωδιάς που πλημμύριζε τα ρουθούνια τους και από τα ζωάκια που έβλεπαν να τρέχουν γύρω τους τρομαγμένα. Στον Κήπο της Εδέμ δεν υπήρχε φόβος, τα ζώα έρχονταν και κάθονταν δίπλα τους, πάνω τους μαζί τους. Κι έπειτα, ήταν και κάτι άλλο. Είχαν γεμίσει κι οι ίδιοι με περίεργα, πρωτόγνωρα συναισθήματα. Είχε πέσει η νύχτα κι ένιωθαν το κορμί τους να ανατριχιάζει, για πρώτη φορά κρύωναν. Το στομάχι τους είχε δεθεί κόμπος και κοιτούσαν γύρω τους με απορία. Πού ήταν; Πώς βρέθηκαν εκεί; Τι απέγινε ο Κήπος; Και τότε θυμήθηκαν.
-Εύα, Εύα μου! Τι κάναμε;
Η Εύα έκλαιγε. Ποτέ δεν είχε βρεθεί έξω από τον Κήπο, δεν ήξερε καν ότι υπάρχει κάτι έξω από τον Κήπο. Δεν μπορούσε να περιγράψει τι αισθανόταν, σφίχτηκε πάνω στον Αδάμ κι αντιλήφθηκε ότι φοβόταν, ναι φοβόταν… μα ήταν πια πολύ αργά, το ήξερε…
Πιάστηκαν χέρι με χέρι, βαθιά μετανιωμένοι για αυτό που είχαν κάνει και τόσο μα τόσο φοβισμένοι για το άγνωστο που είχε εισβάλει στη ζωή τους.

Ο Θεός τους κοιτούσε από ψηλά. Πέρα από την απογοήτευση που ένιωθε, λυπόταν τόσο που έβλεπε τα παιδιά Του να υποφέρουν… Όμως, είχαν κάνει την επιλογή τους.
Δίπλα Του, οι Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ σιωπούσαν. Όλοι ήξεραν τι σηματοδοτούσε αυτό που είχε συμβεί. Ο Εωσφόρος το είχε πει πως θα κατέστρεφε τον Κήπο και τους ανθρώπους. Δεν περίμεναν ότι θα γινόταν τόσο γρήγορα…
-Πατέρα, τι θα γίνει τώρα; Τι θα κάνουν οι άνθρωποι.
-Θα αναγκαστούν να μάθουν να ζουν έξω από τον Παράδεισο, Μιχαήλ. Θέλησαν να έχουν Γνώση του Καλού και του Κακού και τώρα θα την αποκτήσουν… με όποιο κόστος.
-Ο Εωσφόρος δεν θα τους αφήσει σε ησυχία… είπε ο Γαβριήλ. Θα τους βλάψει με όποιο τρόπο μπορεί.
-Το ξέρω… Γι’ αυτό αποφάσισα να τους προστατεύσω. Εσείς θα είστε υπεύθυνοι για αυτό.
-Με ποιον τρόπο;
-Άγγελοι θα είναι πάντα κοντά τους. Θα ζουν ανάμεσά τους, σαν κανονικοί άνθρωποι. Στην ουσία, εκτός από τις Δυνάμεις του Καλού που πάντα θα σας συντροφεύουν, σε όλα τα υπόλοιπα θα είστε ίδιοι. Θα γεννιέστε και θα μεγαλώνετε εκεί, θα ερωτεύεστε, θα κάνετε οικογένεια και όταν έρθει η στιγμή θα αναλαμβάνει ο καθένας τα καθήκοντά του. Θα πρέπει να τους φυλάτε από τις Δυνάμεις του Κακού.
-Ο Εωσφόρος δεν θα παίξει τίμιο παιχνίδι. Θα ξέρει ότι τους προστατεύουμε και θα στοχεύσει στο πιο ευαίσθητο σημείο τους, στην ψυχή τους.
-Μην ξεχνάς Μιχαήλ ότι η ψυχή των ανθρώπων είναι μεν το πιο ευαίσθητο σημείο τους, αλλά είναι ταυτόχρονα και το πιο δυνατό. Εκεί κρύβεται το μεγαλείο της θεϊκής τους φύσης, η δύναμη που τους ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα πλάσματα.
-Κι αν καταφέρει να τη διαφθείρει; Εμείς πώς θα τους προστατεύσουμε; Τι θα κάνουμε;
-Τίποτα απολύτως! Απολύτως! Ποτέ και για κανένα λόγο δεν θα παρέμβετε στην ελεύθερη βούληση. Η ψυχή και το μυαλό τους είναι όπλα που τους έδωσα για να τα χρησιμοποιούν, επειδή το ήξερα πως θα ερχόταν αυτή η στιγμή κάποτε.
-Το ήξερες; Αποκρίθηκαν έκπληκτοι οι Αρχάγγελοι.
-Φυσικά. Για αυτό και τους προετοίμαζα τόσο καιρό. Ήλπιζα μόνο πως θα αργούσε να συμβεί, πως θα είχα περισσότερο χρόνο να τους μυήσω στην πραγματική τους διάσταση, στο να γίνουν κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Θεού. Μακάρι όσα έμαθαν και όσα τους προίκισα να είναι αρκετά για να κερδίσουν όλες τις μάχες που θα αντιμετωπίσουν. Εμείς θα σεβαστούμε την κάθε τους απόφαση, τη βούλησή τους, οι άνθρωποι δεν γεννήθηκαν για να χειραγωγούνται. Η ελευθερία τους θα καθορίσει τη μοίρα όλων μας!
Ο Αδάμ και η Εύα προσπαθούσαν να βρουν ένα καταφύγιο για να περάσουν την παγωμένη νύχτα, μόνοι τους, πιο μόνοι από ποτέ, μα ευτυχώς μαζί!
Ο πόλεμος των Κόσμων είχε αρχίσει. Κι έμελλε να κρατήσει χιλιάδες χρόνια…

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ - 9






9. Τα δάκρυα Του Θεού

Χιλιάδες  χρόνια πριν, στον Κήπο της Εδέμ

Ικανοποιημένος ο Δημιουργός, κοιτούσε τον όμορφο Κήπο που είχε πλάσει. Όπου γυρνούσες, το μάτι σου χόρταινε ομορφιά. Λουλούδια ευωδίαζαν, τα δέντρα ήταν γεμάτα καρπούς, ουράνιες μελωδίες γέμιζαν τον αέρα, όλα ήταν σε μια υπέροχη, αρμονική συμφωνία. Τόση ήταν η ισορροπία στον Παράδεισο, που ακόμα και τα ζώα, όταν ερχόταν η στιγμή να γίνουν τροφή για κάποιο άλλο ζώο, αποδέχονταν με χαρά τη μοίρα τους, γνωρίζοντας πως συνεισφέρουν στην αλυσίδα της ζωής. Μέσα σε όλα τα δημιουργήματα, αγκαλιασμένοι κι ερωτευμένοι, προστατευμένοι από κάθε κακό, ο Αδάμ και η Εύα, οι Πρωτόπλαστοι, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του Παντοδύναμου, γεύονταν με χαρά αυτό το κόσμημα που τους είχε χαριστεί. Ο Αδάμ χάρισε ένα τριαντάφυλλο στην Εύα κι εκείνη τον ευχαρίστησε με ένα γλυκό φιλί. Ο Θεός χαμογέλασε. Είχαν ακόμα πολλά να μάθουν, αλλά θα ήταν δίπλα τους, πατέρας και μέντοράς τους. Κι ως τώρα αλήθεια είχαν αποδειχτεί εξαιρετικοί μαθητές. Τις σκέψεις Του διέκοψε ο ήχος από δυο φτερούγες που κλείνουν. Γύρισε και είδε το Μιχαήλ, τον πρώτο από τους Αγγέλους του, να στέκεται σκεφτικός και να διστάζει να μιλήσει.
-Πες μου παιδί μου, τι είναι αυτό που σε απασχολεί.. Είναι φανερό πως δυσκολεύεσαι, άνοιξέ μου την καρδιά σου.
-Πατέρα… δεν ξέρω τι να κάνω… ανησυχώ πολύ… ο Εωσφόρος…
-Τι συμβαίνει με τον αδερφό σου;
-Να… νιώθω πως αλλάζει… θυμός και μίσος έχουν φωλιάσει στην καρδιά του…
-Μίσος; Γιατί; Για ποιον;
-Για τους Πρωτόπλαστους, φυσικά.
-Τι είναι αυτά που λες παιδί μου; Για ποιο λόγο θα μπορούσε ο Εωσφόρος να μισεί τους ανθρώπους;
-Πατέρα, είναι τυφλωμένος. Είμαστε παιδιά σου, μας έχεις δώσει τρομερή δύναμη και είναι δική μας ευθύνη να προσέχουμε τον Παράδεισο και όλα τα πλάσματά του, να μην αφήσουμε το κακό να τα αγγίξει ποτέ.
-Ακριβώς!
-Όμως, από τότε που έπλασες τον Αδάμ και την Εύα, περνάς πολύ χρόνο μαζί τους κι ο Εωσφόρος αισθάνεται παραμελημένος.
-Μα αυτό είναι γελοίο! Εσείς είστε οι Πρώτοι, οι καλύτεροι ανάμεσα στους Αγγέλους μου! Δεν φτάνει αυτό σαν απόδειξη της αγάπης μου;
-Το ξέρω Πατέρα, αυτό προσπαθώ να του εξηγήσω κι εγώ, αλλά μάταια… Η καρδιά του είναι πληγωμένη, δεν μπορεί, δεν θέλει να καταλάβει, φοβάμαι τα χειρότερα… Τα φτερά του αλλάζουν, έχουν γίνει μαύρα… και το βλέμμα του παγώνει μέρα με τη μέρα…
Ο Θεός αναστέναξε με λύπη.
-Εντάξει παιδί μου… θα του μιλήσω… πες του να έρθει τώρα αμέσως.
Λίγα μόλις δευτερόλεπτα αργότερα ο Εωσφόρος βρισκόταν ήδη μπροστά Του. Το θέαμα ήταν πραγματικά σοκαριστικό. Τα μάτια του ήταν κατακόκκινα, πύρινα, μα ταυτόχρονα απίστευτα ψυχρά, το πρόσωπό του είχε σκληρύνει και βαθιές ρυτίδες αυλάκωναν τα μάγουλα και το μέτωπό του. Η φωνή του ακούστηκε παγερή.
-Με ζήτησες Πατέρα;
-Σε ζήτησα παιδί μου. Έμαθα κάποια πράγματα που πολύ με στεναχώρησαν. Τώρα που σε κοιτάζω απορώ πώς δεν είχα αντιληφθεί νωρίτερα ότι κάτι σου συνέβαινε. Τι έχεις; Μίλησέ μου!
-Δεν ξέρεις; Του απάντησε ειρωνικά.
-Ξέρω… αλλά δυσκολεύομαι να το πιστέψω…
-Τι ακριβώς δεν πιστεύεις; Ότι βαρέθηκα να έρχομαι δεύτερος; Ότι κουράστηκα να ακολουθώ κατά γράμμα τις εντολές Σου κι Εσύ να ασχολείσαι διαρκώς με … με … μ’ αυτούς τους παρακατιανούς; Ότι δεν αντέχω ούτε να τους βλέπω; Ότι μου κλέψαν την αγάπη Σου και την προσοχή Σου;
-Παιδί μου! Τι λόγια είναι αυτά; Εσύ είσαι ο Άγγελος του Φωτός, σου έχω δώσει δύναμη να ορίζεις τον Ήλιο και το Φεγγάρι, το Φως και το Σκοτάδι, δεν φτάνει αυτό να καταλάβεις πόσο σε αγαπώ και σε εκτιμώ; Εσύ και τα αδέρφια σου κρατάτε στα χέρια σας την τύχη του Παραδείσου. Οι άνθρωποι είναι ακόμα άμαθοι, με χρειάζονται περισσότερο. Σε παρακαλώ, δεν θέλω να σκέφτεσαι έτσι και να δηλητηριάζεις την καρδιά σου.
-Πολύ καλά. Τότε απόδειξέ το! Αφού εμείς είμαστε τα παιδιά Σου, οι Πρώτοι των Πρώτων, γιατί χάρισες τον Παράδεισο στους ανθρώπους; Απαιτώ να μας δώσεις όσα μας ανήκουν! Απαιτώ να χωρίσεις στα δυο τον Κήπο, ένας να υπάρχει για τους ανθρώπους και ένας για τους Αγγέλους, απαιτώ να με κάνεις Αρχηγό!
-Εωσφόρε! Δεν σου επιτρέπω να μου μιλάς έτσι! Δεν είσαι σε θέση να απαιτείς! Εγώ είμαι ο Κύριος και Θεός σου και σε ανακαλώ στην τάξη!
-Τότε κι εγώ θα φύγω από τον Παράδεισο! Δεν θα λογιέμαι πια Άγγελος του Φωτός αλλά του Σκότους! Θα χτίσω έναν δικό μου κόσμο κάτω από τη Γη και θα καταστρέψω τον Κήπο σου και τους ανθρώπους, θα τους καταστρέψω Σου το ορκίζομαι!
Γύρω τους είχαν μαζευτεί όλα τα Τάγματα των Αγγέλων. Ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει και ολόκληρος ο Κήπος σειόταν. Πρώτη φορά συνέβαινε κάτι τέτοιο στον Παράδεισο και όλα τα πλάσματά του έτρεχαν πέρα δώθε φοβισμένα. Ο Εωσφόρος συνέχισε, πιο δυνατά, πιο θυμωμένα, είχε γίνει ολόκληρος φωτιά. Με ένα του βλέμμα, αρκετοί ακόμα Άγγελοι ήρθαν και στήθηκαν πίσω του. Με ένα του νεύμα, άνοιξαν όλοι μαζί τα φτερά τους. Είχαν γίνει μαύρα. Άρχισαν να πετούν όλοι μαζί κι ένα μαύρο σμήνος γέμισε τον ορίζοντα. Καθώς απομακρύνονταν, η φωνή του Εωσφόρου διέσχισε τον άερα.
-Να θυμάσαι Πατέρα. Αυτόν τον πόλεμο τον διάλεξες Εσύ! Και θα τον χάσεις! Θα τον χάσεις!
Ο Θεός έκρυψε τα χέρια Του στο πρόσωπό του. «Πώς είναι δυνατόν να έκανα τόσο μεγάλο λάθος!» σκέφτηκε με πίκρα… Γύρισε και κοίταξε τον Μιχαήλ που στεκόταν δίπλα του σκυφτός.
-Εσύ; Συμμερίζεσαι κι εσύ την άποψη του αδερφού σου; Αν είναι να φύγεις, κάντο τώρα.
-Όχι Πατέρα. Εγώ θα μείνω, θα είμαι δίπλα Σου πάντα.
-Πιστεύεις πως το εννοεί; Πως έχουμε πόλεμο;
-Ναι. Έχουμε σίγουρα πόλεμο. Τώρα μόλις ξεκίνησε… θα κάνει ό,τι μπορεί να καταστρέψει όλους μας και πιο πολύ τους ανθρώπους. Ξέρω καλά τον αδερφό μου, τη δύναμή του και το πείσμα του.
-Δηλαδή κινδυνεύει ο Κήπος; Κινδυνεύουν οι  άνθρωποι; Τα παιδιά μου;
-Λυπάμαι Πατέρα...
- Επομένως, οι άνθρωποι κάποια στιγμή θα πρέπει να επιλέξουν. Ελπίζω αυτά που θα τους έχω μάθει μέχρι τότε να είναι αρκετά ώστε να κάνουν τη σωστή επιλογή…
Ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπο του Δημιουργού. Και για πρώτη φορά στον Παράδεισο άρχισε να βρέχει… Να βρέχει τα δάκρυα Του Θεού.

 

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ - 8





8. Αποκάλυψη Πρώτη

Δύο μετά τα μεσάνυκτα. Η κυρία Βασιλική είχε αποκοιμηθεί στον καναπέ, μπροστά στο τζάκι. Στον απέναντι καναπέ τα στρωσίδια ανάστατα, μα η Φωτεινή άφαντη. Σηκώθηκε να την ψάξει, έπρεπε να τη βρει να μιλήσουνε, να μάθει και τη δική της άποψη, ήταν όλα τόσο παράξενα. Ο Στέφανος όλο το απόγευμα δεν είχε ξεκολλήσει από την αγκαλιά της, δεν έκλαιγε, αλλά δεν πλησίαζε τη νονά του. Κι ο Χρήστος, τόσο τυφλωμένος πια; Δεν το κατάλαβε πως το παιδάκι τους έτρεμε από το φόβο του, του φάνηκε φυσιολογική αυτή η αντίδραση; Ευτυχώς, η Μαίρη και η μπέμπα αποσύρθηκαν από νωρίς για ύπνο στο δωμάτιο του Στέφανου. Βέβαια, ούτε κι αυτό της άρεσε. Δεν την ήθελε στον προσωπικό του χώρο, τόσο κοντά στα πράγματά του, αλλά δεν μπορούσε να πει τίποτα, όχι ακόμα τουλάχιστον. Ο Στέφανος κοιμόταν εδώ και καιρό στην κρεβατοκάμαρα του Χρήστου κι αυτό την καθησύχαζε κάπως. Τουλάχιστον ήταν κοντά στον πατέρα του.

Προχώρησε προς την κουζίνα, μήπως η Φωτεινή καθόταν στο τραπέζι και διάβαζε, όπως συνήθιζε να κάνει πολλά βράδια, όμως ούτε κι εκεί την βρήκε. Την προσοχή της τράβηξε ένα απαλό χρυσοπράσινο φως που ερχόταν από τον πάνω όροφο και έλουζε αμυδρά την ξύλινη σκάλα. Ανέβηκε πατώντας στις μύτες των ποδιών της, μόλις έφτασε στην άκρη του διαδρόμου κατάλαβε ότι το φως έβγαινε από την κρεβατοκάμαρα. Φοβήθηκε πολύ. Ήταν έτοιμη να ορμήσει τρέχοντας μέσα, όταν άκουσε ένα παιδικό γέλιο και τη ζεστή φωνή της Φωτεινής να τραγουδάει σιγανά, κελαρυστά, σχεδόν ψιθυριστά:

Κοιμήσου Αγγελούδι μου
Κι εγώ θα σε προσέχω
Πολυτιμότερο από σε
Στον κόσμο εγώ δεν έχω
Στα διαμαντένια σου όνειρα
Φτερά θα σου φορέσω
Σ’ όμορφους κόσμους μαγικούς
Για να σε ταξιδέψω
Κοιμήσου και μη φοβηθείς
Μήτε βροχή ούτε κύμα
Θα σου κρατώ μες στην καρδιά
Του γυρισμού το νήμα

Πλησίασε όσο πιο σιγά μπορούσε, σχεδόν δεν ανάσαινε, μα μόλις την είδε, δεν κρατήθηκε και φώναξε άθελά της:
-Παναγία μου! Τι είσαι εσύ πάλι; Κι αμέσως κάλυψε με τα χέρια της το στόμα της. Ήταν αργά. Η φωνή της είχε ξυπνήσει το Χρήστο. Άνοιξε τρομαγμένος τα μάτια του και κοίταζε μια την κυρία Βασιλική, μια το πλάσμα που στεκόταν μπροστά του. Και τι πλάσμα αλήθεια! Μακριά ξανθά μαλλιά, καταπράσινα μάτια, λευκό δέρμα,  το κορμί της εξέπεμπε το πιο υπέροχο χρυσοπράσινο φως που είχε δει ποτέ, στους ώμους της στηρίζονταν δυο τεράστια λευκά φτερά, μια αγγελική μορφή, ένας αληθινός άγγελος, ζωντανός, εκεί μπροστά του!
-Ανατολή;;;;  κούνησε το κεφάλι του με δυσπιστία. Ανατολή, εσύ; Μα πώς; Όχι, δεν γίνεται…
-Σσσσς. Του ένευσε να σωπάσει. Εγώ είμαι Χρήστο, μη φοβάσαι.
-Καλά, πώς είναι δυνατόν; Εσύ είχες πεθάνει. Εγώ ο ίδιος σε είδα να ξεψυχάς, είδα το πτώμα σου, σε είδα να…
- Δεν είδες κανένα πτώμα, αν θυμάσαι…
-Μα φυσικά! Αστερόσκονη! Τι χαζός!
-Όπως βλέπεις είμαι ολοζώντανη! Κι επιτέλους μαζί με το γιο μου!
-Θα μου εξηγήσει κανείς κι εμένα τι συμβαίνει; Τους διέκοψε η κυρία Βασιλική.
-Ναι, Βασιλική μου, απάντησε η Ανατολή και άρχισε να αλλάζει μπροστά στα έκπληκτα μάτια τους, μέχρι που πήρε τη μορφή της Φωτεινής. Τους έκανε σιωπηρά νόημα να μην πουν τίποτα.
- Από καιρό έπρεπε να είχα μιλήσει και στους δυο σας, συγχωρέστε με, μα δεν το μπορούσα. Είναι πολλά αυτά που πρέπει να μάθετε και δύσκολα. Όμως όχι εδώ. Εδώ κινδυνεύουμε. Καλύτερα να πάρουμε το Στέφανο και να πάμε όλοι μαζί κάτω, στην κουζίνα, να πιούμε κάτι και να τα πούμε. Κάτι δυνατό, γιατί οι αποκαλύψεις θα σας σοκάρουν.

Τύλιξαν το παιδί σε μια κουβέρτα και κατέβηκαν ο ένας μετά τον άλλο, σιγά σιγά τις σκάλες. Ο Χρήστος γέμισε τρία ποτήρια με δυνατό κονιάκ και τα ακούμπησε στο τραπέζι. Ήπιε μια γερή γουλιά από το δικό του. Τα μαύρα του μαλλιά, ατίθασα πλαισίωναν το πρόσωπό του. Τα μάτια του σκοτεινά. Κάτι η κούραση, κάτι η ανησυχία για όσα είχαν συμβεί και όσα θα ακολουθούσαν, έμοιαζε σαν να είχε ξαφνικά γεράσει δέκα χρόνια. Δεν του έκλεβε αυτό κάτι από τη γοητεία του όμως, μια γοητεία που η Ανατολή είχε προσέξει από την πρώτη στιγμή που τον είδε, τότε στο γκαράζ του σπιτιού του στην Αθήνα. Δεν ήταν τα χαρακτηριστικά του αυτά που τον έκαναν γοητευτικό, ήταν η καλοσύνη στο βλέμμα του και το ζεστό του χαμόγελο. Ήξερε από την πρώτη στιγμή ότι μπορούσε να τον εμπιστευθεί, να βασιστεί πάνω του. Και είχε δίκιο.

-Νομίζω μας χρωστάς κάποιες εξηγήσεις, Φωτεινή, η κυρία Βασιλική διέκοψε πρώτη τη σιωπή. Ή να σε λέω Ανατολή; Ποια είσαι τέλος πάντων;
-Το αληθινό μου όνομα είναι Ανατολή. Και είμαι η μητέρα του Στέφανου. Ειδικά σε σένα, χρωστάω μια συγνώμη. Μπήκα στο σπίτι σου σαν Φωτεινή, σαν μια κατατρεγμένη γυναίκα, βασίστηκα στον οίκτο σου και στην καλή σου την καρδιά. Αλλά δεν είχα άλλη επιλογή. Ήταν ο μόνος τρόπος να βρεθώ κοντά στο παιδί μου.
-Δηλαδή, με κορόιδεψες; Η Φωτεινή δεν υπάρχει, δεν υπήρξε ποτέ;
-Υπήρξε. Και η ιστορία της δυστυχώς είναι πέρα για πέρα αληθινή. Τον πόνο της τον ένιωσα στο πετσί μου, όταν πήρα τη θέση της. Βλέπεις, η Φωτεινή ξεψύχισε δίπλα στον κάδο, εκεί που πρωτοανταμώσαμε οι δυο μας. Λίγα λεπτά πριν, η καρδούλα της δεν άντεξε στο κρύο και στην πείνα, μα κυρίως δεν άντεξε πια να ζει φοβισμένη κι άφησε τον τελευταίο της κτύπο στο πεζοδρόμιο. Ήμουν εκεί δίπλα της και της κρατούσα το χέρι. Μόλις σε είδα να πλησιάζεις μπήκα στο σώμα της. Βλέπεις, έχω αυτή τη δύναμη.
-Μα τι είσαι επιτέλους;  Νεράιδα, μάγισσα, τι; Είπε ο Χρήστος, κάπως εκνευρισμένα.
-Όλα τα παραπάνω κι ακόμα περισσότερα. Δεν ξέρω πώς να αρχίσω. Ξέρω πως τα μάτια σας έχουν δει πολλά και μπορείτε να πιστέψετε στο αδύνατο, αλλά αυτό ξεπερνάει κατά πολύ την ανθρώπινη φαντασία.

Ο Στέφανος είχε σχεδόν αποκοιμηθεί στην αγκαλιά της μητέρας του. Η αγωνία όλων είχε κορυφωθεί. Τόσο που κανείς δεν πρόσεξε τη Μαίρη, κρυμμένη στο κούφωμα της σκάλας. Είχε ξυπνήσει από τις φωνές της κυρίας Βασιλικής στην κρεβατοκάμαρα, τους ακολούθησε και τώρα περίμενε γεμάτη περιέργεια να κρυφακούσει την ιστορία αυτής της μυστηριώδους γυναίκας, μήπως έτσι καταλάβει κι η ίδια τι συνέβαινε, γιατί είχαν συμβεί όλα αυτά, μήπως επιτέλους καταλάγιαζαν κι οι δικές της απορίες.

Η Ανατολή πήρε μια βαθιά ανάσα πριν συνεχίσει. Η ιστορία ξεκινούσε πολύ πολύ παλιά, στην αρχή του χρόνου.

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ - 7





7. Μυστικά και ψέματα

Οι σκέψεις περνούσαν σαν αστραπή από το μυαλό της Μαίρης. Η μικρή εξακολουθούσε να ρουφάει λαίμαργα, με τόση δύναμη που σε κάθε ρουφηξιά αίμα έσταζε από το στήθος της και της προκαλούσε αφόρητο πόνο,  εκείνη εξακολουθούσε να κλαίει, κάθε δάκρυ την έτσουζε και όση ώρα θήλαζε τα μάτια της άλλαζαν χρώμα, ξεθώριαζαν, αρρώσταιναν, κιτρίνιζαν. Ήξερε πως δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή της, ο Χρήστος θα επέστρεφε σύντομα. Βέβαια δεν θα τολμούσε να την ενοχλήσει σε μια τόσο ιερή στιγμή, αλλά αν περνούσε πολλή ώρα λογικά θα ανησυχούσε. Δεν μπορούσε κι η ίδια να ξεκαθαρίσει πώς ακριβώς αισθανόταν. Μια ηδονική προσμονή την τύλιγε, καθώς έβγαζε από την τσάντα της το μικροσκοπικό τυλιγμένο αντικείμενο που της είχε δώσει ο Γιώργος πριν φύγει, με τη σαφή εντολή να το «φυτέψει» μέσα στο σπίτι σε σημείο τέτοιο που να μην είχε κίνδυνο να αποκαλυφθεί, αλλά  να μπορεί ταυτόχρονα να κάνει τη δουλειά του… Ίσως να τους άξιζε τελικά αυτό που θα πάθαιναν και του Χρήστου και  του Στέφανου. Αν δεν ήταν αυτός ο μικρός τίποτα δεν θα είχε συμβεί. Ούτε ο Χρήστος θα έφευγε από την Αθήνα, αποκλείοντας έτσι κάθε πιθανότητα να είναι μαζί οι δυο τους, ούτε η ίδια θα είχε περάσει όλο αυτό το μαρτύριο! Κι ο Χρήστος… αυτός την είχε ξεχάσει, ούτε τηλέφωνο δεν την είχε πάρει μήνες ολόκληρους… κι όταν κινδύνεψε, όταν πόνεσε, δεν ήταν κοντά της, την είχε εγκαταλείψει! Αυτός, που ορκιζόταν πως θα ήταν πάντα δίπλα της, τότε που τον χρειάστηκε στ’ αλήθεια δεν ήταν πουθενά! Κατά βάθος τους κατηγορούσε για όσα είχαν συμβεί και αυτόν και το παιδί. Και τώρα θα έπαιρνε την εκδίκησή της! Τότε γιατί ένιωθε τόσο άσχημα; Γιατί δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της;  Μήπως δεν ήταν πολύ αργά; Μήπως προλάβαινε να ανοίξει την πόρτα και να τρέξει μακριά; Η ακόμα καλύτερα να τα πει όλα στο Χρήστο, να τους προστατεύσει όλους και να ξαλαφρώσει; Το βλέμμα της έπεσε στην κόρη της. Ήξερε ότι αυτό το πλάσμα δεν ήταν κανονικό μωρό, ήξερε ότι ήδη από τη γέννησή της κάτι σατανικό την είχε κυριεύσει και τώρα προσπαθούσε να καταλάβει και την ίδια. Όμως ήταν το παιδί της, την αγαπούσε, θα έκανε τα πάντα για εκείνη. Κι ο Γιώργος ήταν απόλυτα ξεκάθαρος. Αν δεν συνεργαζόταν, αν δεν έκανε κατά γράμμα αυτό που της ζήτησε, θα φρόντιζε ποτέ να μην την ξαναδεί ή μπορεί και να τη σκότωνε τη Ρεγγίνα, ανάλογα με τις οδηγίες που θα λάμβανε άνωθεν… Ποια μάνα θα το ρίσκαρε αυτό; Κούμπωσε την μπλούζα της και προσεκτικά τοποθέτησε το αντικείμενο, αφού το ξετύλιξε, στον τοίχο πίσω από τον πίνακα που στόλιζε το σαλόνι πάνω από τον καναπέ, απέναντι από το τζάκι. Τώρα, σιγά σιγά οι πύλες θα άνοιγαν και οι σκιές θα μπορούσαν να μπουν ξανά στο σπίτι, να ολοκληρώσουν αυτό που είχαν αρχίσει όταν ξέσπασε ο σεισμός. Βέβαια, υπήρχε και η παρουσία αυτής της Φωτεινής, που ακόμα δεν είχε ξεκαθαρίσει ποιος ήταν ο ρόλος της. Πάντως με το ένα και μοναδικό βλέμμα που αντάλλαξαν, η Μαίρη αντιλήφθηκε πως η γυναίκα αυτή τα είχε καταλάβει όλα, σαν να είχε διεισδύσει στις σκέψεις της, ήξερε… απλά ήξερε… Όμως τότε, γιατί δεν είχε πει κάτι; Γιατί δεν είχε προειδοποιήσει το Χρήστο; Αφού ήταν φανερό πως είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη τόσο του ίδιου όσο και του Στέφανου… Υπήρχε πιθανότητα να ήταν μια δική τους πράκτορας; Δύσκολο το έβρισκε να ίσχυε κάτι τέτοιο…  Κι αν ήταν αντίπαλος; Αν ανακάλυπτε αυτό που είχε κρύψει;  Μήπως αυτό από την άλλη θα ήταν μια κάποια λύση; Για άλλη μια φορά πάλευε με τον εαυτό της… τέλος πάντων, ήταν πλέον αργά ούτως ή άλλως, σύντομα θα γινόταν ό, τι ήταν γραφτό… για όλους…

Την ίδια στιγμή στην Αθήνα

Ο Ιωσήφ είχε τρία βράδια να κοιμηθεί. Για την ακρίβεια, δεν είχε καν γυρίσει στο σπίτι του. Εδώ και δυο μήνες περίπου έψαχνε τη Μαίρη κι έμοιαζε λες και την είχε καταπιεί η γη. Είχε βάλει λυτούς και δεμένους να ψάχνουν, αλλά μάταια. Όμως δεν ήταν αυτό το μόνο που τον απασχολούσε αυτή την εποχή. Μία σειρά φόνων, ανεξιχνίαστων προς το παρόν, είχαν διαπραχθεί τον τελευταίο μήνα. Κάθε θύμα εντελώς διαφορετικό, στη λίστα υπήρχαν άντρες, γυναίκες, παιδιά, γιατροί, δικηγόροι, άστεγοι, δασκάλες, πόρνες, σχεδόν κανείς δεν έλειπε. Και κάθε φόνος δεν έμοιαζε σε τίποτα με τους υπόλοιπους, ούτε στη μέθοδο, ούτε στο φονικό όπλο, ούτε στον τόπο και το χώρο. Φαινομενικά επρόκειτο για εντελώς άσχετα μεταξύ τους εγκλήματα. Όμως, κάτι του έλεγε μέσα του, ότι όλο αυτό το ξέσπασμα βίας δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός. Το ένστικτό του φώναζε πως είχαν μια μυστική σύνδεση, κάτι που με την πρώτη ματιά δεν γινόταν αντιληπτό, όμως ήταν σίγουρος πως ήταν μπροστά στα μάτια του και απλά δεν μπορούσε να το δει… Τρεις νύχτες διάβαζε και ξαναδιάβαζε τις αναφορές, κοίταζε τις φωτογραφίες, προσπαθούσε να ενώσει τα κομμάτια του παζλ, αλλά ήταν αδύνατο. Κι όσο δεν τα κατάφερνε τόσο πείσμωνε. Άναψε άλλο ένα τσιγάρο κι ήπιε μια γουλιά από τον -εικοστό; εικοστό πρώτο; - καφέ. Τα χέρια του έτρεμαν κι έχυσε λίγο πάνω στο παντελόνι του. Αναπήδησε από το κάψιμο και μουρμούρισε μια βρισιά μέσα από τα δόντια του. Δεν θα άντεχε για πολύ ακόμα άυπνος. Αποφάσισε να πάει σπίτι να ξεκουραστεί και θα συνέχιζε την επόμενη μέρα με πιο καθαρό μυαλό. Την ώρα που φορούσε το παλτό του όρμησε μέσα ένας νεαρός συνάδελφός του, φανερά ταραγμένος.
-Ιωσήφ, καλά που σε πρόλαβα! Δεν θα το πιστέψεις!
-Τι έγινε πάλι;
-Ένα ζευγάρι εφήβων  βρέθηκε δολοφονημένο μέσα στον Εθνικό κήπο. Η κοπέλα μάλλον έχει βιαστεί. Πιθανόν ο νεαρός να προσπάθησε να την προστατεύσει και τον σκότωσαν.
-Μάλιστα… άλλος ένας φόνος… και γιατί δεν θα το πιστέψω; Συνήθισα τελευταία να ακούω για τέτοια εγκλήματα… είπε με πικρία.
-Στάσου να ακούσεις πρώτα τα ονόματα των θυμάτων. Πρόκειται για τον Ηλία Ευαγγέλου και την Σοφία Λάμπρου, ετών δεκαεπτά.
Τα μάτια του γούρλωσαν, τα μάγουλά του βάφτηκαν κόκκινα και οι φλέβες στο λαιμό του πήγαν να σπάσουν από την ένταση.
-Μα… αυτά δεν είναι τα ονόματα των παιδιών που ανακάλυψαν το πτώμα του Γιώργου στην Παιανία;
-Ακριβώς!
-Πρόκειται για τους ίδιους η για συνωνυμία;
-Δυστυχώς… δεν είναι συνωνυμία…
-Ούτε και σύμπτωση είναι! Κάτι πολύ περίεργο και σκοτεινό συμβαίνει! Φεύγω! Θέλω να πάω αμέσως στον τόπο του εγκλήματος! Ειδοποίησε να μην αγγίξει κανείς τίποτα πριν εξετάσω εγώ προσωπικά το χώρο!
Έφυγε σαν το σίφουνα. Δεν υπήρχε περίπτωση να είναι τυχαία όλα αυτά! Σίγουρα είχαν σχέση και με την εξαφάνιση της ξαδέρφης του.
-Ανάθεμά με! Θα τη βρω τη γαμημένη την άκρη!

Σε κάποια άλλη γωνιά της Αθήνας

Το Αρχηγείο της γνωστής στους μυημένους Κάτω Πόλης ήταν ανάστατο. Ο Μεγάλος Ντέημον είχε πέσει σε ατόπημα και ο ίδιος ο Αφέντης τον είχε καλέσει στα ιδιαίτερα διαμερίσματα. Κανείς δεν είχε ποτέ επιστρέψει από εκεί… όχι ζωντανός τουλάχιστον…
-          Είναι δυνατόν να είσαι τόσο ηλίθιος;;;
-          Αφέντη, λυπάμαι πολύ, δεν…
-          Δεν θέλω καμία δικαιολογία! Καταλαβαίνεις ότι τα σκάτωσες; Τα έβαλες όλα σε κίνδυνο! Τόσα χρόνια δουλειά, τόση υπομονή και σε μια στιγμή τα διέλυσες όλα! Και πάνω που τα σχέδια μας πήγαιναν τέλεια και η βία έχει απλωθεί σαν μανδύας σε όλη την χώρα! Ο μόνος λόγος που δεν σε σκοτώνω είναι ότι μου είσαι ακόμα χρήσιμος!
-          Μα, πατέρα…
-          Σκασμός! Μην με αποκαλέσεις έτσι ξανά! Νομίζεις ότι θα με συγκινήσεις; Μην γίνεσαι εκτός από ηλίθιος και γελοίος! Πώς είναι δυνατόν να μην εξαφανίσεις το πτώμα; Πώς είναι δυνατόν εσύ, ο πιο καλά εκπαιδευμένος δαίμονας να τον θάψεις τόσο πρόχειρα;
-          Δεν είχα χρόνο… Μόλις τον λήστεψα, άκουσα αυτοκίνητα, ερχόταν μια παρέα. Θα μπορούσα να τους είχα σκοτώσει όλους με ένα νεύμα και το ξέρεις, αλλά αν το έκανα την επόμενη μέρα θα γινόταν πρωτοσέλιδο… και ήταν πολύ νωρίς για να αρχίσει το ξέσπασμα, το ξέρεις κι αυτό… Τον έκρυψα στη σπηλιά, έγινα αόρατος κι έφυγα…
-          Μάλιστα… και δεν σκέφτηκες να πας την επόμενη, τη μεθεπόμενη μέρα να το τακτοποιήσεις, έτσι;
-          Πίστευα… νόμιζα πως εκεί ήταν ασφαλής, δεν περίμενα να μπει κάποιος τόσο βαθιά εκεί πέρα, το μέρος είναι ανατριχιαστικό…
-          Πίστευα, νόμιζα, δεν περίμενα… ΕΓΩ δεν περίμενα τέτοια απογοήτευση από σένα! Τώρα τι θα κάνεις, πώς ακριβώς σκοπεύεις να το διορθώσεις αυτό;
-          Να σκοτώσω το βρωμόμπατσο; Πλησιάζει επικίνδυνα!
-          Α! Εσύ τελικά είσαι πιο ηλίθιος από όσο πίστευα! Αν τον σκοτώσεις είναι που θα κινηθούν του κόσμου οι υποψίες! Ευτυχώς, προνόησα εγώ και έβαλα στην ομάδα του έναν δικό μας. Θα μας δίνει καθημερινή αναφορά για τις εξελίξεις. Κανόνισα και τα δυο σκατόπαιδα που βρήκαν το πτώμα. Εσύ για την ώρα θα λουφάξεις! Δεν θα κάνεις τίποτα αν δε σου πω εγώ! Κατάλαβες;
-          Μάλιστα, αφέντη…
-          Αυτή η ηλίθια η Μαίρη τι έκανε; Ελπίζω να μην τα σκατώσει και αυτή!
-          Μη φοβάσαι. Το φίλτρο που της δώσαμε έχει αρχίσει να δρα και η μετάλλαξή της συνεχίζεται αργά αλλά σταθερά κάθε φορά που θηλάζει.
-          Αν γίνει κι άλλο λάθος…
-          Δεν θα γίνει Αφέντη. Η ώρα Σου πλησιάζει.
-          Και πώς είσαι σίγουρος ότι δεν θα μας προδώσει;
-          Δεν θα τολμούσε! Την απείλησα ότι αν κάνει έστω και μια στραβή κίνηση, θα της πάρω τη μικρή και θα τη σκοτώσω!
-          Και ακριβώς αυτό θα γίνει να ξέρεις!
Ο Γιώργος χλώμιασε… Η Ρεγγίνα ήταν απαραίτητη για την υλοποίηση του σχεδίου, δεν μπορεί να το εννοούσε αυτό… κι εκτός αυτού ήταν το παιδί του, η Βασίλισσά του… όχι δεν το εννοούσε, σίγουρα όχι…
-          Φυσικά και το εννοώ, διάβασε τη σκέψη του. Δεν πιστεύω να μου μαλάκωσες! Να απέκτησες συναισθήματα! Σε προειδοποιώ, αν εξαιτίας σου ή εξαιτίας αυτής της άχρηστης τεθεί ξανά σε κίνδυνο το σχέδιο μου, θα σε βάλω να σκοτώσεις το παιδί με τα ίδια σου τα χέρια μπροστά στα μάτια μου! Δεν θα τολμούσες να με αψηφήσεις, σωστά;
-          Όχι, Αφέντη, ποτέ! Μην ανησυχείς, όλα θα γίνουν όπως τα ορίζεις, είπε κι έσκυψε το κεφάλι του.
-          Χάσου τώρα από τα μάτια μου!
Ο Γιώργος έφυγε. Καθώς έκλεισε πίσω του την πόρτα άφησε έναν αναστεναγμό. Δεν ήξερε αν ήταν αναστεναγμός ανακούφισης που γλίτωσε το τομάρι του ή ανησυχίας για το τι θα ακολουθούσε… Ήξερε πως η μετάλλαξη της Μαίρης δεν πήγαινε ακριβώς όπως είχε πει στον Αφέντη του… κάτι μέσα της αντιστεκόταν, ήταν δυνατά τα συναισθήματά της για το παιδί και τον πατέρα του… Κι αυτός ο μπάτσος, έπρεπε να είναι ξάδερφός της; Από όλους τους αστυνομικούς του κόσμου, αυτός έπρεπε να είναι; Αν δεν είχε σύντομα νέα της Μαίρης, θα έπρεπε να πάει να τη βρει οπωσδήποτε… κι έλπιζε απλά να μην είναι ήδη αργά… Την οργή του πατέρα του την ήξερε καλά, την είχε δει πολλές φορές να ξεσπάει. Αν κάτι στράβωνε, δεν θα υπήρχε άλλη ευκαιρία, για κανέναν τους!