Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2015

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ - ΜΕΡΟΣ 4ο



Το ταξίδι του γυρισμού ήταν σύντομο, νόμιμο, άνετο. Καμία σχέση με το Γολγοθά που περάσαμε για να πάμε στην Πόλη. Δεν είχα καταλάβει πόσο πραγματικά είχε νοσταλγήσει το σπίτι της η Κατίνα μου, μέχρι που φτάσαμε στο χωριό της κι είδα τα μάτια της να τρέχουν ασταμάτητα κι είδα τα χέρια της να πιάνουν μια χούφτα χώμα ευλογημένο και να το φέρνουν ευλαβικά στα χείλη της. Ναι, θα φτιάχναμε εδώ μια καινούρια ζωή και αυτή τη φορά ήταν εκείνη που θα το φρόντιζε. 

Δουλέψαμε πολύ για να κάνουμε το παλιό της πέτρινο σπίτι να μοιάζει πάλι με σπιτικό. Η χαρά της ήταν απερίγραπτη. Το πείσμα της ατέρμονο. Για άλλη μια φορά θαύμασα τη δύναμη και την αντοχή της γυναίκας μου. Πώς γίνεται ένα τέτοιο πλάσμα, που μοιάζει εύθραυστο σαν να έχει βγει μέσα από παραμύθια με νεράιδες, να έχει τέτοια αποθέματα ποτέ δεν το κατάλαβα. Σιγά σιγά, όλα πήραν μορφή μέσα από τα δικά της χέρια. Ακόμα και τον ξεραμένο κήπο ξαναζωντάνεψε με τη φροντίδα της. Τις μέρες εκείνη περιποιόταν το σπίτι κι εγώ καλλιεργούσα κάποια στρέμματα που είχαν οι δικοί της. Δεν ήμουν και πολύ σχετικός, αλλά η Κατίνα, μεγαλωμένη καθώς ήταν στα χωράφια, τα πάντα μου έδειξε. Κι εγώ, βλέποντας τα ματάκια της να λάμπουν, άντεχα κάθε αντιξοότητα και κάθε κούραση. Άλλωστε, υπήρχαν και τα βράδια, τα μαγικά βράδια που χανόμουνα μέσα της και με αποζημίωναν για τα πάντα. 

Στο χωριό μας υποδέχτηκαν μάλλον ζεστά, όσοι είχαν μείνει δηλαδή, καθώς πολλοί είχαν ξεκληριστεί με τον πόλεμο του ’40 και μετά με τον Εμφύλιο και αρκετοί είχαν μεταναστεύσει στην πρωτεύουσα. Δεν έλειπαν βέβαια και τα σχόλια, γεμάτα κακεντρέχεια, για το πώς παράτησε τους άταφους γονείς της και το έσκασε με έναν αντάρτη. Μερικές φορές τα λόγια που έφταναν στα αυτιά μου ήταν τόσο υποτιμητικά και προσβλητικά για εκείνη, που ειλικρινά μου ερχόταν να κάνω φόνο. Όμως η Κατίνα απλά τα αγνοούσε. Έλεγε πως κάποιοι άνθρωποι δεν ξέρουν τι θα πει απόγνωση, δεν ξέρουν τι θα πει αγάπη, έρωτας, δεν ξέρουν δηλαδή τι θα πει ζωή και για αυτό είναι άξιοι οίκτου και όχι οργής. Η καλή, η αθώα μου Κατίνα, πάντα το καλό προσπαθούσε να δει στους άλλους, το μίσος και την κακία δεν τα χωρούσε η ψυχούλα της. 

Το κακό δεν άργησε να γίνει. Ένα πρωί, καθώς δούλευα στα κτήματα, έφτασαν στο σπίτι δυο αστυνομικοί. «Ο κύριος Στέλλιος Στεργίου;» «Είναι στα χωράφια. Τι τον θέλετε;» ρώτησε με έκδηλη αγωνία. «Παρακαλώ δώστε του αυτό το χαρτί και πείτε του πως πρέπει το Σάββατο να παρουσιαστεί στο τμήμα στη Θεσσαλονίκη. Δεν μπορούμε να σας πούμε τίποτα άλλο. Καλημέρα σας» είπαν και την άφησαν σύξυλη. Όταν γύρισα το απόγευμα έκλαιγε, έτρεμε σύγκορμη. Μου εξήγησε τι είχε συμβεί και όλο μονολογούσε « Αχ Στέλλιο μου, εγώ φταίω… τι ήθελα να γυρίσουμε η τρελή; Συγχώρα με Στέλλιο μου, συγχώρα με… αχ Θεέ μου, αχ Παναγιά μου!...» Προσπάθησα να την καθησυχάσω, της έλεγα πως μάλλον δεν είναι κάτι σοβαρό, κάτι τυπικό θα είναι αλλά ούτε εκείνη το πίστευε ούτε κι εγώ. Στα πόδια μου γονατιστή με παρακαλούσε να φύγουμε, να το σκάσουμε πάλι, αλλά δεν δέχτηκα. Έπρεπε επιτέλους να έρθω αντιμέτωπος με τη μοίρα μου, δεν γινόταν να ζω μια ζωή κυνηγημένος… Την Παρασκευή το βράδυ, ετοίμασα τα πράγματά μου και ξάπλωσα δίπλα της, η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Κάναμε έρωτα εκείνο το βράδυ πιο έντονα από ποτέ, σαν να ήταν η τελευταία φορά, άλλωστε ποιος μπορούσε να πει με σιγουριά ότι δεν ήταν;

Το επόμενο πρωί καθώς έφτανα στο αστυνομικό τμήμα Θεσσαλονίκης, μια ανεξήγητη ηρεμία με κατέκλυσε, ο φόβος και το άγχος των προηγούμενων ημερών εξαφανίστηκαν. Είχε έρθει η στιγμή της κρίσης και ό,τι ήταν να γίνει θα γινόταν. Δεν κράτησαν και πολύ οι διαδικασίες. Καταζητούμενος για συμμετοχή σε κομουνιστικές οργανώσεις, αντάρτικο, δολοφονίες πολιτών, ανάμεσά στα ονόματα και οι γονείς της Κατίνας. Εκείνη ενημερώθηκε από ένα ξερό χαρτί που της παρέδωσαν την επομένη στο σπίτι. Προορισμός Μακρόνησος. Θα έφευγα σε δύο μέρες. ‘Όταν ήρθε στη φυλακή να με επισκεφθεί ήταν ένα αληθινό ράκος. Κατηγορούσε τον εαυτό της που επέμεινε να γυρίσουμε, ένιωθε απόγνωση, μοναξιά, απελπισία, λόγια να την παρηγορήσω δεν είχα. Όμως αλλού ήταν εμένα το μυαλό μου. Έπρεπε πριν φύγω να της πω όλη την αλήθεια, μπορεί να μη γύριζα ποτέ, δε γινόταν να κουβαλάω μέσα μου τέτοιο βάρος. 

Της μίλησα λοιπόν για τον Ανέστη και όλα όσα έγιναν με το Φάνη, πώς τον άφησα κι έτρεξα κοντά της, ότι δεν τόλμησα να της μιλήσω από φόβο μήπως με μισήσει. Δεν με διέκοψε. Όταν τελείωσα χαμήλωσα το κεφάλι και περίμενα την οργή της να ξεσπάσει πάνω μου ή ακόμα χειρότερα την περιφρόνησή της. Αντί αυτού, τα χέρια της σήκωσαν το πρόσωπό μου κι είδα αυτό το χαμόγελο που λάτρευα. «Και κράτησες μέσα σου τόσο καιρό τέτοιο βάρος; Γιατί; Πώς θα ήταν δυνατόν να σε μισήσω;» «Δηλαδή, με συγχωρείς;» «Για ποιο πράγμα να σε συγχωρέσω; Όπως μου τα λες, ήταν χαμένη υπόθεση, αν τολμούσες να κάνεις κίνηση, το πιθανότερο είναι πως θα είχατε κι οι δυο σκοτωθεί. Μ’ αυτό που έκανες έσωσες τον Ανέστη και μου έδωσες μια πιθανότητα, μια ελπίδα κάποτε να τον ξαναδώ. Κι αν πάθαινες εσύ κάτι, εγώ τι θα γινόμουν ολομόναχη; Ποιος ξέρει ποια φρικτή μοίρα θα με περίμενε; Να σε μισήσω; Να σε ευχαριστήσω πρέπει για την ψυχραιμία σου!» Αχ, αυτή η γυναίκα! Πλάσμα σπάνιο, στιγμές στιγμές έλεγα πως δεν είναι άνθρωπος, αλλά αγία! Τα λόγια της έσταξαν βάλσαμο και λευτέρωσαν την ψυχή μου. Τώρα πια, ήμουν έτοιμος για όλα. Την επομένη έφυγα για το καταραμένο νησί, αναρρωτούμενος μόνο πώς με βρήκαν στο χωριό και μάλιστα τόσο σύντομα.

Όπως αποδείχτηκε, ένας από τους συγχωριανούς της, που ποτέ δεν κατάφερε να της συγχωρέσει ότι προτίμησε έναν άγνωστο αντάρτη από τον ίδιο, με θυμόταν καλά και με κατέδωσε. Μάλιστα, τις επόμενες ημέρες είχε το θράσος να την επισκεφθεί στο σπίτι μας, με το πρόσχημα πως ήθελε να δει αν είναι καλά και αν χρειάζεται κάτι! Η Κατίνα ακόμα δεν είχε καταλάβει ποιος ήταν ο καταδότης μου, του άνοιξε και τον έμπασε μέσα, πήγε στην κουζίνα να του φτιάξει καφέ. Την ακολούθησε και πλησίασε πολύ κοντά της. Εκείνη ένιωσε άβολα κι έκανε να απομακρυνθεί, αλλά την εμπόδισε με το σώμα του. «Ξέρεις, έχω κάτι γνωστούς στην ασφάλεια» της είπε. «Κανονικά θα σε συλλάμβαναν και σένα, αφού είσαι παντρεμένη με κομούνι, μα εγώ τους εγγυήθηκα προσωπικά ότι δεν ήξερες ποιος ήταν όταν τον πήρες κι έτσι γλίτωσες». Η οργή άρχισε να φουντώνει στα στήθια της, αλλά τον άφησε να δει πού θα το πήγαινε. «Η Μακρόνησος συνήθως δεν έχει επιστροφή… αλλά εγώ είμαι εδώ για σένα… αν το θέλεις εγώ μπορώ να φροντίσω για τα πάντα… αρκεί κι εσύ να είσαι καλή μαζί μου…» συνέχισε και το χέρι του άγγιξε το μάγουλό της. Το βλέμμα της έπεσε πάνω του σαν κοφτερό λεπίδι, παγωμένο και επικίνδυνο, τόσο που αμέσως τράβηξε το χέρι του. Πλησίασε απαλά πολύ κοντά στο πρόσωπό του, ακούμπησε τα χείλη της στο αυτί του και του είπε αργά, ήρεμα και σχεδόν ψιθυριστά «Βγες έξω από το σπίτι μου αμέσως. Και μην τολμήσεις να στρέψεις ξανά ένα βλέμμα πάνω μου γιατί στ’ ορκίζομαι θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια και θα πάω να βρω τον άντρα μου.» Και μόνο που φαντάζομαι τη σκηνή καταλαβαίνω την ανατριχίλα που θα του προκάλεσε! Η Κατίνα ήταν καλή, αλλά δεν αστειευόταν, είχε θάρρος και δύναμη και όταν θύμωνε ούτε ο Θεός δεν θα ήθελε να βρεθεί στο δρόμο της. Φυσικά ποτέ δεν την ξαναενόχλησε ο αλήτης.

Η Μακρόνησος για κάθε αριστερό αποτελούσε το χειρότερο εφιάλτη. Όλοι είχαν ακούσει τους τρόπους που μεταχειρίζονταν οι φύλακες για το «σωφρονισμό» και την επαναφορά των κομουνιστών στον ίσιο δρόμο. Κι οι περιγραφές δεν ήταν τίποτα μπροστά στην πραγματικότητα. Το τι πέρασα εκεί δεν λέγεται, παλικάρι μου, βασανιστήρια, ξύλο, στερήσεις… Έναν χρόνο περίπου έμεινα μα βγήκα δέκα χρόνια γερασμένος… αλλά αυτό είναι μια ξεχωριστή ιστορία. Ζητούμενο να σπάσει ο τσαμπουκάς του «αντάρτη» και μετά να υπογράψει κανείς δήλωση αποκήρυξης του κόμματος και της κομουνιστικής ιδεολογίας. Τώρα θα μου πεις, εσύ την είχες αποκηρύξει χρόνια πριν την ιδεολογία, για δεν υπέγραφες να γλιτώσεις το βάσανο; Μα αυτό ακριβώς είχα σκοπό να κάνω, μέχρι που συνέβη κάτι που μου άλλαξε εντελώς τα σχέδια, κάτι αναπάντεχο…

8 σχόλια:

  1. Περιμένοντας το αναπάντεχο, έχω να σου πω πως έχει πάει κι ο μπαμπάς μου εξορία και οι περιγραφές είναι ανατριχιαστικές.. Φιλιά πολλά και καλό βράδυ! Εννοείται πως περιμένω τη συνέχεια :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ελα ρε Πετρουλα! Εγω δεν ειχα καποιον δικο μου, αλλα αν διαβασει κανεις τις περιγραφες του Λουντεμη, ανατριχιαζει! Φιλια!

      Διαγραφή
  2. όσο πάει κορυφώνεται το ενδιαφέρον και η αγωνία...
    όταν ξεκίνησα να το διαβάζω, δεν περίμενα ότι θα εξελισσόταν σ' ένα ιστορικό μυθιστόρημα με δυνατή πλοκή και αναφορές στις περιόδους και τα γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία μας...
    πάμε για τη συνέχεια λοιπόν...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μαριω μου με συγκινεις και με τιμας με τα σχολια σου! Φιλια!

      Διαγραφή
  3. Χριστίνα μου διαβάζω και αγωνιώ!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σημερα κιολας θα ανεβασω τη συνεχεια! Φιλια!

      Διαγραφή
  4. Πραγματικά Χριστίνα μου τα χάνω!
    Ντοκουμέντα ξεδιπλώνεις!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ο,τι εχω μαθει κι εγω διαβαζοντας, ελπιζω να μην εχω γραψει καμια μπαρουφα ιστορικη!Φιλια!

      Διαγραφή