Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ - ΜΕΡΟΣ 2ο




Όταν έφτασα στο προκαθορισμένο σημείο, την είδα να στέκει εκεί, με την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. Ήταν κατάχλωμη, άυπνη, φοβισμένη, τα μάτια της πρησμένα από το κλάμα, μα ακόμα τόσο, τόσο όμορφη! Της είπα τη μισή αλήθεια. Ότι οι γονείς της είχαν πεθάνει δεν μπορούσα και δεν ήθελα να της το κρύψω. Όταν όμως με ρώτησε για τον αδερφό της, της είπα ότι δεν πρόλαβα, ότι οι αντάρτες είχαν ήδη φύγει και τον είχαν πάρει μαζί τους. Την καθησύχασα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να του κάνουν κακό, ότι τα παιδιά δεν τα πείραζαν, αντίθετα τα κρατούσαν κοντά τους και τα γαλουχούσαν ώστε να γίνουν το νέο αίμα του κινήματος. Φυσικά η ιδέα και μόνο αυτή της έφερε αηδία, αλλά τουλάχιστον παρηγορήθηκε με τη σκέψη ότι ο αδερφός της ζούσε και δεν διέτρεχε άμεσο κίνδυνο. «Κατίνα μου, δεν πρέπει να καθυστερήσουμε άλλο, ήρθε η ώρα να φύγουμε». «Στέλλιο, το ξέρω, αλλά κατάλαβέ με. Έχασα τα πάντα… Θέλω να μου ορκιστείς κάτι. Δεν με νοιάζει πού θα πάμε, πόσο καιρό θα μας πάρει, αλλά θέλω να μου ορκιστείς ότι μια μέρα θα ψάξουμε και θα βρούμε τον αδερφό μου. Ορκίσου το!» «Εντάξει, κορίτσι μου. Στο ορκίζομαι», της είπα. Έναν όρκο που άργησα πολύ να εκπληρώσω…»

Στο σημείο αυτό, η ανάσα του βάρυνε, τα μάτια του στένεψαν κι η αφήγηση σταμάτησε.
-Ε, κυρ Στέλλιο, είσαι καλά; Λίγο νερό, πιες λίγο νερό.
-Εντάξει είμαι αγόρι μου, είπε αφού ήπιε μερικές γουλιές.
-Καλύτερα να σταματήσουμε. Σε κούρασαν τόσα λόγια και φορτίστηκες, φοβάμαι μην πάθεις κάτι.
-Όχι! Σε παρακαλώ, έχω ανάγκη να τα βγάλω από μέσα μου. Δεν ξέρω πόσο χρόνο έχω, μην ξεχνάς έχω πατήσει τα 82! Πρέπει να τα πω όλα, να εξιλεωθώ. Σε ικετεύω μη με σταματάς!
Δεν μπόρεσα να αρνηθώ. Έγειρα πίσω στην καρέκλα μου και τον άφησα να μου ανοίξει την καρδιά του. Η ιστορία του ήταν ό, τι πιο απίστευτο είχα ακούσει ποτέ.

-Από τη στιγμή εκείνη κι έπειτα ήμασταν φυγάδες, κυνηγημένοι. Στην Ελλάδα δεν μπορούσαμε να μείνουμε. Εγώ ήμουν γνωστός αριστερός και το πιθανότερο ήταν να κατέληγα στη φυλακή καταδικασμένος σε εκτέλεση. Από την άλλη, οι δικλείδες ασφαλείας του κινήματος ήταν βέβαιο πως θα είχαν λειτουργήσει άψογα και σχεδόν όλοι θα γνώριζαν πλέον την αποστασία μου. Κινδυνεύαμε τόσο εκεί όσο και σε οποιαδήποτε χώρα με κομουνιστικό καθεστώς. Η μόνη λύση που μπορούσα να σκεφτώ ήταν να κρυβόμαστε τη μέρα και να ταξιδεύουμε τη νύχτα. Χρήματα δεν είχαμε, ευτυχώς ήταν άνοιξη και η ευλογημένη ελληνική φύση μας παρείχε τα βασικά ώστε να μην πεθάνουμε από την πείνα, τη δίψα και το κρύο. 

Προορισμός μας αρχικά η Κωνσταντινούπολη. Φτάσαμε με τα πόδια ως το Κιλκίς. Εκεί, είχα έναν παλιό γνώριμο που μου χρωστούσε χάρη. Περάσαμε ένα βράδυ στο σπίτι του, όπου για πρώτη φορά εδώ και μέρες μπορέσαμε να πλυθούμε, να φάμε και να κοιμηθούμε σαν άνθρωποι. Εκείνος φρόντισε να μας βάλει σε ένα φορτηγό, που μετέφερε πολιτικούς φυγάδες στην Τουρκία, με τη συμφωνία μόλις περάσουμε τα σύνορα να βρούμε μια ευκαιρία να κατέβουμε κρυφά, γιατί αν μας έβρισκαν μέσα οι υπεύθυνοι για την παραλαβή των προσφύγων, θα έβρισκε μεγάλο μπελά. Με την ψυχή στο στόμα, μην τυχόν και μας καταλάβουν ότι δεν είμαστε δικοί τους, ταξιδέψαμε. Ευτυχώς, ήταν ο καθένας τους χαμένος στη δική του απόγνωση και δεν ανταλλάξαμε σχεδόν καμία κουβέντα. Όλοι αντιμετωπίζαμε το ίδιο αβέβαιο μέλλον, τον ίδιο φόβο για το πού θα μας έβρισκε η μέρα που θα ξημέρωνε και οι επόμενες. Αμέσως μετά τα σύνορα, ο οδηγός που ήταν μιλημένος έκανε μια στάση για να ξεμουδιάσει και να κάνει την ανάγκη του. Βρήκαμε την κατάλληλη στιγμή και πηδήξαμε έξω. Ένας δυο από τους συνταξιδιώτες πετάχτηκαν όρθιοι παραξενεμένοι, αλλά τελικά δεν έκαναν καμιά κίνηση, είχαν τα δικά τους προβλήματα να σκεφτούν, δεν μπορούσαν να ασχοληθούν με ένα ζευγάρι τρελών που αποφάσισαν να ρισκάρουν τη ζωή τους. Οι υπόλοιποι ευτυχώς ούτε που ασχολήθηκαν. Βρεθήκαμε για άλλη μια φορά στο πουθενά και τώρα ήταν όλα άγνωστα, δεν είχαμε ιδέα πού έπρεπε να πάμε. Ευτυχώς, ο γνωστός μου είχε φτιάξει έναν αυτοσχέδιο χάρτη της περιοχής, ώστε να μπορέσουμε κάπως να προσανατολιστούμε και να φτάσουμε στο Βόσπορο. Από εκεί θα έπρεπε να βρούμε τρόπο να περάσουμε απέναντι στην Πόλη, όπου έμενε η αδερφή της μάνας μου.

 Η μάνα μου ήταν από τη Σμύρνη, κατέφθασε στη Χίο μετά τη Μικρασιατική καταστροφή. Η αδερφή της είχε φύγει 2 χρόνια νωρίτερα, είχε παντρευτεί έναν Έλληνα υφασματέμπορα στην Κωνσταντινούπολη. Είχαν όλα τα χρόνια επαφή μέσω γραμμάτων κι έλπιζα να δεχτεί να βοηθήσει το μονάκριβο ανιψιό της στην τόσο δύσκολη στιγμή. Εξάλλου, η Τουρκία ήταν η πιο ασφαλής επιλογή, καθώς δεν είχε πληγεί ιδιαίτερα από τον πόλεμο, η παρουσία των Ελλήνων ήταν κάτι το συνηθισμένο και σε αντίθεση με όλες τις Βαλκανικές χώρες που συνόρευαν με την Ελλάδα, δεν υπήρχε κομουνισμός ούτε αντικομουνισμός. Ήταν η μόνη μας ευκαιρία να φτιάξουμε ένα μέλλον, ένα σπιτικό. 

Οι επόμενες μέρες και νύχτες ήταν πολύ δύσκολες, τυλιγμένες με το πέπλο της αβεβαιότητας, του φόβου και γεμάτες κούραση. Μα είχα την Κατίνα μου κι αυτό μου έδινε όλη τη δύναμη που χρειαζόμουν. Εκείνη, είχε αδυνατίσει πολύ, είχε ρέψει, τόσο από την κακουχία όσο και από τον καημό της, αλλά έδειχνε τέτοια αντοχή και ανοχή που πραγματικά τη θαύμασα! Δεν παραπονέθηκε στιγμή, δεν βαρυγκώμησε, μόνο η μελαγχολία στο βλέμμα της μαρτυρούσε τον πόνο της ψυχής της, μα εμένα απλά μου χαμογελούσε, μου κρατούσε το χέρι και μου χαμογελούσε. Είχαμε έρθει πολύ κοντά αυτό το διάστημα. Τα βράδια προχωρούσαμε και τις μέρες βρίσκαμε ένα ασφαλές μέρος να κρυφτούμε. Εκείνες οι ώρες ήταν μαγικές. Καθόμασταν αγκαλιά και μιλούσαμε ασταμάτητα. Για τις ζωές μας πριν συναντηθούμε, για τα όνειρά μας, για αυτά που θέλαμε να κάνουμε μαζί. Ονειρευόμασταν μια μέρα να ταξιδέψουμε στον κόσμο. Να φτάσουμε πολύ μακριά, μέχρι την Κίνα και την Ιαπωνία, την Αίγυπτο και την Αφρική. Η Κατίνα είχε ένα θείο ναυτικό και μεγάλωσε με τις ιστορίες του από τα θαλασσινά του ταξίδια, ιστορίες μαγικές που μου τις διηγιόταν κι εμένα και έκανε μεγαλύτερη τη δίψα μου για το ταξίδι μας. Όταν ήμασταν σίγουροι πως δεν κινδυνεύουμε, η Κατίνα έπιανε το τραγούδι. Σαν άγγελος τραγουδούσε. Ένας άγγελος ήταν. Χανόμουν κάθε φορά που τα χείλη της άγγιζαν τα δικά μου, κάθε φορά που κούρνιαζε στο στέρνο μου σαν σπουργιτάκι. 

Θυμάμαι μια φορά, είχαμε βρει ένα πλάτωμα δίπλα σε ένα ποτάμι, που τα πλατάνια το προστάτευαν από τα αδιάκριτα βλέμματα. Εγώ απομακρύνθηκα να βρω κάτι φαγώσιμο και η Κατίνα βρήκε την ευκαιρία να απολαύσει ένα μπάνιο στα δροσερά νερά. Όταν γύρισα βρέθηκα μπροστά σε ένα θέαμα που μου έκοψε την ανάσα. Εκείνη, ολόγυμνη, μέσα στα διάφανα νερά, τα μαύρα της μαλλιά ριγμένα πίσω, μια οπτασία ζωντανή. Δεν πρόλαβα καν να το σκεφτώ κι είχα ήδη βρεθεί γυμνός στο πλάι της. Πιο πολύ με εξέπληξε η αντίδρασή της. Δεν φάνηκε να παραξενεύεται ή να ντρέπεται, αντίθετα ήταν σαν να με περίμενε, με πλησίασε και τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό μου χαμογελώντας. Θεέ μου πόσο την ήθελα εκείνη τη στιγμή! Παραδοθήκαμε κι οι δυο σε ένα βαθύ φιλί, οι αναπνοές μας επιταχύνθηκαν και τα χέρια μου, σαν να είχαν αυτονομηθεί από το υπόλοιπο σώμα μου, τη γέμιζαν με χάδια. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο εύκολο θα ήταν να παρασυρθούμε εκείνη την ώρα. Όμως, με όση αυτοσυγκράτηση μπόρεσα να συγκεντρώσω, απομακρύνθηκα από κοντά της. Η Κατίνα ήταν για μένα κάτι το ιερό, δεν θα της φερόμουν σαν μια κοινή, μια οποιαδήποτε γυναίκα. Θα την έκανα δική μου μόνο το πρώτο βράδυ του γάμου μας, ούτε λεπτό νωρίτερα. 

Το ταξίδι μας συνεχίστηκε αρκετές μέρες ακόμα. Συνολικά, περίπου ένα μήνα περιπλανιόμασταν στα βουνά, από τη μέρα που αφήσαμε πίσω μας το χωριό της. Όταν ένα ευλογημένο πρωινό πατήσαμε το πόδι μας στην Κωνσταντινούπολη, από τη χαρά μου που τελείωναν επιτέλους τα βάσανά μας, έσκυψα και φίλησα το χώμα κι έπειτα έκλαψα σαν μωρό παιδί. Από τα γράμματα της μάνας μου θυμόμουν περίπου τη διεύθυνση της θείας μου. Ρωτήσαμε εδώ και εκεί και επιτέλους το βρήκαμε. Μια νέα αγωνία με πλημμύρισε. Είχα τρία χρόνια που είχα φύγει από τη Χίο, δεν ήξερα αν έχει αλλάξει κάτι, αν η θεία μου ζούσε ακόμα, αν έμενε εκεί. Με τρεμάμενα χέρια χτύπησα την πόρτα. Μου άνοιξε μια γυναίκα μεσόκοπη, λίγο κάτω από τα 50. Μόλις την είδα κατάλαβα ότι ήταν η θεία μου. Είχε ακριβώς τα ίδια μάτια με τη μάνα μου, τα ίδια γαλάζια μάτια που κληρονόμησα κι εγώ. «Παρακαλώ;» με ρώτησε. Μας κοιτούσε από πάνω μέχρι κάτω, έτσι λεροί και ταλαιπωρημένοι που ήμασταν. «Είστε η κα Αργυρώ;» «Ναι, εγώ είμαι. Τι θα θέλατε;» απόρησε. Το χαμόγελο που ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό μου μάλλον θα είχε κάνει εντονότερη την απορία της, αν δεν έμοιαζα τόσο πολύ στη μάνα μου. «Μη μου πεις!...» ψέλλισε. «Σου λέω! Θεία, εγώ είμαι, ο Στέλιος, ο γιος της Μαριγώς». Άνοιξε τα μάτια της διάπλατα, κάτι πήγε να πει, αλλά τελικά δεν μίλησε, μόνο με τράβηξε και με έχωσε στην αγκαλιά της. Ένα μείγμα από γέλια, δάκρυα, νουθεσίες και μαλώματα γέμισε τη γειτονιά. «Παλικάρι μου! Αγόρι μου πόσο χαίρομαι που σε βλέπω! Άτιμο πλάσμα, θα την πεθάνεις βρε αθεόφοβε τη μάνα σου! Όλο για σένα μου γράφει πως τα βρόντηξες και την ξέχασες κι ούτε αν ζεις ή αν πέθανες δεν ξέρει! Με τον καημό σου θα πάει βρε, έτσι κάνουν οι καλοί γιοι; Αχ, τζιέρι μου! Αχ παιδάκι μου!» Ντράπηκα για τα λόγια της. Ντράπηκα τον εαυτό μου, μα πιο πολύ την Κατίνα μου, τι θα σκεφτόταν τώρα για μένα... Εκείνη σαν να διάβασε τη σκέψη μου, με καθησύχασε με ένα από τα υπέροχα χαμόγελά της, που μου είχαν γίνει απαραίτητα σαν τον αέρα που ανέπνεα. 

Μετά το πρώτο σοκ, η θεία Αργυρώ μας έμπασε στο σπίτι. Εκεί μας έδωσε να φάμε και να πιούμε, καθαρά ρούχα να αλλάξουμε και μας άφησε να ξαποστάσουμε. Έπειτα, ήρθε η ώρα της αλήθειας. Οι ερωτήσεις ήταν πολλές κι απανωτές και δεν υπήρχε περίπτωση να της ξεφύγουμε. Σιγά σιγά, της τα είπαμε όλα. Έμεινε για λίγο σκεφτική. Ύστερα, σηκώθηκε, με πλησίασε και με πήρε στην αγκαλιά της. «Το παιδί της αδερφής μου είναι παιδί μου» είπε απλά. Μετά, προχώρησε προς την Κατίνα. «Δεν ξέρω κορίτσι μου ποια τρέλα σε έσπρωξε να τον ακολουθήσεις, αλλά πρέπει να τον αγαπάς πολύ.» Η Κατίνα κοκκίνισε και κατέβασε το βλέμμα κι η καρδιά μου έχασε ένα χτύπο. Ποτέ δεν είχε πει πως μ’ αγαπούσε. Το έδειχνε βέβαια, με τα χάδια και τη φροντίδα της, αλλά δεν το είχε παραδεχτεί ποτέ ανοιχτά. Δάγκωσε το κάτω χείλος της και κοίταξε τη θεία μου στα μάτια. Οι γυναίκες έχουν πάντα έναν τρόπο να συνεννοούνται χωρίς λόγια. Έτσι κι η θεία μου της είπε «Το φαντάστηκα. Ωραία λοιπόν, από σήμερα εδώ είναι το σπίτι σου. Αλλά…» γύρισε σε μένα «…δεν ξέρω τι κάνατε τόσο καιρό στα βουνά και δε με ενδιαφέρει. Εδώ όμως θα ζήσετε σαν νόμιμο ζευγάρι, δεν θα δεχτώ τίποτα άλλο. Θα ορίσουμε το γάμο όσο πιο σύντομα γίνεται, θα καλέσουμε και την έρμη τη μάνα σου που έχει τρελαθεί από την αγωνία της. Κι ως τότε, θα κοιμάστε χώρια. Κατανοητό;» «Φυσικά», έγνεψα καταφατικά. Αν και μου κακοφαινόταν μετά από τόσο καιρό που ήμασταν αχώριστοι να πρέπει να μένουμε σε διαφορετικά δωμάτια, ήξερα πως η θεία Αργυρώ είχε δίκιο, έτσι ήταν το σωστό. Τώρα που ήξερα πως μ’ αγαπούσε, μπορούσα να περιμένω για πάντα! Ο γάμος ορίστηκε σε τρεις εβδομάδες.

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2015

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ - ΜΕΡΟΣ 1ο



Ήταν ένα δροσερό Κυριακάτικο πρωί του Σεπτέμβρη. Πιστοί κι οι δυο στο ραντεβού μας, όπως κάθε Κυριακή. Το γραφικό καφενεδάκι στην Πλάκα έσφυζε από ζωή από τις 11:00 και μετά και για αυτό επιλέγαμε πάντα να το επισκεπτόμαστε πολύ νωρίτερα, κατά τις 9:00 που μόλις άνοιγε. Δεν ενοχλούσαμε και δεν μας ενοχλούσαν, μάλιστα πλέον είχαν μάθει και πώς προτιμούσε ο καθένας μας τον καφέ του και μας τον σέρβιραν αμέσως. Παράξενη παρέα θα σκεφτόταν σίγουρα όποιος μας έβλεπε μαζί. Εγώ νεαρός, στα 25 μου, γεροδεμένος, μαύρα μαλλιά και μαύρα μάτια. Εκείνος σίγουρα πάνω από τα 80, κυρτωμένος και πολύ αδύνατος, ελάχιστα λευκά μαλλιά στο κεφάλι του. Θυμάμαι την πρώτη φορά που μιλήσαμε. Αγαπημένη συνήθεια για μένα το πολύ πρωινό ξύπνημα και η εφημερίδα μου παρέα με το καφεδάκι μου. Δυο χρόνια σχεδόν περνούσα έτσι τις Κυριακές μου κι ήμουν στ’ αλήθεια ευγνώμων για τις λίγες αυτές στιγμές μοναξιάς. Ήμουν πάντα ο μοναδικός θαμώνας, ώσπου μια μέρα με έκπληξη είδα να καταφτάνει αυτός ο παράξενος ηλικιωμένος άντρας, με το καπέλο με γείσο και το λουλούδι καρφιτσωμένο στο πέτο, ένα γαρύφαλλο κόκκινο. Έμεινα να τον παρατηρώ αρκετή ώρα. Εικόνα μιας άλλης εποχής, περασμένης, που όμως δεν έδειχνε παράταιρη με το παλιομοδίτικο περιβάλλον του καφενείου. Ίσως για αυτό να το είχε επιλέξει. Ίσως για αυτό να το είχα επιλέξει κι εγώ. Δεν ξέρω γιατί μου κίνησε τόσο έντονα την περιέργεια. Ήταν κάτι στο ανάστημά του, στη στάση του σώματός του που μου έλεγε πως ο άνθρωπος αυτός κουβαλούσε μέσα του βάρος, πόνο. Έμεινε περίπου μια ώρα. Όλο αυτό το διάστημα στέκονταν ακίνητος και κοιτούσε κάτι που κρατούσε μέσα στην παλάμη του. Μια χαμογελούσε και μια έμοιαζε να δακρύζει. Έπειτα, σηκώθηκε, άφησε πάνω στο τραπεζάκι τα χρήματα κι έφυγε. Την επόμενη εβδομάδα ξαναήρθε. Και την επόμενη και τη μεθεπόμενη και πολλές ακόμα. Πάντα το ίδιο σκηνικό, οι ίδιες κινήσεις. Και κάθε φορά έπιανα τον εαυτό μου να τον παρατηρεί, να ξεχνάει την εφημερίδα που κατέληγε αδιάβαστη σε κάποιον κάδο ανακύκλωσης και να πλάθει ιστορίες για τον άγνωστο αυτό παππού. Ποιος ήταν; Από πού είχε έρθει; Τι κρατούσε; Ποιο μεγάλο μυστικό τον έτρωγε; Είχε άραγε οικογένεια; Παιδιά, εγγόνια, φίλους, κάποιον τέλος πάντων να τον νοιάζεται; Εκείνος έμοιαζε πάντα χαμένος στις σκέψεις του, δεν φαινόταν να αντιλαμβάνεται καν την παρουσία μου, πόσο μάλλον το βλέμμα μου που ήταν κολλημένο πάνω του. Μια Κυριακή δεν ήρθε. Η αγωνία με κατέκλυσε. Μήπως έφυγε; Μήπως έπαθε κάτι; Κι αν δεν ξανάρθει ποτέ; Τόσες ερωτήσεις στο μυαλό μου και ποτέ δεν τις ξεστόμισα, τώρα θα έμενα με την απορία. Δυο Κυριακές πέρασαν, ώσπου ξεπρόβαλε και πάλι η γνώριμη φιγούρα του. Η ανακούφισή μου γρήγορα αντικαταστάθηκε από ανυπομονησία. Αυτή τη φορά το είχα αποφασίσει, θα το τολμούσα, θα του μιλούσα. Πλησίασα σιγά σιγά.
-Καλημέρα σας! ,είπα όσο πιο ατάραχα μπορούσα. Για κάποιο αδιόρατο λόγο, μου προκαλούσε νευρικότητα αυτή η επαφή.
-Κι έλεγα δεν θα μου μιλήσει ποτέ αυτό το παιδί; μου απάντησε και στο πρόσωπό μου ζωγραφίστηκε η έκπληξη. Γύρισε προς το μέρος μου και τότε αντίκρισα τα πιο καθαρά γαλανά μάτια που είχα δει ποτέ. Χαμογέλασε.
-Ξέρετε, εγώ… θέλω να πω… αν ενοχλώ…
-Δεν πας να φέρεις το καφεδάκι σου εδώ, να τα πούμε λιγάκι; Η παρέα νέων ανθρώπων είναι αναζωογονητική. Και πολύ σπάνια στην ηλικία μου, μου αντιγύρισε όλο καλοσύνη.
Αυτό ήταν. Από εκείνη τη μέρα το Κυριακάτικο πρωινό μου άλλαξε. Οι μοναχικές στιγμές αντικαταστάθηκαν από ατέλειωτες συζητήσεις με έναν υπέροχο άνθρωπο. Δέσαμε και ενωθήκαμε όπως ένας παππούς με τον εγγονό του, όπως δυο καλοί κι αγαπημένοι σύντροφοι. Δεν υπήρχε θέμα που να μην αγγίξουμε, τα λόγια του έσταζαν πείρα και σοφία και εγώ τα ρουφούσα σαν νέκταρ. Δεν ήταν λίγες οι φορές που το καφεδάκι μας κατέληγε να γίνεται τσιπουράκι με μεζέ και μας έπαιρνε απόγευμα να γυρίσουμε σπίτια μας. Περνούσαμε υπέροχα κι όμως πάντα έβλεπα μια μελαγχολία στο βλέμμα του, ένιωθα πως υπήρχαν πράγματα που δίσταζε να μοιραστεί μαζί μου. Η αλήθεια ήταν ότι κυρίως για μένα μιλούσαμε. Για εκείνον ήξερα μονάχα ότι τον έλεγαν Στέλλιο, ήταν από τη Χίο, είχε παντρευτεί και είχε χηρέψει. Τίποτα περισσότερο. Όμως εκείνη τη μέρα, κάτι είχε αλλάξει. Όταν έφτασα στο καφενεδάκι, τον βρήκα να με περιμένει ήδη εκεί. Κρατούσε κάτι ανάμεσα στα χέρια του και το κοιτούσε επίμονα, όπως όλα τα πρωινά πριν αρχίσουμε να κάνουμε παρέα. Τον πλησίασα διστακτικά, δεν ήξερα αν έπρεπε να διακόψω αυτή τη στιγμή που μου έμοιαζε πολύ προσωπική. Αντιλήφθηκε την παρουσία μου, αλλά δεν γύρισε το βλέμμα του σε μένα. Μου μίλησε και η φωνή του ήταν σπασμένη.
-Κοίτα. Η γυναίκα μου είναι, μου είπε και μου έτεινε μια μικρή στρογγυλή κορνίζα, με μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Μια πραγματικά πανέμορφη μελαχρινή γυναίκα, με τα μαλλιά πιασμένα ψηλά, ένα λευκό δαντελένιο φουστάνι και ένα θεϊκό χαμόγελο. Πρέπει να ήταν τη μέρα του γάμου τους. Την περιεργάστηκα αρκετή ώρα, η φωνή του με διέκοψε.
-Ποτέ δεν κατάλαβα πώς αυτό το πανέμορφο πλάσμα αγάπησε εμένα!
-Εγώ νομίζω πως στα νιάτα σου κυρ- Στέλλιο πρέπει να ήσουν μορφονιός!
-Καλός ήμουν! Αλλά την ομορφιά της Κατίνας μου δεν την έβρισκες αλλού στον ντουνιά. Και δεν εννοώ μόνο το πρόσωπό της, το σώμα της που και άγιο θα κόλαζε. Λέω για την ομορφιά της ψυχής της. Τόσο καλή, τόσο γλυκεία, τόσο αθώα. Ένας μικρός θεός ένιωθα δίπλα της, η τύχη με ευλόγησε και την έφερε στη ζωή μου.
-Την αγαπούσες πολύ…
-Τη λάτρευα αγόρι μου. Ήταν η ζωή μου. Άσε με σε παρακαλώ να σου μιλήσω για αυτήν, να σου ανοίξω την καρδιά μου, γιατί έχω βάρος μέσα μου μεγάλο.
-Σε ακούω, του είπα με καθόλου προσποιητό ενδιαφέρον.
-Η ιστορία μας αρχίζει παλιά, πολύ παλιά, λίγο μετά τον πόλεμο, στη διάρκεια του Εμφυλίου. Ξέρεις, τότε η ζωή ήταν πολύ σκληρή κι εμείς οι άνθρωποι ακόμα πιο σκληροί. Δεν ήταν πως το θέλαμε, μα έπρεπε να επιβιώσουμε. Τα χάδια και τα φιλιά, η στοργή της μάνας, όλα αυτά που για εσάς σήμερα είναι αυτονόητα, για τους περισσότερους από εμάς τότε ήταν πολυτέλεια, πράγματα άγνωστα. Όσα παιδιά γλιτώναν από το παιδοσώσιμο των αριστερών και τις παιδικές κατασκηνώσεις της Φρειδερίκης, εργάζονταν σκληρά για να εξασφαλίσουν ένα πιάτο φαγητό. Όταν τέλειωσε ο πόλεμος με τους Γερμανούς εγώ ήμουν 16 χρονών παλικαράκι, γοητευμένο από την ιδέα ενός νέου κόσμου, πιο δίκαιου και πιο αληθινού. Το έπος των αγωνιστών του ΕΑΜ κυλούσε στις φλέβες μας και δεν υπήρχε νέος που να μη θέλει να ακολουθήσει τα χνάρια των μεγάλων καπεταναίων όπως ήταν ο Βελουχιώτης. Θέλαμε να χτίσουμε ένα αύριο καθαρό και δεν καταλαβαίναμε τότε ότι το καθαρό αύριο δεν μπορείς να το χτίσεις βάφοντας τα χέρια σου με αίμα. Αίμα της πατρίδας σου, αίμα αδερφικό. Τόση κατρακύλα της ανθρώπινης φύσης, τόση φρίκη αγόρι μου σου εύχομαι να μην αντικρίσεις ποτέ, ούτε και κανένας άλλος. Ταμπουρωθήκαμε πίσω από ταμπέλες, αριστερός, δεξιός, καπιταλιστής, προδότης και ξεχάσαμε να είμαστε άνθρωποι. Όταν συνάντησα για πρώτη φορά την Κατίνα μου, ο Εμφύλιος ήταν στο αποκορύφωμά του, μα για μένα έληξε εκείνη τη στιγμή. Από εκεί και έπειτα υπήρχαν μόνο τα μάτια της. Ήμασταν σε ένα χωριό της Θεσσαλονίκης, ο κόσμος είχε χωριστεί κι εκεί σε δυο κομμάτια, οι επαναστάτες και οι φασίστες. Είχαμε πάει με τον καπετάνιο μας να κάνουμε λαϊκό δικαστήριο. Έτσι λέγαμε τις δίκες που γίνονταν στην πλατεία του χωριού, όπου ο κατηγορούμενος για φασισμό καταδικαζόταν σχεδόν πάντα σε θάνατο. Δυστυχώς, κάποιοι «σύντροφοι» έβρισκαν έτσι την ευκαιρία να κλείσουν παλιούς λογαριασμούς με συνοπτικές διαδικασίες. Εκεί την είδα πρώτη φορά, δεμένη πισθάγκωνα. Θα δικαζόταν κι η ίδια κι η οικογένειά της, ήταν βλέπεις η πιο ευκατάστατη οικογένεια του χωριού. Στη σειρά, ο πατέρας της, η μάνα της κι εκείνη. Στις φούστες της κρεμόταν ένα αγοράκι, θα ‘ταν δε θα ‘ταν 6 χρονών, έκλαιγε κι έτρεμε σαν το ψάρι. Εκείνη ήταν ήρεμη, το κοίταζε με αγάπη και του χαμογελούσε, του ψιθύριζε να μη φοβάται, να έχει θάρρος. Κάποια στιγμή σήκωσε το πρόσωπό της και το βλέμμα της κάρφωσε το δικό μου. Με κοίταξε για λίγο κι έπειτα μου χαμογέλασε. Μου χαμογέλασε καταλαβαίνεις; Στεκόταν στη μέση της πλατείας, κατηγορούμενη για κάτι που ούτε καν καταλάβαινε τη σημασία του, αντιμετώπιζε το θάνατο από τα χέρια τα δικά μου και των συντρόφων μου κι αυτή αντί να με κοιτάξει με μίσος, μου χαμογέλασε! Κι ήταν η στιγμή που αιχμαλώτισε για πάντα την καρδιά μου. Έπρεπε πάση θυσία να βρω κάποιον τρόπο να αναβάλω αυτή τη δίκη. Πώς όμως; Τι θα μπορούσα να σκαρφιστώ χωρίς να καταλάβουν οι σύντροφοί μου το ψέμα, χωρίς να θέσω σε κίνδυνο τη ζωή μου; Ήμουν σε απόγνωση. Αυτό το κορίτσι με τα μεγάλα μαύρα μάτια δεν έπρεπε να πεθάνει. Όχι, δεν έπρεπε, γιατί μετά τι λόγο θα είχα εγώ για να ζήσω; Το μυαλό μου δούλευε πυρετωδώς. Μέσα σε δευτερόλεπτά έκανα το πιο παράτολμο και απερίσκεπτο πράγμα της ζωής μου, εύκολα θα μπορούσε να λήξει με μια λεπίδα στο λαιμό μου, αλλά ευτυχώς ο Θεός, που τότε τον λοιδορούσα, με βοήθησε. Πήρα μια από τις χειροβομβίδες που είχαμε για ώρα ανάγκης και την απασφάλισα. Την πέταξα μακριά, στόχευσα δίπλα ακριβώς από το σημείο που είχαμε κατασκηνώσει. Βρήκα το στόχο μου και λίγα δευτερόλεπτα μετά ο τόπος σείστηκε από την έκρηξη. Άρχισα να φωνάζω «σύντροφοι μας χτυπάνε!» κι επικράτησε πανικός. Οι χωριανοί άρχισαν να τρέχουν με τρόμο προς τα σπίτια τους να σωθούν και να προστατεύσουν το βιος τους, οι δε σύντροφοι έτρεξαν προς τις σκηνές να δουν από πού μας χτυπάνε και αν είχαμε θύματα. Μέσα στην αναμπουμπούλα, βρήκα ευκαιρία, άρπαξα την Κατίνα, την έριξα σαν τσουβάλι στον ώμο μου κι άρχισα να τρέχω προς το δάσος, να χαθώ μέσα στα πυκνά δέντρα. Περιέργως, δεν πρόβαλε καμιά αντίσταση. Δεν ξέρω πόση ώρα τρέχαμε. Δεν μπορούσα να σταματήσω. Ήταν αδύνατο, ο εγκέφαλος μου δεν έδινε εντολή, έτρεχα κι έτρεχα μέχρι που νύχτωσε, μέχρι που δεν ακουγόταν κανένας γνώριμος ήχος και ο μόνος θόρυβος κοντά μας ήταν αυτός που κάνουν τα πουλιά και το θρόισμα των φύλλων στον άνεμο. Όταν σταμάτησα δεν είχα ανάσα. Ακούμπησα την Κατίνα απαλά δίπλα μου, της έλυσα τα δεσμά, κι έπειτα σωριάστηκα στο υγρό χώμα, σχεδόν λιπόθυμος. Εκείνη ακούμπησε το χέρι της ελαφρά στο μέτωπό μου και μου ψιθύρισε «έχεις πυρετό». Θεέ μου τι αγγελική φωνή! Ψηλάφισε μέσα στη χλαίνη μου και βρήκε το φλασκί με το νερό. Το έβαλε στα χείλη μου κι έσταξε λίγες σταγόνες. Έμεινε εκεί δίπλα μου όλη τη νύχτα και κάθε λίγο μου έβρεχε τα χείλη, για να μην αφυδατωθώ. Εγώ έσφιξα το χέρι της στο δικό μου κι αφέθηκα σε έναν ύπνο βαθύ, δίχως όνειρα, πιστεύοντας πως ήταν η τελευταία φορά που την έβλεπα, πως το πρωί θα είχε χαθεί από κοντά μου. Έκανα λάθος. Με το πρώτο φως του ήλιου να χαϊδεύει το δέρμα μου, άνοιξα τα μάτια και την είδα για άλλη μια φορά να μου χαμογελάει. Με ρώτησε αν ήμουν καλύτερα, εγώ είχα τέτοια ευτυχία, που είχα βγάλει φτερά στα πόδια. «Με λένε Κατίνα», μου είπε. «Στέλλιος» αποκρίθηκα. «Γιατί τα έκανες όλα αυτά Στέλλιο;» με ρώτησε ευθέως. Ειλικρινά δεν ήξερα τι να της απαντήσω και να μη με πάρει για τρελό. Πώς εξηγείς σε κάποια ότι σε έδεσε με ένα της βλέμμα, τόσο άρρηκτα που θα έδινες και τη ζωή σου για εκείνη; Αποφάσισα ότι η αλήθεια ήταν η μόνη επιλογή μου. «Κατίνα, ξέρω πως αυτό που θα σου πω θα σου φανεί παράλογο, γελοίο ίσως, μα από τη στιγμή που τα μάτια μου συνάντησαν τα δικά σου, ο κόσμος μου όλος έγινε ένα σου χαμόγελο. Δεν μπορούσα να σε αφήσω να κινδυνεύσεις, να πεθάνεις, θα πέθαινε κι η ψυχή μου μαζί σου. Αν το θέλεις σε παίρνω και φεύγουμε αυτή τη στιγμή, πάμε όσο πιο μακριά γίνεται, να χτίσουμε από την αρχή τη ζωή μας μαζί. Νέοι είμαστε, γεροί, θα παλέψω για σένα, θα δουλέψω και τίποτα δεν θα σου λείψει. Στο ορκίζομαι , όσα σου λέω είναι αλήθεια, όσο τρελό κι αν σου ακούγεται, εγώ σ’ αγάπησα με το που σε είδα. Αν δεν με θες, πες το μου και γυρνάμε αμέσως πίσω. Δεν με νοιάζει ούτε το μίσος των συντρόφων μου ούτε τι θα απογίνω, αν μου αρνηθείς την αγάπη σου είμαι χαμένος». Με κοίταξε πολύ έντονα, σκέφτηκε για λίγο. «Εντάξει» μου είπε. «Εντάξει, θα έρθω μαζί σου». Τίναξα με έκπληξη το κεφάλι μου. Δεν το περίμενα, ήμουν έτοιμος να ακούσω την ετυμηγορία από τα χείλη της να μου κλέβει την ανάσα. «Είσαι σίγουρη;» τη ρώτησα. «Κατίνα, πριν φύγουμε πρέπει να ξέρεις ότι δεν θα είναι εύκολο. Το κόμμα έχει πολύ αυστηρούς κανόνες, αυτό που έκανα δεν μένει ατιμώρητο, πληρώνεται με αποπομπή, με εξορία ή και με θάνατο ακόμα, πρόδωσα τους συντρόφους μου, ως τώρα σίγουρα θα έχουν καταλάβει τι έχει γίνει. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω, πρέπει να πάμε κάπου που δεν θα μπορούν να μας βρουν, να μείνουμε για χρόνια, ίσως να μην επιστρέψουμε ποτέ, καταλαβαίνεις; Ποτέ.» «Καταλαβαίνω» αποκρίθηκε με τη μεγαλύτερη φυσικότητα του κόσμου. Εξακολουθούσα να μην πιστεύω στα αφτιά μου. Ένιωσα τον πόθο και την αγάπη μου να φουντώνουν, μα υπήρχε κάτι ακόμα που ήθελα να της πω, πριν τολμήσω να την σφίξω στην αγκαλιά μου. Δεν ξέρω γιατί, αλλά ένιωθα την ανάγκη μαζί της να είμαι απόλυτα καθαρός, σαν το γάργαρο νερό. «Θέλω να σου μιλήσω για μένα. Πριν ξεκινήσεις για αυτό το ταξίδι μαζί μου πρέπει να ξέρεις ποιος είμαι. Από 16 χρονών στο αντάρτικο, έχω κάνει πράγματα που πολλοί θα τα ζήλευαν, αλλά και πράξεις για τις οποίες ντρέπομαι. Παράξενο, μέχρι χτες δεν ντρεπόμουν, μου φαίνονταν όλα αναγκαία για το κοινό καλό, τον απώτερο στόχο. Από την ώρα που εμφανίστηκες εσύ, νιώθω γυμνός, νιώθω ντροπή για όσα σπίτια έκλεισα, για όσους ανθρώπους χάλασα, για κάθε δάκρυ που χύθηκε εξαιτίας μου. Δεν είμαι άγιος Κατίνα, κάθε άλλο, είμαι για την ηλικία μου βαριά αμαρτωλός. Θέλεις ακόμα να έρθεις μαζί μου;» Το χαμόγελό της ζέστανε την παγωμένη καρδιά μου. «Στέλιο, δεν τα ήξερα αυτά που μου είπες μόλις, αλλά τα φανταζόμουν. Είχα ακούσει πολλές ιστορίες για τους καπεταναίους και τους συντρόφους και τα λαϊκά δικαστήρια. Όμως εσύ έχεις το πιο καθάριο βλέμμα που έχω αντικρίσει ποτέ. Δεν ξέρω ποια δύναμη κυρίευσε την ψυχή σου, όμως είμαι σίγουρη πως βαθιά μέσα σου, δεν ήσουν εσύ που τα έκανες όλα αυτά. Μερικές κακές πράξεις, δεν σε κάνουν κακό άνθρωπο. Θα έρθω, στο είπα ήδη, το έχω αποφασίσει». «Σ΄ευχαριστώ!» της είπα συγκινημένος και την έσφιξα πάνω στο στήθος μου. Ποτέ κανείς δεν μου είχε μιλήσει με τόση κατανόηση, τόση στοργή, ποτέ κανείς δεν είχε κάνει καν τον κόπο να κοιτάξει μέσα μου. Κι ήρθε αυτό το κορίτσι και μέσα σε λίγες μόλις ώρες, με διάβασε σαν ανοικτό βιβλίο. «Πάμε;» τη ρώτησα. «Όχι βέβαια!», αποκρίθηκε έντονα. Την κοίταξα όλο απορία. «Δεν μπορούμε να φύγουμε έτσι Στέλλιο. Θα έρθω μαζί σου, ναι, αλλά πρώτα πρέπει να βεβαιωθώ ότι η οικογένειά μου είναι καλά, να τους αποχαιρετίσω». «Κατίνα, μάλλον δεν κατάλαβες. Μέχρι τώρα σίγουρα θα έχουν αντιληφθεί την μπλόφα. Το λαϊκό δικαστήριο θα γίνει κανονικά, τίποτα δεν τελείωσε, απλά κέρδισα λίγο χρόνο… για σένα». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και ξαφνικά δυο βρύσες δάκρυα άρχισαν να τρέχουν. Έπεσε στα πόδια μου και με εκλιπαρούσε «Κάνε κάτι Στέλιο! Πρέπει να τους σώσουμε! Η μάνα, ο πατέρας… ω Θεέ μου, ο αδερφός μου! Είναι μόλις 5 χρονών! Κάνε κάτι σε παρακαλώ..» Δεν άντεχα να τη βλέπω να διαλύεται μπροστά στα μάτια μου, δεν μπόρεσα να της αρνηθώ. Ήξερα μέσα μου πως το να πάω πίσω ήταν άκρως επικίνδυνο και κατά πάσα πιθανότητα μάταιο, αλλά ήταν αδύνατον να πω όχι. Με πολύ κόπο την έπεισα να μείνει εκεί και να με περιμένει. Στην αρχή ήταν ανένδοτη, αλλά της εξήγησα πως αν ερχόταν μαζί μου, θα είχα περισσότερο το νου μου σε κείνη και θα ήταν πιο δύσκολο να σκεφτώ και να αντιδράσω κι έτσι παραιτήθηκε. Έφυγα, αφήνοντας ένα απαλό φιλί στα χείλη της. Οι δυνάμεις μου με εγκατέλειπαν, ο φόβος με είχε κυριεύσει, φόβος για την Κατίνα που ήταν μόνη της στο δάσος- άσχετα αν με διαβεβαίωνε ότι εκεί είχε μεγαλώσει και το ήξερε σαν την παλάμη του χεριού της, φόβος για το τι θα αντιμετώπιζα εκεί, φόβος ότι θα με ανακάλυπταν και θα με κρατούσαν, φόβος για τη ζωή μου, μα πιο πολύ φόβος μήπως δεν την ξαναέβλεπα ποτέ. Αυτή η σκέψη έστειλε ανατριχίλα στην σπονδυλική μου στήλη. Όταν έφτασα στο χωριό είχε σχεδόν νυχτώσει, το σούρουπο μου προσέφερε την τόσο αναγκαία κάλυψη, για να διερευνήσω το χώρο. Πλησίασα την κεντρική πλατεία. Το αίμα μου πάγωσε. Στα κλαδιά του γέρικου πλάτανου κρέμονταν δύο ανθρώπινα σώματα, ένα αντρικό και ένα γυναικείο, οι γονείς της Κατίνας. Κοντοστάθηκα ένα λεπτό, χαμήλωσα το κεφάλι μου και για πρώτη φορά εδώ και χρόνια ένιωσα την ανάγκη να προσευχηθώ. Έκανα το σταυρό μου και ξεκίνησα να φύγω. Καθώς προχωρούσα μέσα στους θάμνους, ένας αργόσυρτος ανεπαίσθητος σχεδόν θόρυβος μου τράβηξε την προσοχή. Οι αισθήσεις μου οξύνθηκαν καθώς πίστεψα ότι με είχαν αντιληφθεί κι έρχονταν να με πάρουν. Σταμάτησα να αναπνέω για μερικά δευτερόλεπτα. Ο θόρυβος πλησίαζε, αλλά δεν έμοιαζε πια απειλητικός, περισσότερο σαν νιαούρισμα ακουγόταν. Αποφάσισα να δω τι ήταν, προχώρησα με όσο θάρρος μου είχε απομείνει κι έφτασα στην πηγή του παράξενου αυτού ήχου. Ανάμεσα στα κλαδιά ενός θάμνου, ανακάλυψα ένα μικρό αγόρι, διπλωμένο σαν κουβάρι, να κλαίει σιγανά. Αναγνώρισα αμέσως το παιδάκι που είχα δει την προηγούμενη μέρα να σέρνεται στις φούστες της Κατίνας. Μόλις κατάλαβε την παρουσία μου, σηκώθηκε τρομαγμένο κι ήταν έτοιμο να ουρλιάξει όταν του έκλεισα με το χέρι το στόμα. «Σσσσσς… Μη φοβάσαι… Με στέλνει η Κατίνα», του είπα. Με κοίταξε με δυσπιστία. «Κοίτα, εγώ θα σου αφήσω το στόμα, αν υποσχεθείς να μη φωνάξεις». Έγνεψε καταφατικά και χαλάρωσα το κράτημά μου. «Είμαι ο Στέλλιος, φίλος της αδερφής σου. Μη φοβάσαι, είναι καλά και με έστειλε να σε πάρω. Πάμε να τη βρούμε. Γρήγορα, πριν μας πάρουν χαμπάρι. Εσένα πώς σε λένε;» «Ανέστη» μου απάντησε. «Λοιπόν, Ανέστη, τώρα θα πρέπει να κάνουμε ησυχία και να τρέξουμε, εντάξει;» είπα και χωρίς να περιμένω λεπτό ακόμα, τον τράβηξα από το χέρι κι αρχίσαμε να προχωράμε μέσα στο δάσος. Το σκοτάδι είχε πια πυκνώσει αρκετά. Είχαμε προχωρήσει κάμποσα μέτρα, πίστευα ότι είχαμε διαφύγει τον κίνδυνο, όταν άκουσα πίσω μας το χαρακτηριστικό ήχο της κάννης που οπλίζει και μια πολύ γνώριμη φωνή να ουρλιάζει «Ακίνητοι!» Σταματήσαμε φυσικά αμέσως. Γυρίσαμε προς το μέρος από όπου ακουγόταν η φωνή και το φως ενός φανού έπεσε στα πρόσωπά μας. Απέναντί μου και με το όπλο στραμμένο πάνω μου, ο Φάνης, φίλος αδερφικός, που μαζί μεγαλώσαμε στο νησί και μαζί αποφασίσαμε να καταταγούμε στον ΕΔΕ. Το βλέμμα του δεν είχε στάλα από την αδερφική αγάπη που είχαμε μοιραστεί, απέχθεια μαρτυρούσε, ίσως και μίσος. Δεν μπορούσα να τον κατηγορήσω για αυτό, στα μάτια του ήμουν ένας ελεεινός προδότης των ιδεών και των ιδανικών μας. Έκανα να απλώσω το χέρι μου προς εκείνον αλλά με σταμάτησε. «Ούτε βήμα μην τολμήσεις να κάνεις». Η φωνή του είχε κάτι το απόκοσμο. «Φάνη, εγώ…» ψέλλισα, όταν ένιωσα τη γροθιά του να με χτυπάει στο στομάχι. «Πώς μπόρεσες; Πώς τόλμησες ρε αλήτη; Γιατί;» φώναζε έξαλλος καθώς η γροθιά του με έβρισκε ξανά στα πλευρά αυτή τη φορά. Δεν είπα τίποτα, έσκυψα το κεφάλι και δέχτηκα απανωτά τα χτυπήματα, μέχρι ο θυμός του να ξεσπάσει. Λίγα λεπτά μετά, στεκόταν πάλι απέναντι μου, με το όπλο στραμμένο ξανά προς το μέρος μας. Το ύφος μου παρακλητικό, έκανε επίκληση σε κάθε ίχνος ανθρωπιάς που είχε μέσα του, σε κάθε ικμάδα που είχε μείνει από την αλλοτινή φιλία μας. Άκουσα την κάννη να οπλίζει και πάλι. Έσφιξα τα μάτια και περίμενα να δεχτώ τη βολή. Άκουσα την πιστολιά, μα δεν αισθάνθηκα τίποτα. Θυμάμαι να αναρωτιέμαι αν ο θάνατος ήταν τόσο απλός και ανώδυνος. Μετά τον άκουσα. «Πάρε δρόμο, εξαφανίσου, χάσου από τα μάτια μου και μη σε ξαναδώ ποτέ!» Έσκυψα και του φίλησα τα χέρια. «Ευχαριστώ» ψιθύρισα και πήρα τον Ανέστη από το χέρι, που με κοιτούσε αποσβολωμένος. Έκανα να φύγω. «Μια στιγμή», με σταμάτησε ο Φάνης. Εσύ μπορείς να φύγεις, το αγόρι όχι. «Μα Φάνη..» τον παρακάλεσα. «Ακούς ή θες να αλλάξω γνώμη; Κι αυτή τη φορά δεν θα ρίξω στον αέρα!» με προειδοποίησε. «Το αγόρι θα μείνει!» Δεν ήξερα τι να κάνω, τα μάτια του Ανέστη με κοιτούσαν ικετευτικά από τη μια και το όπλο του Φάνη απειλητικά από την άλλη. Ήξερα πως αν τολμούσα την παραμικρή κίνηση ήμουν χαμένος. Όμως εγώ έπρεπε να τρέξω, να γυρίσω στην Κατίνα μου. Χαμήλωσα τα μάτια και ψιθύρισα «λυπάμαι» καθώς άφηνα το χεράκι του αγοριού και τον παρέδιδα στο Φάνη. «Τι θα απογίνει;» τον ρώτησα. «Μη σε νοιάζει και δεν θα τον σκοτώσουμε, αν αυτό φοβάσαι. Ιδεαλιστές είμαστε, όχι δολοφόνοι!» μου είπε ειρωνικά και συνέχισε «θα τον πάρουμε μαζί μας και θα τον μυήσουμε στο στόχο μας για ένα καλύτερο κόσμο, ένα πιο δίκαιο αύριο, που προδότες σαν και του λόγου σου δεν θα έχουν θέση!» Κάθε του λέξη ήταν και μια μαχαιριά μέσα μου. «Και τώρα δίνε του!» μου πέταξε ψυχρά, γύρισε την πλάτη του κι άρχισε να απομακρύνεται. Ο Ανέστης με κοίταζε μέχρι που δεν φαινόμουν πια. Αυτά τα ματάκια του τα γεμάτα φόβο και απογοήτευση ακόμα τα θυμάμαι σαν να τα βλέπω αυτή τη στιγμή ολοζώντανα μπροστά μου. Πήρα βαθιά ανάσα και ξεκίνησα. Σ’ όλο το δρόμο σκεφτόμουν τι θα έλεγα στην Κατίνα. Δεν ήθελα να αρχίσουμε με ψέματα τη ζωή μας, αλλά αν της έλεγα πως είχα τον αδερφό της στα χέρια μου και δεν πάλεψα μέχρι θανάτου να τον γλιτώσω, σίγουρα θα με μισούσε, θα με έφτυνε κατάμουτρα κι αυτό όχι, δεν θα το άντεχα. Δεν έπρεπε να τη μάθει αυτή την ιστορία η Κατίνα, θα έμενε πάντα φυλαγμένη μέσα μου μέχρι την τελευταία μου μέρα στον κόσμο...

Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

Η ΑΝΟΙΞΗ ΘΑ ΕΡΘΕΙ ΠΑΛΙ




“Δέμα για την κυρία Παππά”, άκουσε τη φωνή του διανομέα από το θυροτηλέφωνο της εισόδου της πολυκατοικίας. Πηγαίνοντας προς την πόρτα, στάθηκε στον καθρέφτη κι έσιαξε τα μαλλιά της, πιο πολύ από συνήθεια. Δεν την έλεγες όμορφη τη Μάρω, σίγουρα όμως ήταν κοκέτα. Στα 52 της χρόνια το πρόσωπό της ήταν αρυτίδιαστο. Τα καστανά μαλλιά της πάντα καλοχτενισμένα σε έναν χαμηλό κότσο ή μια προσεγμένη σφιχή αλογοουρά. Και φυσικά ακόμα και μέσα στο σπίτι κυκλοφορούσε καλοντυμένη και βαμμένη ελαφρά.
Παραξενεμένη περιεργάστηκε το δέμα. Το όνομα του αποστολέα δεν της έλεγε κάτι. Γιώργος Παπαδόπουλος. Πολύ συνηθισμένο αλλά εκείνη δεν ήξερε κάποιον με αυτά τα στοιχεία. “Κρυφός θαυμαστής;” αναρωτήθηκε φιλάρεσκα. Καθώς το ζύγιζε στα χέρια της της φάνηκε σαν βιβλίο. Το άνοιξε με μια κάποια ανυπομονησία. Μέσα υπήρχε ένας φάκελος και πάνω γραμμένη με κεφαλαία γράμματα η φράση “ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΑΝΟΙΞΕΙΣ ΝΑ ΚΑΘΙΣΕΙΣ”. Ξαφνικά, ένα περίεργο συναίσθημα την τύλιξε, μια αρνητική προειδοποίηση. Κάθισε στην πολυθρόνα κι έβγαλε αργά το περιεχόμενο του φακέλου. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα από την έκπληξη. Εκεί μπροστά της ξετυλίχτηκε το χρονικό της προδοσίας, μιας προδοσίας διπλής. Ο άντρας της... σε διάφορες στιγμές ευτυχίας, τρυφερότητας και ξεδιαντροπιάς.... παρέα με την Ιωάννα, την νεαρή κόρη μιας γειτόνισσας, που η ίδια η Μάρω τον είχε πιέσει να προσλάβει στο μαγαζί του και της είχε ανοίξει το σπίτι της, την είχε αγαπήσει, δεν την ξεχώριζε σχεδόν από την κόρη της, την Κατερίνα της.
Μια κραυγή βγήκε από τα χείλη της, καθώς ένιωσε την αγανάκτηση να ξεχειλίζει.Έβαλε τις φωτογραφίες πίσω στο φάκελο και τον εκσφενδόνισε με δύναμη πάνω στο τζάμι. Η επόμενη σκέψη της ήταν να τις κάψει, να τις εξαφανίσει, να κάνει πως δεν τις είδε ποτέ. Όλο αυτό ήταν πολύ για να το διαχειριστεί, ίσως αν έκανε πως δεν ξέρει τίποτα και συνέχιζε τη ζωή της όπως πριν; Στο κάτω κάτω δεν της είχε λείψει κάτι και, ας μη γελιόμαστε, ο έρωτας για το Σωτήρη είχε προ πολλού σβήσει. Όμως όχι. Η αξιοπρέπειά της δεν της επέτρεπε να ζει μέσα στο ψέμα κι ο γυναικείος της εγωισμός δεν της επέτρεπε να είναι δεύτερη. Είχε ήδη πάρει την απόφασή της.
Το ίδιο βράδυ, φόρεσε το αγαπημένο της φόρεμα, στολίστηκε, άναψε κεριά κι ετοίμασε το τραπέζι για επίσημο δείπνο. Σε λίγο, βρίσκονταν μαζεμένοι και οι τρεις εκεί, ο Σωτήρης, η Μάρω κι η Ιωάννα. Αφού ήπιαν λίγο κρασί, σηκώθηκε να φέρει το φαγητό. Όταν επέστρεψε, ακούμπησε μπορστά τους από ένα πιάτο, αλλά αντί για λεμονάτο, το κυρίως γεύμα τους αποτελούσε μια ντουζίνα φωτογραφίες, δικές τους.Τους κοίταξε ειρωνικά και περίμενε. Η Ιωάννα είχε ασπρίσει και δεν τολμούσε να μιλήσει. Η αντίδραση του Σωτήρη ωστόσο πιο πολύ ανακούφιση φανέρωνε παρά ενοχή ή ντροπή. Είχε κουραστεί κι εκείνος να κρύβεται, ήθελε πια να ζήσει ελεύθερος το νέο του έρωτα.Τα λόγια που ειπώθηκαν ήταν ελάχιστα, δεν θα καταδεχόταν να ξεκατινιαστεί. Τους πέταξε έξω από το σπίτι κι από τη ζωή της σαν να πετάει μια μύγα από το ψωμί.
Από την στιγμή που έκλεισε η πόρτα πίσω τους, η Μάρω αφέθηκε στα συναισθήματά της, κατέρρευσε. Οι επόμενες μέρες και οι διαδικασίες πέρασαν σαν σκηνές από ταινία, σαν να μην την αφορούσαν. Τίποτα πια δεν την αφορούσε. Έγινε η σκιά του εαυτού της, με το ζόρι έσερνε τα βήματά της από το κρεβάτι στον καναπέ. Κλείστηκε στο σπίτι κι έπαψε να τρώει, έμεινε μισή, κυκλοφορούσε με τις πυτζάμες, αχτένιστη και συχνά έκανε μέρες να κάνει μπάνιο. Κοιτούσε μονίμως το κενό και δε μιλούσε, ούτε καν στην Κατερίνα που πάσχιζε να τη βγάλει από τη σιωπή της. Σαν να είχε πέσει σε λήθαργο, το κορμί και το μυαλό της αρνούνταν να αντιδράσουν. Έξι περίπου μήνες πέρασαν έτσι, η ζωή κυλούσε μα η Μάρω είχε ξεχάσει να ζει. Έξι μήνες, όσο ακριβώς κρατά μια χειμερία νάρκη.
Κι ύστερα ήρθε η άνοιξη. Και ξαφνικά, όπως ο ήλιος βγαίνει μετά τη νύχτα και φωτίζει την πλάση, μια ηλιαχτίδα φώτισε την ψυχή της, μικρή στην αρχή σαν τη φλόγα ενός κεριού, γιγάντια φωτιά μετά από λίγο πλημμύρισε το μέσα της κι απειλούσε να την κάψει, αν δεν την απελευθέρωνε. Άνοιξε διάπλατα τα παραθυρόφυλλα, διάλεξε ένα από τα ωραιότερα ρούχα της Κατερίνας, μια και τα δικά της της έπλεαν πια, χτένισε προσεκτικά τα μαλλιά της, που είχαν ασπρίσει, τα σκέπασε με ένα πολύχρωμο μαντήλι, βάφτηκε και αποφάσισε να βγει έξω στον κόσμο. Πριν φύγει, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη κι έστειλε στον εαυτό της ένα φιλί. Άνοιξε την πόρτα κι έκανε το πρώτο δειλό, μα σίγουρο βήμα στη νέα της ζωή. Περπάτησε για ώρες σε δρόμους που πριν ούτε καν τους είχε προσέξει και ρουφούσε κάθε ήχο, κάθε εικόνα, κάθε μυρωδιά. Συνάντησε ένα γραφικό καφενείο δίπλα στη θάλασσα, διάλεξε το πιο ηλιόλουστο τραπέζι κι έκατσε. Το βλέμμα της ακολοθούσε τη νοητή γραμμή του ορίζοντα, εκεί που ενώνεται με τη γραμμή του νερού.Το μυαλό της γύρισε σε όλα όσα είχαν συμβεί. Τον αποστολέα του δέματος δεν τον γνώρισε τελικά ποτέ, αλλά για πρώτη φορά συνειδητοποίησε ότι τίποτα από όλα αυτά πια δεν την ένοιαζε. Όποιος κι αν ήταν, της είχε αλλάξει τη ζωή. Ένα χαμόγελο στόλισε τα χείλη της. Ήταν μόλις 52 χρονών!

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

ΛΙΓΗ ΣΤΑΧΤΗ ΣΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΤΗΣ - 2




Για το πρωτο μερος πατηστε εδω: http://butterflysstories.blogspot.gr/2014/06/blog-post.html



-Άκου Νεκταρία. Σε ξέρω από παιδί. Με συγχωρείς λοιπόν για το θάρρος, μα πού θα πάει αυτή η κατάσταση; Δεν νομίζεις ότι πρέπει να συνέλθεις;
Στη αρχή απέμεινε να τον κοιτά παραξενεμένη. Έπειτα τα σμαραγδένια μάτια της σκούρυναν, πλημμύρισαν με θυμό. Σήκωσε το χέρι της και τον χαστούκισε.
-Πώς τολμάς; Έχασα μάνα κι αδελφό σε λίγους μήνες! Η ζωή μου κατέρρευσε! Δεν έχω τίποτα πια! Κι εσύ μου λες να συνέλθω; Ποιος νομίζεις ότι είσαι; Είπε και σήκωσε ξανά το χέρι της, μα αυτή τη φορά ο Φώτης το άρπαξε και τη σταμάτησε.
-Εγώ ποιος είμαι; Σε μένα μιλάς έτσι Νεκταρία; Ξεχνάς πως μεγαλώσαμε μαζί;
 Ήταν εκτός εαυτού.
-Με συγχωρείς… είπε μετανιωμένη.
-Εμένα με συγχωρείς… Δεν ήθελα να σε πιέσω. Όμως Νεκταρία… κοίτα γύρω σου. Ο αδερφός σου έφυγε, η μάνα σου έφυγε, ο πατέρας σου είναι ένα ράκος, μην περιμένεις να δουλέψει πια, τουλάχιστον για καιρό. Κι εγώ… εγώ δεν μπορώ μονάχος μου να τα κουμαντάρω όλα αυτά. Πρέπει να με βοηθήσεις. Κρίμα είναι όλα αυτά που με τόσο κόπο έφτιαξε η οικογένειά σου να χαθούν. Κι έπειτα… Πώς θα ζήσετε; Έχεις ευθύνες πια Νεκταρία, εσύ απέμεινες μόνο… Εσύ κι εγώ…
Ξαφνικά όλα ξεκαθάρισαν. Είχε τόσο απορροφηθεί στον πόνο της που δεν έβλεπε τίποτα άλλο. Στη μάνα της δεν στάθηκε σαν καλή κόρη όταν έφυγε το παιδί και τώρα είχε αφήσει και τον πατέρα της μόνο να παλεύει με τις τύψεις του. Κι οι δυο οι θάνατοι στα χέρια του ήταν έλεγε. Δε θα συγχωρούσε ποτέ τον εαυτό του, έτσι έλεγε. Κι εκείνη… μια αγκαλιά παρηγοριάς δεν τον είχε πάρει. Το βιος τους το άφηνε να ρημάξει.
-Έχεις δίκιο Φώτη. Εσύ κι εγώ. Μαζί θα δουλέψουμε.
Το είπε και το έκανε. Σαν σκυλί δούλευε. Δεν λογάριαζε κούραση, δεν λογάριαζε κρύο μήτε ζέστη. Έγινε εκείνη ο άντρας του σπιτιού και πάλευε να τα φέρει βόλτα. Αποδοτική η καλλιέργεια καπνού μα ήθελε δουλειά σκληρή και μπόλικη. Κι είχε και το σπίτι να νοικοκυρεύει. Ο κύρης της κάθε μέρα χανόταν όλο και πιο πολύ, ήταν αδύναμος να κάνει το παραμικρό. Η Νεκταρία κάθε βράδυ γύριζε από τα χωράφια κατάκοπη κι αντί να ξεκουραστεί έβαζε το τσουκάλι στη φωτιά να μαγειρέψει, έπλενε και συγύριζε κι όταν πια είχε αποκάμει γονάτιζε μπροστά στο τζάκι, στα πόδια του πατέρα της, που εκεί ξημεροβραδιαζόταν σε μια παλιά κουνιστή πολυθρόνα, κι έπιανε να του ψιθυρίζει ιστορίες και θρύλους. Βάλσαμο ήταν οι ώρες αυτές και για τους δυο, πατέρα και κόρη. Ο κυρ- Θόδωρος άφηνε το μυαλό του να χαθεί στα παραμύθια της Νεκταρίας κι ήταν οι μόνες στιγμές μέσα στη μέρα που δεν έκλαιγε και δεν σιχτίριζε τον εαυτό του και τη μαύρη του τη μοίρα. Η Νεκταρία από την άλλη ένιωθε λες κι είχε πάλι απέναντί της το Μύρωνα, όπως όταν ήταν παιδί και τον νανούριζε με τραγούδια και μύθους.
Ο Φώτης την καμάρωνε. Ήξερε πως ήταν γερό σκαρί μα τέτοια δύναμη ψυχής δεν την φανταζόταν. Τη θαύμαζε και την αγαπούσε. Πάντα την αγαπούσε, μα δεν είχε βρει το θάρρος να της μιλήσει.
Πέρασε ο καιρός, ήρθε ξανά χειμώνας κι έπειτα άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο και πάλι ο χειμώνας. Ο κυρ- Θόδωρος χειροτέρευε διαρκώς, έχανε κάθε μέρα τα λογικά του. Ούτε τα παραμύθια της κόρης του τον παρηγορούσαν πια κι είχαν τα μάτια του μια λάμψη παράξενη, τρομακτική. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η Νεκταρία είχε εκμυστηρευτεί στο Φώτη πως φοβόταν μήπως κάνει καμιά τρέλα. Εκείνος την καθησύχαζε μα μέσα του ένιωθε τον ίδιο φόβο. Το κακό δεν άργησε να γίνει.
Ήταν απόγευμα, ένα ανοιξιάτικο απόγευμα του Φλεβάρη. Ο Φώτης κι η Νεκταρία μιλούσαν με τους εργάτες καθώς ήταν η εποχή της σποράς κι όλα ήταν έτοιμα για μια νέα σοδιά. Ξαφνικά, είδαν καπνό να ανεβαίνει στον ουρανό, μαύρο πυκνό καπνό. Κοίταξαν παραξενεμένοι να δουν από πού ερχόταν.
-Νεκταρία! Γρήγορα! Νομίζω έρχεται από το σπίτι σου!
Τρέξαν όλοι μαζί, η Νεκταρία, ο Φώτης κι οι εργάτες. Το σπίτι ήταν τυλιγμένο στις φλόγες, η φωτιά είχε απλωθεί και τριγύρω στην αυλή, στον κήπο, οι πύρινες γλώσσες έγλυφαν τα πάντα… ακόμα κι εκείνη τη συκιά, τη συκιά του Μύρωνα. Σε μια γωνιά πήρε το μάτι της τον πατέρα της, πεσμένο στα γόνατα.
-Φώτη! Ο πατέρας!
Όρμησε μέσα από την αυλόπορτα ο Φώτης και μόλις που πρόλαβε να τον τραβήξει έξω σέρνοντας, πριν η τεράστια συκιά σωριαστεί και πλακώσει τη στέγη του σπιτιού. Λαχανιασμένη η Νεκταρία έτρεξε να τον αγκαλιάσει, δυο εργάτες έβρεξαν τα χείλη του με λίγο νερό.
-Τι έκανες πατέρα; Τι έκανες;
Η φωνή της δεν είχε θυμό, μόνο απόγνωση, τίποτα άλλο.
-Γιατί με τραβήξατε; Γιατί δεν με αφήσατε να καώ; Όλα να καούν! Δεν αξίζει να ζω πια, δεν μου αξίζει ζωή μετά από αυτά που έκανα. Αφήστε με… αφήστε με…
Αυτά είπε με πόνο ψυχής ο κυρ- Θόδωρος και σφάλισε τα χείλη του. Η Νεκταρία έμεινε στο πλευρό του και  χάιδευε τα κάτασπρα πλέον μαλλιά του. Στο μεταξύ είχαν μαζευτεί κι άλλοι από το χωριό και προσπαθούσαν να σβήσουν τη φωτιά. Άλλος με το λάστιχο, άλλος με κουρελούδες, ο καθένας έδινε τη μάχη του με το πύρινο τέρας, μπας και καταφέρουν να σώσουν κάτι. Δυο ώρες αργότερα όλα είχαν τελειώσει. Τίποτα δεν έμενε όρθιο. Μόνο μαυρίλα, μαυρίλα παντού.
Η Νεκταρία έστεκε ακίνητη, ανίκανη να αντιδράσει στην τελευταία αυτή συμφορά. Ένα αεράκι φύσηξε κι η στάχτη σηκώθηκε, στροβιλίστηκε κι ήρθε κι έκατσε πάνω στα μακριά της μαλλιά. Κοίταξε ένα γύρο κι άφησε έναν αναστεναγμό. Αυτό λοιπόν είχε μείνει απ’ τη ζωή της. Από την οικογένεια της, τους ανθρώπους της, το σπίτι που μεγάλωσε αυτό μονάχα πια της έμεινε… στάχτη, τίποτα άλλο… λίγη στάχτη στα μαλλιά της…
Ένιωσε το ζεστό άγγιγμα του Φώτη στον ώμο της. Σαν να είχε διαβάσει τις σκέψεις της, έπιασε το πρόσωπό της κι έστρεψε το βλέμμα της λίγα μέτρα πιο κει, στα δεξιά τους.
-Κοίτα. Είναι ζωντανό.
Ένα μικρό κόκκινο τριαντάφυλλο. Ένας μικρός κόκκινος ήρωας, ολάνθιστος, σαν μια σταγόνα αίμα πάνω σε ολόμαυρο καμβά.
-Αφού τα κατάφερε αυτό να επιβιώσει, θα τα καταφέρουμε κι εμείς. ..της ψιθύρισε γλυκά.
-Πώς Φώτη; Πώς; Δεν έχω άλλη αντοχή. Ο Μύρωνας, η μάνα, ο πατέρας, το σπίτι… όλα χάθηκαν…
-Σςςς. Μαζί θα τα ξαναχτίσουμε. Μαζί θα φροντίσουμε τον πατέρα σου. Μαζί θα τα κάνουμε όλα, εγώ κι εσύ. Σήκωσε το πηγούνι της κι έφερε τα μάτια της ίσια μπροστά στα δικά του.
-Φώτη… εγώ… σταμάτησε. Θυμήθηκε τα λόγια του, εκείνο το ίδιο πρωινό. «Σ’ αγαπώ Νεκταρία. Πάντα σ’ αγαπούσα. Αν το θέλεις κι εσύ, απόψε κιόλας θα μιλήσω στον πατέρα σου. Κι άμα πει το ναι, παντρευόμαστε αμέσως». Αυτά της είχε πει κι ήταν στ’ αλήθεια τόσο ξαφνικό,  δεν του είχε απαντήσει, δεν ήξερε τι να πει. Ο Φώτης το σεβάστηκε και της έδωσε χρόνο να σκεφτεί και να αποφασίσει. Δεν μπορούσε, δεν άντεχε να κρύβει άλλο τα αισθήματά του.
Στάθηκε σιωπηλή και κοίταξε το νεαρό αυτό άντρα που άπλωνε στα πόδια της την αγάπη του. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της, ήταν πάντα εκεί, κοντά της, ο δικός της φύλακας άγγελος. Κι έμοιαζε αλήθεια με άγγελο, έτσι όπως πέφταν οι ξανθές του μπούκλες γύρω από το πρόσωπό του. Ναι, την αγαπούσε, αυτό ήταν σίγουρο. Κι αυτή ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπε πραγματικά. Η πρώτη φορά που κατάλαβε.
Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της κι άφησε ένα απαλό, ανεπαίσθητο φιλί στα χείλη του. Την ίδια στιγμή τα μάγουλά της βάφτηκαν κόκκινα.
-Ναι! Μαζί. Πάντα μαζί από εδώ και πέρα. Μαζί μπορούμε να κάνουμε τα πάντα. Το είπε και το πίστευε.
Πλησίασαν τον κυρ- Θόδωρο που είχε απομείνει σιωπηλός να κοιτάζει το κενό.
-Πάμε πατέρα. Τον σήκωσε με τη βοήθεια του Φώτη. Πάμε να ξεκουραστούμε. Έχουμε μια ζωή να ξαναχτίσουμε. Από αύριο…
Άφησαν πίσω τους το καμένο σπίτι, τη συκιά, τις κακές αναμνήσεις κι έφυγαν αγκαλιασμένοι οι τρεις τους, μια καινούργια οικογένεια. Ο ήλιος μόλις είχε αρχίσει να δύει πάνω από τα χωράφια με το φρεσκοσπαρμένο καπνό.

Τρίτη 10 Ιουνίου 2014

ΛΙΓΗ ΣΤΑΧΤΗ ΣΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΤΗΣ



-Εγώ θα πάω! Στύλωσε τα πόδια κάτω ο Μύρωνας κι άλλη μιλιά δεν έβγαλε εκείνο το βράδυ. Αύγουστος του 1952. Θα’ ταν δεν θα ‘ταν 14 χρονών, μα την απόφαση την είχε πάρει. Χαμένες οι απειλές του πατέρα, χαμένα και τα παρακάλια της μάνας.
-Πού θα πας παιδάκι μου; Πού θα ξενιτευτείς; Το κύμα κι η αρμύρα θα σε φάνε… και δώστου κλάμα η κυρά Ευτέρπη και να τα τάματα στην Παναγιά…
Του κάκου. Έτσι ήταν από παιδάκι, επίμονος κι αγύριστο κεφάλι. Τι κι αν ο πατέρας από αυτόν περίμενε να τον ξεκουράσει, μεγάλωσε πια πόσο να δουλεύει στα χωράφια, τι κι αν τα καπνά ήταν ανέκαθεν η δουλειά της οικογένειας, η σίγουρη, αυτή που ανέθρεψε 4 γενιές, αυτή που κι εκείνον τον είχε αναθρέψει… Αυτουνού η καρδιά χτυπούσε αλλιώτικα, αυτός γεννήθηκε θαλασσινός, η ανάσα του μύριζε αλάτι, η ψυχή του λαχταρούσε να ταξιδέψει, να χαθεί μέσα στο απέραντο του ωκεανού.
Το κακό είχε ξεκινήσει όταν ήταν μόλις 7 χρονών, ότι είχε μάθει να διαβάζει. Ο νονός του, που ήταν ο δάσκαλος του χωριού, του έκανε δώρο ένα βιβλίο, που είχε και λόγια μα και εικόνες. «Οδύσσεια» έγραφε ο τίτλος και τα ματάκια του έλαμψαν από χαρά μόλις το κράτησε στα χέρια του. Από τη μέρα εκείνη, πού τον έχανες πού τον έβρισκες, κάτω από τη συκιά στην αυλή, αυτήν που είχε φυτέψει ο παππούς του τη μέρα που γεννήθηκε ο Μύρωνας, αγκαλιά με το νέο του θησαυρό, να διαβάζει και να βλέπει, να βλέπει και να διαβάζει, να ρουφάει αχόρταγα τις σελίδες. Μια μέρα είπε σοβαρά σοβαρά στον πατέρα του πως όταν μεγαλώσει θα γίνει ναυτικός. Έξαλλος ο κυρ- Θόδωρος, άρπαξε το βιβλίο από τα χέρια του κι άρχισε να ουρλιάζει.
-Αυτό δεν θα το ξαναπείς ποτέ! ΠΟΤΕ! Το κατάλαβες; Εμείς είμαστε αγρότες, καπνά βγάζουμε εμείς όχι ψάρια! Κι αυτό εδώ που σου φουντώνει τα μυαλά, να το ξεχάσεις!
Και με μια κίνηση έκανε κομμάτια την « Οδύσσεια» μπροστά στα τρομαγμένα μάτια του Μύρωνα, που ξέσπασε σε κλάματα. Πολύ αργά… Η ζημιά είχε ήδη γίνει. Το βιβλίο το είχε μάθει απ’ έξω. Δεν χρειαζόταν να το διαβάσει ξανά. Έκλεινε τα μάτια και στη στιγμή βρισκόταν στο νησί τον Λαιστρυγόνων, άκουγε το τραγούδι των Σειρήνων ή πάλευε με τον Κύκλωπα Πολύφημο. Τα βράδια στον ύπνο του μεταμορφωνόταν ο ίδιος σε Οδυσσέα, σε αιώνιο και θαρραλέο περιπλανητή, τράβαγε με δύναμη το κουπί, σήκωνε τα πανιά κι αρμένιζε. Ούτε την οργή του Ποσειδώνα τη φοβόταν, ούτε τις Συμπληγάδες Πέτρες. Από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη και στα πέρατα του κόσμου θα πήγαινε, αρκεί να ταξιδεύει. Αρκεί να ακούει τη γλυκιά της φωνή, να την αγγίζει και να νιώθει το σύγκρυο σε όλο του το κορμί. Έρωτας η θάλασσα, του ‘καψε τα σωθικά και δεν θα ξεριζωνόταν από μέσα του μέχρι να τη δαμάσει και να δαμαστεί.
Κουβέντα δεν ξανάνοιξε για το θέμα αυτό με κανέναν. Μόνο η αδερφή του η Νεκταρία ήξερε για αυτά του τα όνειρα. Όχι δηλαδή πως της τα είχε πει, αλλά να… τον άκουγε συχνά τα βράδια να παραμιλάει. Όταν τον ρώτησε την ξόρκισε να μη μιλήσει ποτέ. Τον αγαπούσε πολύ, ποτέ δεν θα τον πρόδιδε. Ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερή του, μα πιο πολύ σαν μάνα του ήταν παρά σαν αδερφή. Λείπαν οι γονείς όλη μέρα στα χωράφια, αυτή τον έπλενε, αυτή τον τάιζε, τον κοίμιζε, όλα αυτή. Πώς θα μπορούσε να του αρνηθεί; Κι ας έτρεμε το φυλλοκάρδι της πως θα ερχόταν μια μέρα που θα άντρευε το αγοράκι της και τότε κανείς δεν θα μπορούσε να τον σταματήσει…
Κι ήρθε αυτή η μέρα. Σαν βόμβα έπεσε στο σπίτι η είδηση. Ζητούσαν λέει νέους για μούτσους σε κάτι μεγάλα καράβια που γυρίζαν όλο τον κόσμο μεταφέροντας σιτηρά. Λίγα τα λεφτά, πολλοί οι κίνδυνοι, μα σίγουρη και μόνιμη δουλειά. Ο Μύρωνας είχε δηλώσει το όνομά του στη λίστα για να μπαρκάρει, αλλά ήταν ανήλικος, έπρεπε να υπογράψει ο κυρ- Θόδωρος , μα ούτε να το ακούσει! Να αφήσει το μοναχογιό του να θαλασσοδέρνεται; Να υπογράψει με το χέρι του την καταστροφή του; Δεν υπήρχε περίπτωση! Ανένδοτος! Μα ανένδοτος κι ο Μύρωνας. Έπαψε να τρώει, έπαψε να μιλάει, κλείστηκε μέρες στο δωμάτιό του, έρεψε, η σκιά του εαυτού του έγινε. Τα βράδια που πέφταν για ύπνο, η Νεκταρία τον αγκάλιαζε τρυφερά.
-Εγώ θα πάω Νεκταρία. Άμα δεν πάω θα πεθάνω!
-Και θα μ’ αφήσεις Μύρωνά μου; Εμένα, που είσαι η ζωή μου;
-Θα πεθάνω σου λέω! Να πεθάνω θες;
Αναστέναζε η Νεκταρία από τον καημό, αναστέναζε κι η μάνα που έβλεπε το παιδί της να λιώνει, αναστεναγμό τον αναστεναγμό, δεν άντεξε κι ο κυρ- Θόδωρος κι έβαλε τη τζίφρα του.
Φτερά στα πόδια φόρεσε ο Μύρωνας, να τρέξει να προλάβει, να δώσει το χαρτί της έγκρισης, αυτό που θα άνοιγε την πόρτα στον πόθο του.
Σαν έφτασε η μέρα να φύγει, μάνα και πατέρας τον φίλησαν σταυρωτά, του έδωσαν την ευχή τους κι ένα μικρό κομπόδεμα, μη και χρειαστεί κάτι εκεί που θα ‘ναι μακριά τους.
Η Νεκταρία τον κρατούσε σφιχτά στον κόρφο της κι έτρεχε ποτάμι το δάκρυ. Τον φιλούσε ξανά και ξανά κι όλο τον αγκάλιαζε. Του πέρασε στο λαιμό ένα μικρό σταυρό, τον βαφτιστικό της για να τον φυλάει.
-Πού πας αγοράκι μου; Που πάς θησαυρέ μου; Πού μ’ αφήνεις; Του ψιθύριζε όλο παράπονο. Πρόσεχε! Να μου υποσχεθείς πως θα προσέχεις… Αυτές ήταν οι τελευταίες της κουβέντες. Και δεν ήταν απλά η συμβουλή μιας ανήσυχης αδερφής. Είχε ένα κόμπο στο στομάχι, μια αίσθηση κακού που την πλησίαζε γοργά και αναπόφευκτα. Έδιωξε από το μυαλό της τις μαύρες σκέψεις και τον αποχαιρέτισε με ένα τελευταίο φιλί. Καθώς ξεμάκραινε, ο κόμπος στα σωθικά της γινόταν πιο έντονος.
 Ήταν η τελευταία φορά που τον είδε. Μια βδομάδα μετά που έφυγε ο Μύρωνας, ήρθε και φώλιασε στην κουζίνα του σπιτιού ένα περιστέρι λευκό. Στεκόταν στο δοκάρι πάνω από την πόρτα και δεν κουνιόταν. Τρεις μέρες έμεινε εκεί, ώσπου ένα πρωί άνοιξε τα φτερά του και πέταξε μακριά. Η Νεκταρία το κοιτούσε έντρομη. «Θανατικό! Παναγιά μου, θανατικό μας πλησιάζει» σκεφτόταν κι έφτυνε τον κόρφο της, μα δεν τολμούσε να το ξεστομίσει. «Αν δεν το πω μπορεί να το ξορκίσω». Το ίδιο βράδυ είδε το πιο παράξενο όνειρο. Ήταν λέει καταμεσής των χωραφιών τους, μα ήταν στέρφα. Φορούσε ένα φουστάνι λευκό κι είχε λυτά τα καστανά μαλλιά της. Τα πράσινα μάτια της ήταν κλειστά κι αυτή στριφογυρνούσε, στροβιλιζόταν σε μια άγνωστη μελωδία που ακουγόταν μακρινή. Ξάφνου, τα χωράφια άρχισαν να γεμίζουν με νερό, ορμητικό νερό που γέμιζε τα πάντα γύρω της, την πλησίαζε σαν χείμαρρος, απειλώντας να την πνίξει. Και τότε το φόρεμα της έγινε μαύρο και τα χέρια της γέμισαν αίμα. Ξύπνησε μούσκεμα στον ιδρώτα κι άρχισε να ουρλιάζει το όνομα του αδερφού της. Την άλλη μέρα τους φέραν τα μαντάτα. Το καράβι είχε πέσει σε μεγάλη τρικυμία στα ανοιχτά, στο δρόμο προς την Ιταλία. Στην προσπάθειά του να κλείσει ένα από τα πανιά, τον χτύπησε το κατάρτι κι ο Μύρωνας βρέθηκε στη θάλασσα. Τα κύματα ήταν τεράστια, κανείς δεν πρόλαβε να τον βοηθήσει, μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου είχε χαθεί από τα μάτια τους, τον κατάπιε η θάλασσα.
-Παιδί μουυυυυ!!!!! Όοοχιιιι!  Ούρλιαξε η μάνα μόλις το άκουσε, έχασε τον κόσμο κάτω από τα πόδια της, κατέρρευσε σε μια πολυθρόνα κι άρχισε να χτυπάει το κεφάλι της με τα χέρια της και να κλαίει γοερά. Ο πατέρας έπιασε να βλαστημάει και να κατηγορεί τον εαυτό του που έβαλε την αναθεματισμένη υπογραφή και τώρα πάει το αγοράκι του, το μονάκριβό του.
Την άλλη μέρα έγινε η κηδεία. Ποια κηδεία δηλαδή, ένα άδειο κουστούμι βάλανε στο φέρετρο, ούτε το κορμάκι του δεν είχανε να το θάψουν όπως του έπρεπε.
Η Νεκταρία δεν μίλησε ούτε έκλαψε. Ανέκφραστα κοιτούσε το κενό και μόνο πού και πού μουρμούραγε μέσα από τα δόντια της, σχεδόν ψιθυριστά.
-Φόνισσα. Μου τον πήρες φόνισσα. Πανάθεμά σε…
Αργότερα θυμόταν πως σκεφτόταν πόσο άδικο ήταν, πόσο σκληρή ήταν μαζί της η ζωή. Αλοίμονο, δεν φανταζόταν πόσο σκληρή ακόμα μπορούσε να γίνει…
Δεκαεννιά χρονών στα είκοσι, ένα δροσερό λουλούδι, έτοιμο να ανοίξει τα πέταλά του για να το μυρίσει ο έρωτας κι όμως αυτή μαράζωνε, μαραινόταν κάθε μέρα πιο πολύ. Η μάνα και ο πατέρας κάθε πρωί φεύγαν αχάραγα για τα χωράφια και γύριζαν το δείλι. Αυτή απέμενε μονάχη της στο άδειο σπίτι, ξάπλωνε στο κρεβάτι του Μύρωνα, αγκάλιαζε τα ρούχα του, λίγο να νιώσει τη μυρωδιά του. Ούτε ξεμύτιζε πια, ούτε στην πλατεία του χωριού δεν πήγαινε τις Κυριακές, έμοιαζε λες κι ο χρόνος να σταμάτησε σε κείνη την καταραμένη μέρα. Μα οι συμφορές της δεν είχαν τελειώσει…
Μεσημέρι ήταν κι είχε αποκοιμηθεί στο μαξιλάρι του αδερφού της που είχε μουσκέψει με τα δάκρυά της. Τον ύπνο της έκοψαν οι φωνές, δυνατές φωνές και χτυπήματα στην πόρτα. Άνοιξε ξαφνιασμένη κι είδε την κυρά Μαρία του φούρναρη αλαφιασμένη και κάτωχρη.
-Τρέχα Νεκταρία! Τρέχα στα χωράφια! Η μάνα σου!
Δεν πρόλαβε να αποσώσει την κουβέντα της κι είχε ήδη φύγει. Σε λιγότερο από δέκα λεπτά ήταν ήδη εκεί. Δεν άντεξε αυτό που αντίκρισε. Η μάνα της πεσμένη χάμω, από πάνω ο πατέρας να την κρατάει στα χέρια του, να υψώνει τα μάτια στο Θεό, να φωνάζει  «Γιατί;;;; Γιατί Θεέ μου; Γιατί δεν πήρες εμένα; Γιατί μου στέλνεις τόσο πόνο; Γιατίιιιι;;;», γύρω συγχωριανοί και… αίμα, αίμα παντού. Έκανε να τρέξει κοντά τους, μα ο Φώτης, ένας από τους εργάτες του κυρ- Θόδωρου μπήκε μπροστά και την εμπόδισε.
-Μην πάς Νεκταρία. Δεν θέλεις να το δεις αυτό.
-Άσε με! Ούρλιαζε και χτυπούσε χέρια και πόδια στον αέρα, καθώς ο Φώτης τη σήκωσε να την απομακρύνει.
-Δε σ’ αφήνω! Δεν θα πας!  Την αγκάλιασε σφιχτά και την άφησε να κλάψει, να ξεσπάσει…
Την κυρά Ευτέρπη την είχε βρει ο θάνατος εντελώς απρόσμενα και τόσο μα τόσο τραγικά! Χωμένη και σκυμμένη ήταν μέσα στα καπνά, ούτε κατάλαβε πώς βρέθηκε κάτω από τις ρόδες του τρακτέρ. Το τρακτέρ το οδηγούσε ο κυρ- Θόδωρος. Ένιωσε το τράνταγμα και σταμάτησε, έκανε πίσω… μα ήταν πια αργά…
Οι επόμενες μέρες κύλησαν χωρίς καλά καλά να το καταλάβει. Τα της κηδείας τα ανέλαβε όλα ο Φώτης. Ήταν ο επιστάτης στα χωράφια μα ακόμα παραπάνω ήταν ο πιο δικός τους άνθρωπος, σαν παιδί του τον είχε ο κυρ- Θόδωρος. Σαν φάντασμα του εαυτού της, σαν να παρακολουθούσε τη ζωή της από απόσταση, κινιόταν μηχανικά. Ο Φώτης της έδωσε λίγο χρόνο κι έπειτα πήγε ένα πρωί να τη βρει.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...

Πέμπτη 22 Μαΐου 2014

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΣ - ΣΙΛΙΑ



Σίλια


Μόλις επέστρεψα από το μαιευτήριο στο ξενοδοχείο. Μεγάλο το ταξίδι αλλά δεν θα το έχανα για τίποτα στον κόσμο! Τι απίστευτη στιγμή! Ένα τόσο δα πλασματάκι, σαν ψεύτικο, μια μικρή πορσελάνη, εύθραυστη μα και ανθεκτική συνάμα.
Συγκινήθηκα πολύ... Η Σίλια, αγαπημένη φίλη, παιδική, αδερφική... Σήμερα έγινε μανούλα... Το άξιζε! Το κέρδισε! Κι οι δυο το κέρδισαν. Πώς την κοίταζε στα μάτια, πώς της χάιδευε τα μαλλιά! Όλος του ο κόσμος ένα της χαμόγελο! Πάντα ζήλευα την αγάπη αυτη! Με την καλή έννοια! Ευχόμουν να βρω κι εγώ κάτι τόσο δυνατό. Πίστευα ότι στο Μάνο τα βρήκα όλα... Γελάστηκα...Και το πλήρωσα...Ακόμα το πληρώνω...
Όμως αρκετά! Σήμερα είνα η μέρα της Σίλιας και του Γιώργου, η δική τους στιγμή.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ, εκείνο το πρωινό του Δεκέμβρη, τη φωνή της, τη δύναμη και την ευτυχία στα λόγια της.
"Έλλη, είμαι ερωτευμένη!" Από τον τόνο της και μόνο ήξερα πως ήταν πέρα για πέρα αλήθεια. Λίγες μέρες αργότερα, έλαβα και το γράμμα της.
"Ζούσα μόνη μου, παρέα με τα άδεια σακιά των ονείρων μου, τα παραγεμισμένα με άερα. Κι έστι άδεια όπως ήταν η ζωή μου, ήρθε και τη γέμισε, της έδωσε πνοή. Τρίτη βράδυ με πήρε αγκαλιά. Ακούμπησε τα χείλη του στα δικά μου. Ήταν τόσο ζεστά που τρόμαξα πως θα με κάψουν. Με άφησε στην πόρτα του σπιτιού μου. Μέσα σε λίγα λεπτά η απουσία του έγινε ασφυκτική. Τον πήρα τηλέφωνο, του είπα να έρθει πάλι κι εκείνος ήρθε αμέσως. Με πήρε από το χέρι και με πήγε στη θάλασσα, περπατήσαμε χωρίς να μιλάμε, μόνο το φεγγάρι μας έκανε παρέα εκείνο το βράδυ. Με κοίταξε και μου είπε Σ' ΑΓΑΠΩ. Μόλις λίγες μέρες γνωριζόμασταν, μα κάτι βαθιά μέσα μου φώναζε πως έλεγε αλήθεια. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο να ζεσταθούμε. Μια νύχτα μόνο πώς χώρεσε ολόκληρη ζωή; Αποκοιμήθηκα στη ζεστή αγκαλιά του κι όταν ξημέρωσε ένιωσα πως είχα ξαναγεννηθεί εκεί, μαζί του, μέσα του. Σαν να τον ήξερα πάντα. Σαν να τον περίμενα πάντα... Μπορώ άραγε να πιστέψω και πάλι στον έρωτα;;;"
Μπόρεσε! Ευτυχώς, έκλεισε τα αυτιά της σε όλες τις φωνές, μέσα κι έξω από το κεφάλι της που της ζητούσαν να μην αφεθεί, να είναι καχύποπτη και τόλμησε να το ζήσει. Πίστεψε στον έρωτα και κέρδισε την αγάπη. Ένιωσε αυτή την αρχέγονη δίψα για ζωή κι αποφάσισε πως της άξιζε να γίνει ευτυχισμένη! Κι έγινε!
Από τότε αχώριστοι είναι. Στα εύκολα και στα ζόρια πάντα μαζί! Κι εγώ να καμαρώνω από μακριά. Μου είχε στοιχίσει πολύ που η Σίλια μετακόμισε σε ένα μακρινό μέρος. Πάντα είχα την τάση να την προστατεύω. Τώρα την προστατεύει ο Γιώργος κι εγώ είμαι ήσυχη. Η αγάπη τους είναι η καλύτερη ασπίδα! Κι ήρθε απόψε αυτό το αγγελούδι να την κάνει αθάνατη, αιώνια, να αφήσει το αποτύπωμά τους στα αστέρια!
Καλωσόρισες καρδούλα μου!

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014

ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ- 15


15.Σχέσεις Εμπιστοσύνης

Στο αεροδρομιο της Ξανθης ο κοσμος κινειτο νωχελικα. Ηταν χειμωνας και η κινηση ηταν μειωμενη. Ο Ιωσηφ μαζι με την Ελεανα ειχαν μολις φτασει. Σε ολη την πτηση ο αστυνομος ηταν σκεφτικος και αμιλητος. Αν και καιγοταν απο περιεργεια, η Ελεανα ηξερε οτι δεν ειχε νοημα να αποπειραθει να τον ρωτησει τι στο διαολο ειχε συμβει και γιατι την εσερνε στην αλλη ακρη της χωρας. Γνωρίζονταν και συνεργάζονταν πολλά χρόνια, είχε μάθει πια τον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα του κι ήξερε ότι αν δεν ήθελε δεν του έπαιρνες λέξη! Θα της μιλουσε αναγκαστικα καποια στιγμη συντομα.
Κατεβηκαν βιαστικα απο το αεροπλανο και επιβιβαστηκαν στο υπηρεσιακο αυτοκινητο που ηδη τους περιμενε. Ο Ιωσηφ εσπασε πρωτος τη σιωπη.
-Θα αναρωτιεσαι φυσικα περι τινος προκειται.
-....
-Λοιπον, μη με παρεις για τρελο, αλλα απο τοτε που ανακαλυψαμε το πτωμα του Γιωργου, εχω συνεχως την αισθηση οτι αυτη η δολοφονια εχει σχεση με ολη τη σειρα εγκληματων που εδω και μηνες παλευουμε να εξιχνιασουμε.
-Ναι, το έχουμε συζητήσει αυτό, άλλωστε κι εγώ την ίδια άποψη έχω.
-Θα θυμασαι φυσικα οτι ταυτοχρονα με το φονο του Γιωργου, εξαφανιστηκε απο προσωπου γης και η γυναικα του η Μαιρη, η ξαδερφη μου. Κι οτι εχω φαει τον κοσμο να τη βρω.
-Τα ξερω ολα αυτα Ιωσηφ, αλλα και παλι δεν καταλαβαινω. Εχεις πληροφοριες οτι βρισκεται στην Ξανθη; Αλλα και παλι, γιατι ολη αυτη η μυστικότητα;
-Σήμερα το πρωί, στα εισερχόμενα του υπολογιστή μου, βρήκα ένα μέηλ από τη Μαίρη. Το μήνυμα ήταν μόνο μια φωτογραφία, το σπίτι του κολλητού και κουμπάρου της στην Ξάνθη, του Χρήστου. Ξαφνικά, η οθόνη μου γέμισε με τη λέξη "ΒΟΗΘΕΙΑ".
-Απίστευτο! Λες να στο έστειλε εκείνη; Και γιατί τώρα;
-Δεν ξέρω... Είμαι βεβαιος πάντως ότι κινδυνεύει. 
-Μα αν όντως είναι εδώ και χρειάζεται βοήθεια, τότε ίσως θα έπρεπε να ζητήσουμε ενισχύσεις, μόνοι μας θα είναι επικίνδυνο, δεν ξέρουμε ούτε ποιους ούτε πόσους αντιμετωπίζουμε.
-Κοίτα Ελεάνα...Θα σου πω και κάτι ακόμα που δεν ξέρεις. Εδώ και καιρό, αισθάνομαι ότι με παρακολουθούν. Νιώθω πως μέσα στην ίδια μου την ομάδα κάτι δεν πάει καλά, μια αδιόρατη απειλή, σαν να υπάρχει ανάμεσά μας ένας... κατάσκοπος, ένας καταδότης. Τώρα τι καταδίδει και για ποιον δουλεύει δεν ξέρω να σου πω, όμως είμαι σίγουρος πως κάτι τέτοιο συμβαίνει. Μόνο εσένα εμπιστεύομαι. Είσαι για μένα πολλά παραπάνω από μια εξαίρετη συνεργάτης, είσαι μια αληθινή φίλη και η μόνη που μπορώ να στραφώ. Το ξέρω ότι σε σέρνω σε κάτι επικίνδυνο κι είναι πολύ εγωιστικό από μέρους μου. Αν θες, σταματάω αμεσως να κατέβεις.
Η Ελεάνα χαμογέλασε αινιγματικά...
-Εγώ μωρό μου, είμαι γεννημένη για τον κίνδυνο.
Ο Ιωσήφ ανταπόδωσε το χαμόγελο και της έπιασε συνομωτικά το χέρι. Συνέχισαν σιωπηλοί τη διαδρομή τους. Λίγα μόλις λεπτά αργότερα, το σπίτι του Χρήστου φάνηκε από μακριά. Μόλις πλησίασαν αρκετά, ο Ιωσήφ έσβησε τη μηχανή και έκρυψε πίσω από μερικά δέντρα το αυτοκίνητο. Βγήκαν και προχώρησαν με τα πόδια προς τον κήπο. Ξάφνου, ένας δυνατός κρότος κι όλο το σπίτι μαζί με τα περίχωρά του άρχισε να σείεται έντονα. Μαύρα σύννεφα μαζεύτηκαν πάνω από τη σκεπή και μια δυνατή βροχή άρχισε να μαστιγώνει τα πάντα. Ένας απόκοσμος άνεμος φύσηξε, που όλο και δυνάμωνε, ώσπου εμφανίστηκε ένας μικρός ανεμοστρόβιλος που σάρωνε ό,τι στεκόταν στο πέρασμά του. Από την καμινάδα έβγαινε πυκνός μαύρος καπνός, όχι όμως σαν αυτόν που βγάζει το τζάκι, αλλά σαν κάτι να καίγεται. Μια μυρωδιά σαπίλας και καμμένης σάρκας γέμισε τα πνευμόνια τους και τους έκοψε την ανάσα. Το θέαμα ήταν απίστευτο, αδιανόητο για τη θνητή τους φύση. Έμοιαζε σαν εικόνα παρμένη από την Αποκάλυψη.Με πολύ κόπο κρατιόνταν όρθιοι ενάντια στο μανιασμένο αέρα.
-Ελεάνα γύρνα στο αυτοκίνητο και κάλεσε βοήθεια! Γρήγορα!
-Κι εσύ;
-Εγώ θα μπω μεσα! Φύγε, τρέχα! ΤΩΡΑ!

Η Ελεάνα έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε κι ο Ιωσήφ, αφού κοντοστάθηκε για μια στιγμή, προσπαθώντας να χωρέσει στο νου του όσα έβλεπε, έκανε το σταυρό του κι όρμησε αποφασιστικά προς τις σκάλες. Με κόπο, στηριζόμενος στην κουπαστή, κατόρθωσε να ανέβει και βρέθηκε μπροστά στην εξώπορτα. Την κλώτσησε δυνατά και βρέθηκε στο εσωτερικό του σπιτιού. Όσα αντίκρισε να εκτυλίσσονται εκεί, μπροστά στα έκθαμβα μάτια του, δεν θα μπορούσε ποτέ να τα περιγράψει.