Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ - 14






14. ‘Όψιμη απειλή

Μόλις άνοιξε την πόρτα, με το χέρι μουσκεμένο από το αίμα του Χρήστου, ένιωσε ένα δυνατό ρεύμα αέρα να την παρασέρνει. Βρέθηκε να αιωρείται δυο μέτρα πάνω από το βρεγμένο χώμα. Μια δύναμη που δεν είχε ξανασυναντήσει την πέταξε με ορμή κι έσκασε με την πλάτη πάνω σε ένα δέντρο. Πριν προλάβει να αντιδράσει, δυο παγωμένα χέρια την άρπαξαν από το λαιμό, ενώ τα μάτια της διασταυρώθηκαν με ένα βλέμμα που έσταζε φλόγες. Απέναντί της στεκόταν η Ανατολή, στην αληθινή της μορφή. Κι ήταν η μορφή αυτή τόσο επιβλητική που της έκοψε την ανάσα, περισσότερο από το ατσάλινο σφίξιμο στο λαιμό της. Τα πυρόξανθα μαλλιά της, μακριά ως τη μέση της, ανέμιζαν μανιασμένα. Δυο τεράστια κάτασπρα φτερά ξεκινούσαν από τους ώμους και κατέληγαν χαμηλά στην σπονδυλική της στήλη. Τα μάτια της είχαν μια απόκοσμη χρυσοπράσινη απόχρωση και την κοιτούσαν ευθύβολα, έντονα. Δεν είχε ποτέ αντικρύσει τόσο μεγαλοπρεπή ομορφιά. Καθώς διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους, η Μαίρη χαμήλωσε με ντροπή το δικό της. Η Ανατολή χαλάρωσε το σφίξιμο και την άφησε να πέσει με δύναμη στο υγρό έδαφος. Έτρεμε ολόκληρη, η Μαίρη το ήξερε πως μετά βίας κρατιόταν να μην της αφαιρέσει εκεί επί τόπου τη ζωή. Εξάλλου, άγγελος τιμωρός ήταν, κόρη του Μιχαήλ. Με μια βαθιά ανάσα, η Ανατολή ανέκτησε την αυτοκυριαρχία της.
-Έχεις ένα λεπτό να μου πεις γιατί το έκανες.
Η Μαίρη δεν απάντησε.
-ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΕΚΑΝΕΣ; Ούρλιαξε  η Ανατολή.
-Για να τον σώσω… ψέλλισε η Μαίρη που με κόπο συγκρατούσε τα δάκρυά της.
Η Ανατολή σάστισε. Αυτό δεν περίμενε να το ακούσει. Τινάχτηκε προς τα πίσω και την κοίταξε με καχυποψία.
-Τι εννοείς; Να τον σώσεις σκοτώνοντάς τον; Από ποιον;
-Από εκείνους… έρχονται… πάτησα το κουμπί… είναι αργά πια για όλους…
-Το κουμπί; Ποιο κουμπί; Άκου, έχω αρχίσει να εκνευρίζομαι! Λέγε τι έκανες και τι σκοπεύεις να κάνεις και λέγε γρήγορα, προτού ξεχάσω ότι είμαι άγγελος και σε κάνω να μετανιώσεις την ώρα που γεννήθηκες!
-Δεν καταλαβαίνεις! Είναι αργά πια! Και για μένα και για όλους! Κάνε ό,τι νομίζεις μαζί μου! Δεν μπορείς να με πονέσεις περισσότερο! Σκότωσα τον άντρα που αγαπώ και αν δεν με είχες σταματήσει θα σκότωνα και το βαφτισιμιό μου και το ίδιο μου το παιδί! Τι νομίζεις λοιπόν ότι μπορείς παραπάνω να μου κάνεις; Ο θάνατος μόνο λύτρωση θα φέρει!
Ξέσπασε επιτέλους η Μαίρη και λύθηκε σε λυγμούς που τράνταζαν συθέμελα το κορμί και την ψυχή της. Η Ανατολή για πρώτη φορά κατάλαβε την απελπισία της. Έσκυψε μαλακά κοντά της και την πλησίασε, αυτή τη φορά καθόλου απειλητικά, με έκδηλη περιέργεια αλλά και με μια παράξενη απαλότητα, σχεδόν στοργικά.
-Μαίρη… σε παρακαλώ… εξήγησέ μου…
-Έχω απελπιστεί… Το πλάσμα που μεγαλώνω, δεν είναι κανονικό παιδί. Ο Γιώργος, ο άντρας μου, δεν είναι αυτός που φαίνεται. Είναι ένας δαίμονας. Ένας αληθινός δαίμονας και το παιδί μου είναι σπόρος δικός του. Κάθε μέρα που περνάει βλέπω την αλλαγή πάνω της, βλέπω το κακό να μεγαλώνει μέσα της, το κακό που της φύτεψε αυτός, ο Ντέημον…
Στο άκουσμα του ονόματός του η Ανατολή αναρρίγησε. Δεν μπορεί να ήταν αυτός! Αλλά τώρα όλα ήταν ξαφνικά ξεκάθαρα. Η αλλόκοτη αίσθηση της απειλής που ένιωσε μόλις είδε τη Μαίρη και το μωρό, η αντίδραση του Στέφανου που υποτίθεται ότι λάτρευε τη νονά του, τα κίτρινα μάτια της μικρής, η νεκρικά χλωμή φιγούρα της Μαίρης. Ο Ντέημον λοιπόν  είχε σπείρει το σπόρο του, ώστε να εκπληρωθεί η Προφητεία! Μα, αν ήταν αλήθεια, αν όντως έρχονταν, τότε κινδύνευε, κινδύνευαν όλοι και προπάντων ο Στέφανος! Και πάλι όμως δεν μπορούσε να καταλάβει τη στάση της Μαίρης. Να τους σκοτώσει όλους; Γιατί; Άραγε να ήξερε πως η κόρη της κι ο Στέφανος ήταν αδέρφια;
-Το ξέρω ότι ο Στέφανος είναι δικό του παιδί… είπε η Μαίρη σαν να μάντεψε τη σκέψη της. Όμως είναι αγνός. Η δική σου αγγελική υπόσταση επισκίασε τη σατανική του πατέρα του. Εγώ όμως, είμαι μια κοινή θνητή. Αντί να φωλιάσει το καλό στην ψυχή του παιδιού μου, άρχισε να φωλιάζει το κακό στη δική μου. Ήρθα εδώ με μια αποστολή. Να προετοιμάσω το δρόμο, ώστε να έρθουν εκείνοι, να πάρουν το Στέφανο. Δεν ήξερα ακριβώς για ποιο λόγο, ώσπου εκείνο το βράδυ, πριν λίγες μέρες, σας άκουσα να συζητάτε στην κουζίνα. Τα άκουσα όλα Ανατολή, κρυμμένη πίσω από τη σκάλα. Μόλις έμαθα την αλήθεια, τρελάθηκα! Η αγάπη μου για το Χρήστο και το Στέφανο ξύπνησε ένα κομμάτι του εαυτού μου που πίστεψα ότι είχε νεκρωθεί. Βασανιζόμουν, ήθελα να κάνω κάτι να τους σώσω. Σκέφτηκα να πάρω και το Στέφανο και τη Ρεγγίνα και να εξαφανιστώ. Μάταιος κόπος. Θα μας έβρισκαν σίγουρα. Σκέφτηκα να αυτοκτονήσω. Αλλά δεν νομίζω ότι αυτό από μόνο του θα άλλαζε κάτι. Αυτοί θα έρχονταν. Αποφάσισα να σκοτώσω τα δυο παιδιά και μετά να σκοτωθώ, παίρνοντας μαζί μου όσους μπορώ από δαύτους. Πίστεψα ότι έτσι θα ματαιώσω για αρκετό καιρό τα σχέδια τους. Όσο για το Χρήστο…  πίστεψέ με, δεν έχεις ιδέα τι μπορούν να κάνουν! Τα βασανιστήρια που θα περνούσε ο Χρήστος στα χέρια τους, θα έκαναν το θάνατο να μοιάζει με γλυκιά αγαλλίαση. Γι’ αυτό τον σκότωσα. Για να μην περάσει όσα πέρασα εγώ... Λυπάμαι τόσο μα τόσο πολύ…
Για πρώτη φορά η Ανατολή ένιωσε την ανάγκη να την αγκαλιάσει. Της φίλησε τα μαλλιά και την κούνησε για λίγο σαν μωρό. Μετά της σήκωσε το πρόσωπο και της είπε χαμηλόφωνα σχεδόν ψιθυριστά…
-Δεν τον σκότωσες… Ο Χρήστος είναι ζωντανός…
Η Μαίρη γούρλωσε τα μάτια, μη μπορώντας να πιστέψει αυτό που μόλις είχε ακούσει, όμως η ανακούφιση ήταν έκδηλη στο πρόσωπό της.
-Μα… πώς… θέλω να πω… τον μαχαίρωσα… είδα το αίμα να αναβλύζει… τόση ώρα… δεν μπορεί…
-Για το Χρήστο ο χρόνος πάγωσε τη στιγμή που βγήκες από το αυτοκίνητο. Κι ο ίδιος πάγωσε, εγώ τον πάγωσα. Τώρα μένει μόνο να τον ακουμπήσω με τα φτερά μου και η πληγή του θα γιατρευτεί αμέσως. Έλα, πάμε…
Την πήρε από το χέρι και την οδήγησε πίσω στο αυτοκίνητο, μα δεν την άφησε να πλησιάσει. Άνοιξε την πόρτα του οδηγού. Κάλυψε το Χρήστο με τα φτερά της, ένα κύμα ζεστασιάς απλώθηκε σε όλο τον κήπο κι ένα φως πλημμύρισε τα μάτια της Μαίρης. Όλα μύριζαν γιασεμί. Λίγα μόλις δευτερόλεπτα μετά, η Ανατολή σηκώθηκε και η Μαίρη διέκρινε τη σιλουέτα του Χρήστου, ενός σαστισμένου Χρήστου να βγαίνει διστακτικά από το αυτοκίνητο. Πριν προλάβει να κάνει ένα βήμα, έτρεξε και τον αγκάλιασε με δύναμη, όσο πιο σφιχτά μπορούσε.
-Συγνώμη, συγνώμη, για όλα συγνώμη, ψιθύρισε μέσα από δάκρυα και φιλιά. Αγκαλιάστηκαν κι έμειναν έτσι για μερικά δευτερόλεπτα. Κατά έναν περίεργο τρόπο, ο Χρήστος κατάλαβε, χωρίς να χρειαστεί να ρωτήσει τίποτα. Ποιος ξέρει, ίσως η Ανατολή μαζί με την πνοή ζωής που του χάρισε να του έδωσε και μια κάποια επίγνωση…
Η Ανατολή τους παρατηρούσε με ευχαρίστηση. Ξάφνου, όλες οι αισθήσεις της οξύνθηκαν. Τα αυτιά, τα μάτια της, ακόμα και η όσφρηση εντάθηκαν να εντοπίσουν από πού ερχόταν ο επικείμενος κίνδυνος.
-Λυπάμαι που διακόπτω, αλλά πρέπει να φύγουμε αμέσως. Κινδυνεύουμε. Πάμε πίσω στο σπίτι. Τώρα! Έρχονται! Πρέπει να προστατεύσουμε τα παιδιά, την Κατερίνα. Τρέξτε πριν να είναι αργά!
Η Μαίρη άρχισε να τρέμει σύγκορμη. Φαινόταν τρομοκρατημένη.
-Τίποτα… δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα…  ψέλλισε ξέπνοα.
-Έλα, της είπε η Ανατολή. Δεν έχει μόνο ο Ντέημον άσους στο μανίκι του. Πάμε.
Ξεκίνησαν κι οι τρεις, με γρήγορα αποφασιστικά βήματα. Για πρώτη φορά ήταν σίγουροι απόλυτα ο ένας για τον άλλο. Ήταν μια ομάδα οι τρεις τους, μια ιδιότυπη Αγία Τριάδα, αδιαίρετη και αδιάσπαστη. Ήλπιζαν να είναι και άτρωτοι.
Την ίδια στιγμή, το σαλόνι του σπιτιού είχε πλημμυρίσει με σκιές, που έβγαιναν αργά και αθόρυβα μέσα από το σβησμένο πια τζάκι και άρχισαν απειλητικά να προχωρούν στο εσωτερικό και να πλησιάζουν την ξύλινη σκάλα που ανέβαινε στα υπνοδωμάτια, όπου ήσυχα κοιμόνταν ο Στέφανος και η Κατερίνα. Η μικρή Ρεγγίνα, σαν να διαισθάνθηκε την παρουσία του πατέρα της, ξύπνησε κι άρχισε να κλαψουρίζει σιγανά, σπάζοντας την απόλυτη, νεκρική σχεδόν ησυχία.

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ - 13





13. Σκοτεινά Ερωτήματα

Ο Χρήστος σάστισε. Αυτό που περίμενε, που ονειρευόταν όλα αυτά τα χρόνια και πίστευε πως ποτέ δεν θα συμβεί, συνέβαινε αυτήν ακριβώς τη στιγμή. Την πιο απίθανη στιγμή, ανάμεσα σε χίλια δύο ερωτηματικά, η γυναίκα αυτή στεκόταν απέναντί του και του εξέφραζε τον πόθο της με τον πιο ξεκάθαρο δυνατό τρόπο. Μα γιατί; Γιατί τώρα; Γιατί ποτέ πριν δεν του είχε αφήσει ούτε μία, ούτε την παραμικρή υπόνοια πως θα μπορούσε να τον δει ως κάτι άλλο, εκτός από φίλο, από αδερφό; Κι όλα αυτά τα παράξενα ότι θα τη μισήσει κι ότι του έχει κρύψει πράγματα τι είναι; Πολλά τα ερωτήματα που με ταχύτητα αστραπής διαδέχονταν το ένα το άλλο μέσα στο θολωμένο μυαλό του. Μα το μυαλό χωράει σε ζητήματα καρδιάς; Η γυναίκα που ήθελε όσο καμία άλλη ήταν εκεί και του πρόσφερε τον εαυτό της! Αν και ένιωθε έναν τεράστιο κίνδυνο να τον πλησιάζει, αγνόησε εντελώς το ένστικτό του κι αφέθηκε. Η στιγμή αυτή δεν ήταν για ερωτήσεις και δισταγμούς. Η στιγμή αυτή ήταν δική τους, δεν υπήρχε τίποτα άλλο, μόνοι εκείνοι, ο Χρήστος και η Μαίρη του. Άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε απαλά τα χείλη της. Κάθε αντίσταση κάμφθηκε αυτόματα μόλις το δέρμα του ήρθε σε επαφή με το δικό της. Η επόμενη στιγμή τους βρήκε αγκαλιασμένους, παραδομένους σε ένα βαθύ φιλί, σε ένα πάθος παράφορο, την άγγιζε και τη φιλούσε σε κάθε ελεύθερο σημείο του κορμιού της, με τα δάχτυλα, τα χείλη, τη γλώσσα, τα δόντια του. Φορώντας ακόμα τα περισσότερα ρούχα τους, γλίστρησε μέσα της με έναν τρόπο σχεδόν απόκοσμο. Η Μαίρη ανάσαινε γρήγορα και κάθε λίγο ένας μικρός αναστεναγμός έφευγε από τα χείλη της και ψιθύριζε το όνομά του. Τη στιγμή που τελείωσε, ένιωσε πως αν πέθαινε εκείνη την ώρα θα ήταν ευτυχισμένος. Η Μαίρη του χαμογέλασε γλυκά και χώθηκε στην αγκαλιά του.
-Ξέρεις πόσο καιρό το περίμενα αυτό; Τη ρώτησε
- Εγώ να δεις!.... του απάντησε ξαφνιάζοντάς τον.
- Μα, τότε γιατί ποτέ δε μου μίλησες; Δεν μπορεί να μην είχες καταλάβει τι ένιωθα για σένα!...
-Δεν ξέρω… για πολλούς λόγους… όταν έφυγες, φοβήθηκα, όλη αυτή η ιστορία με το Στέφανο με είχε τρομάξει, δεν ήξερα αν μπορούσα να ανταπεξέλθω, κόλωσα, έμεινα πίσω… Το ξέγραψα από το μυαλό μου εντελώς το να είμαστε μαζί. Μετά ήρθε ο Γιώργος…
-Τον αγαπάς;
Του απάντησε με ένα στεναγμό απελπισίας.
-Τον αγάπησα… πολύ. Αλλά ο Γιώργος, ο Γιώργος μου, δεν υπάρχει, ποτέ δεν υπήρξε, ήταν όλα ένα ψέμα.
-Τώρα είναι που δεν καταλαβαίνω απολύτως τίποτα!
-Θα καταλάβεις αμέσως. Μόνο που θα πρέπει να γυρίσουμε μερικούς μήνες πίσω και να σου διηγηθώ μια απίθανη ιστορία που θα σου λύσει πολλές απορίες, κυρίως για τις αλλαγές επάνω μου.
-Είμαι όλος αυτιά! Απάντησε με αληθινό ενδιαφέρον ο Χρήστος. Φυσικά, όσα θα άκουγε δεν θα μπορούσε ποτέ να τα φανταστεί.

Αθήνα

Ο Ιωσήφ σκεφτόταν και πάλι τη Μαίρη και πώς είχε χάσει τα ίχνη της. Ουσιαστικά, δεν είχε την πολυτέλεια του χρόνου να ασχοληθεί περεταίρω, καθώς οι απανωτές δολοφονίες τον απασχολούσαν σχεδόν όλο το εικοσιτετράωρο. Παρόλα αυτά είχε επιχειρήσει να επικοινωνήσει μαζί της και τηλεφωνικά και μέσω e-mail, αλλά δεν κατόρθωσε να την βρει. Θυμόταν την ημέρα που είχε πάει στο σπίτι της, λίγο μετά την ανακάλυψη του πτώματος στην Πεντέλη. Ύστερα από άπειρες αποτυχημένες προσπάθειες, είχε αποφασίσει να εμπιστευθεί το αστυνομικό ένστικτο που τον προειδοποιούσε ότι η Μαίρη είχε μπλέξει άσχημα και πιθανώς κινδύνευε και να κάνει κάτι δραστικό. Όταν έφτασε, φαινομενικά, όλα ήταν ήρεμα, αλλά στον αέρα πλανιόταν μια ατμόσφαιρα βαριά. Πλησίασε προσεκτικά στην εξώπορτα κι έσκυψε να αφουγκραστεί αν κάποιος ήταν μέσα. Δεν άκουσε κάτι κι έτσι παραβίασε με την ταυτότητά του την κλειδαριά. Μπαίνοντας στο σαλόνι, μπορούσε κανείς να αντιληφθεί πως κανείς δεν είχε πατήσει στο σπίτι εδώ και μέρες. Η σκόνη είχε κάνει ένα παχύ στρώμα πάνω στα έπιπλα, ενώ ο χώρος μύριζε έντονα κλεισούρα. Ο Ιωσήφ άρχισε να ψαχουλεύει κάθε σπιθαμή του σπιτιού, ψάχνοντας το παραμικρό στοιχείο, ο,τιδήποτε θα μπορούσε να του δώσει μια ιδέα για το πού βρισκόταν η Μαίρη και αν ήταν καλά. Κανονικά, θα έπρεπε όπου να 'ναι να γεννήσει. Ήταν από μικροί πολύ δεμένοι, ήταν εντελώς αφύσικο να μην τον έχει ενημερώσει, να μην του έχει καν τηλεφωνήσει. Τι διάολο, εδώ λέγανε να γίνει εκείνος νονός! Έπρεπε να τη βρει και να την προειδοποιήσει. Εφόσον ο νεκρός ήταν ο Γιώργος, με τη Μαίρη ποιος ήταν; Και κυρίως πού την είχε;
Από τότε είχαν περάσει μήνες και ο Ιωσήφ δεν είχε καταφέρει να μάθει το παραμικρό. Τόσο ο Γιώργος όσο και η Μαίρη είχαν εξαφανιστεί από προσώπου γης. Οι δολοφονίες αυξάνονταν, ο Ιωσήφ πάσχιζε να εξιχνιάσει κάθε έγκλημα, στην ουσία πάσχιζε να βρει τη σύνδεση ανάμεσά τους, γιατί ήταν σίγουρος πως υπήρχε σύνδεση. Όμως, ταυτόχρονα, έκανε τα αδύνατα δυνατά να βρει την ξαδέρφη του. Είχε πλέον απελπιστεί, μέχρι που εκείνο το πρωί, ανοίγοντας τον υπολογιστή του είδε στα εισερχόμενα την ηλεκτρονική διεύθυνση της Μαίρης. Το μήνυμα δεν είχε θέμα ούτε και περιεχόμενο. Ήταν μόνο μια φωτογραφία. Ένα σπίτι διώροφο, με κεραμίδια και κήπο. Αυτό σίγουρα δεν ήταν στην Αθήνα. Ξαφνικά στην εικόνα άρχισε να αναβοσβήνει με τεράστια κόκκινα γράμματα η λέξη «ΒΟΗΘΕΙΑ»! Ο Γιώργος πετάχτηκε ως το ταβάνι! Τι σήμαινε πάλι αυτό; Γιατί του ζητούσε βοήθεια; Πού ήταν; Ξαφνικά, θυμήθηκε ότι αυτό το σκηνικό το έχει ξαναδεί. Έψαξε στα παλιότερα e-mail της ξαδέρφης του. Διάνα! Μια φωτογραφία που του είχε στείλει πριν από 2 χρόνια, εκείνη, ο Χρήστος και στην αγκαλιά της ο Στέφανος. Το σπίτι του Χρήστου στην Ξάνθη. Σήκωσε το τηλέφωνο και σχημάτισε βιαστικά έναν αριθμό.
-Έλα, ο Ιωσήφ είμαι. Σε μια ώρα να είσαι εδώ, φεύγουμε για Ξάνθη. Και μην πεις σε κανέναν τίποτα! Είναι διαταγή!

Την ίδια στιγμή στην Ξάνθη

Η Μαίρη μόλις είχε τελειώσει την εξιστόρηση στο Χρήστο της τρελής αυτής ιστορίας, από τη στιγμή που λιποθύμησε στο εστιατόριο, τα βασανιστήρια, την αποκάλυψη της αληθινής ταυτότητας του Γιώργου, της γέννας, μέχρι και τη στιγμή που την είχε βρει αναίσθητη δίπλα από τη σκάλα. Ο Χρήστος την κοιτούσε άφωνος. Πόσο πιο απίστευτη μπορεί να γινόταν πια αυτή η περιπέτειά τους! Κι άθελά του είχε σύρει και τη Μαίρη σε όλο αυτό. Εκείνος εντάξει, είχε κάνει μια επιλογή, όποιες κι αν ήταν οι συνέπειες δεν είχε σημασία, ήταν η δική του επιλογή! Η Μαίρη όμως τι έφταιγε; Γιατί να τα περάσει όλα αυτά; Έσκυψε, την αγκάλιασε κι άφησε ένα φιλί στα μαλλιά της.
-Δεν με μισείς μετά από όσα έμαθες;
-Να σε μισήσω; Αν είναι δυνατόν εγώ να μισήσω εσένα! Καταλαβαίνω... δεν μπορούσες να κάνεις αλλιώς, δεν είχες επιλογή...
Η Μαίρη αναστέναξε. Με το δεξί της χέρι κάτι ψαχούλεψε στην τσέπη του παλτό της.
-Τώρα όμως, σίγουρα θα με μισήσεις, είπε και κάρφωσε στο λαιμό του Χρήστου ένα μαχαίρι.
Το τελευταίο που είδε ήταν τα γουρλωμένα μάτια του να την κοιτάζουν με απορία, καθώς το αίμα ανάβλυζε σαν νερό από συντριβάνι.
-Λυπάμαι, ψιθύρισε με δάκρυα στα μάτια και βγήκε από το αυτοκίνητο.

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ - Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΔΙΚΗ ΣΑΣ...



Αρχικα, γραφοντας την ιστορια αυτη, ειχα στο μυαλο μου τους βασικους ηρωες και την ιδεα ενος αισιοδοξου τελους, με το καλο να νικαει το κακο. Καθως οι ηρωες μου πηραν ζωη και απεκτησαν προσωπικοτητα, αρχισαν να κατακλυζουν το μυαλο μου διαφορα σεναρια, αλλα πιο αισιοδοξα, αλλα πιο φωτεινα, αλλα πιο σκοτεινα, αλλα με μικτες αποληξεις, χωρις ξεκαθαρα τοπια, με πολλα υποννοουμενα η με λιγοτερα. Κι επειδη, τα κλισε δεν μου αρεσουν και πολυ, θα αφησω την επιλογη στους αναγνωστες της ιστοριας μου. Παρακατω λοιπον, λιγες μονο γραμμες απο δυο εναλλακτικες συνεχειες της περιπετειας. Ψηφιστε μεχρι τις 30 Απριλιου ποια απο τις δυο προτιματε.

ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ 1

"Καθώς ο Γιώργος ή αλλιώς Ντέημον έμπαινε στο σπίτι με τους υποτακτικούς του, ο Χρήστος πέταξε στο τζάκι τις πέτρες που του έιχε δώσει νωρίτερα η Μαίρη, έχοντας στο νου πάντα τα λόγια της. "Η πύλη που θα ανοίξει οδηγεί στην Αθήνα, σε κάποιο τυχαίο σημείο, που όμως δεν μπορώ να εγγυηθώ ότι θα είναι ασφαλές. Θα μείνει ανοικτή για ένα λεπτό ακριβώς και όταν κλείσει δεν υπάρχει επιστροφή." Με μια βαθιά αναπνοή, ελπίζοντας πως δεν τους οδηγούσε στο θάνατό τους, έσπρωξε τη Φωτεινή με το Στέφανο στην αγκαλιά της και την κυρία Κατερίνα μέσα στην τρύπα. Άπλωσε το χέρι του στη Μαίρη, μα εκείνη κοντοστάθηκε. Η βλοσυρή μορφή του Ντέημον πρόβαλε στο σαλόνι. 
-Έλα! Γρήγορα! 
-Δεν θα έρθω μαζί σας, του είπε αποφασιστικά
-Τι είναι αυτά που λες! Έλα, η Πύλη θα κλείσει! Μαίρη... σε παρακαλώ, της είπε με το πιο τρομαγμένο του βλέμμα και το χέρι απλωμένο, μετέωρο...
-Φύγε, Χρήστο! Έχω ανοικτούς λογαριασμούς με τον κύριο!
Μη έχοντας άλλο χρόνο ή άλλη επιλογή, ο Χρήστος πήδηξε μέσα στο τζάκι τη στιγμή ακριβώς που η Πύλη έκλεινε, αφήνοντας τη Μαίρη μόνη, αντιμέτωπη με το χειρότερο εφιάλτη της..."

ΕΝΝΑΛΑΚΤΙΚΗ 2

"Μόλις είχε τελειώσει την εξιστόρηση στο Χρήστο της τρελής αυτής ιστορίας, από τη στιγμή που λιποθύμισε στο εστιατόριο, τα βασανιστήρια, την αποκάλυψη της αληθινής ταυτότητας του Γιώργου, της γέννας, μέχρι και τη στιγμή που την είχε βρει αναίσθητη δίπλα από τη σκάλα. Ο Χρήστος την κοιτούσε άφωνος. Πόσο πιο απίστευτη μπορεί να γινόταν πια αυτή η περιπέτειά τους! Κι άθελά του είχε σύρει και τη Μαίρη σε όλο αυτό. Εκείνος εντάξει, είχε κάνει μια επιλογή, όποιες κι αν ήταν οι συνέπειες δεν είχε σημασία, ήταν η δική του επιλογή! Η Μαίρη όμως τι έφταιγε; Γιατί να τα περάσει όλα αυτά; Έσκυψε, την αγκάλιασε κι άφησε ένα φιλί στα μαλλιά της.
-Δεν με μισείς μετά από όσα έμαθες;
-Να σε μισήσω; Αν είναι δυνατόν εγώ να μισήσω εσένα! Καταλαβαίνω... δεν μπορούσες να κάνεις αλλιώς, δεν είχες επιλογή...
Η Μαίρη αναστέναξε. Με το δεξί της χέρι κάτι ψαχούλεψε στην τσέπη του παλτό της.
-Τώρα όμως, σίγουρα θα με μισήσεις, είπε και κάρφωσε στο λαιμό του Χρήστου ένα μαχαίρι.
Το τελευταίο που είδε ήταν τα γουρλωμένα μάτια του να την κοιτάζουν με απορία, καθώς το αίμα ανάβλυζε σαν νερό από συντριβάνι.
-Λυπάμαι, ψιθύρισε με δάκρυα στα μάτια και βγήκε από το αυτοκίνητο."

Αυτό ήταν λοιπόν. Τώρα η τύχη των ηρώων είναι στα χέρια σας. Εσείς αποφασίζετε.
Πεταλουδίσια φιλιά!

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ



(Σημείωση: Ειπα να κανω ενα διαλλειμα απο την ιστορια "ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ" και να ανεβασω κατι εντελως διαφορετικο σε υφος και θεματολογια. Θα επιστρεψω με τη συνεχεια, εννοειται...
Ελπιζω να το απολαυσετε!)



ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ

Ένα τηλεφώνημα μέσα στη νύχτα σχεδόν ποτέ δεν είναι για καλό. Ήταν κι αυτό το αναθεματισμένο όνειρο που είχε δει το προηγούμενο βράδυ… χυμένο γάλα. Από παιδί ακόμα για εκείνη σήμαινε αρρώστια. Ή ακόμα χειρότερα θανατικό. Όλη μέρα κυκλοφορούσε σαν το φάντασμα, ελάχιστα κατάφερε να δουλέψει, για φαγητό ούτε λόγος, ένας κόμπος είχε σφηνωθεί στο στομάχι της και την έπνιγε, σίγουρα κάτι άσχημο την πλησίαζε. Μια κοιτούσε το ρολόι και μια το κινητό. Η Μαρία, η πιο κοντινή και έμπιστη φίλη της, ποτέ δεν θα ενοχλούσε στις 3 τα ξημερώματα χωρίς σοβαρό λόγο κι έτρεμε το τι θα άκουγε. Ανέπνευσε βαθιά για να πάρει θάρρος και απάντησε.
-Μαρία τι συμβαίνει;
-Μιράντα… δεν ξέρω πώς να στο πω… ο Μάρκος… πέθανε… ανακοπή..
Ένα αφόρητο βουητό απλώθηκε στα αυτιά της, ζαλίστηκε, αδύνατον να αρθρώσει λέξη.
-Μιράντα μου, η κηδεία είναι το πρωί στις 11. Σε πήρα γιατί σκέφτηκα πως θα θέλεις να πας.
-Όχι, απάντησε ξερά.
-Δεν θέλεις να τον αποχαιρετίσεις;
-Όχι έτσι… Μαρία θα σε κλείσω τώρα εντάξει;
-Καταλαβαίνω…
Κάρφωσε το βλέμμα της στο κενό. Αυτό ήταν λοιπόν. Η καρδιά του αποφάσισε να μην ξαναχτυπήσει και τέρμα. Ναι, θα τον αποχαιρετούσε… αλλά με το δικό της τρόπο. Άνοιξε την ντουλάπα της κι έβγαλε από το βάθος, κρυμμένο πίσω από πολλά μικρά και μεγάλα κουτιά, ένα ξύλινο σεντούκι. Έσυρε τα βήματά της στο σαλόνι, μηχανικά σχεδόν έβαλε ένα ποτό κι άναψε τσιγάρο. Το άνοιξε κι έβγαλε από μέσα ένα μάτσο σκισμένες σελίδες, χαρτάκια μικρά με μια μόνο φράση επάνω: «ποτέ ξανά». Χάθηκε ξαφνικά μέσα στο χρόνο. Δεκαεφτά χρόνια πίσω, είδε τον εαυτό της πρώτο έτος στο πανεπιστήμιο, είδε κι εκείνον, να μπαίνει στο αμφιθέατρο και να φωτίζει ο κόσμος της. Είκοσι χρόνια μεγαλύτερός της, κρεμόταν από τα χείλη του, η καρδιά της έχανε ένα χτύπο κάθε φορά που την κοιτούσε και τα μάγουλά της βάφονταν κόκκινα. Όποτε του παρέδιδε μια εργασία φρόντιζε να αγγίξει με τα ακροδάχτυλα της τα δικά του κι η ανατριχίλα την έκανε να νιώθει πως βάδιζε σε κινούμενη άμμο. Εκείνο το πρωί τα μάτια του ταξίδευαν πάνω της σε όλο το μάθημα. Όταν ανακάλυψε το σημείωμά του μέσα στη διορθωμένη εργασία που της επέστρεψε, η αναπνοή της σταμάτησε. «Σε περιμένω απόψε, στις 9, στην παραλία. Μάρκος». Η ψυχή της πέταξε μακριά, οι ώρες έμοιαζαν ατέλειωτες, ήταν ήδη εκεί.
Τον είδε να την περιμένει μέσα στο αυτοκίνητο, ο αέρας ανακάτευε τα μαύρα του μαλλιά, γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος της κι ήταν ο ίδιος ο Έρωτας που την κοιτούσε με μάτια που γυάλιζαν. Τα δάχτυλά του άγγιξαν το πρόσωπό της, το γκρίζο βλέμμα του χάθηκε στο δικό της γαλάζιο κι όταν τα χείλη τους ενώθηκαν μια θάλασσα συναισθημάτων την τύλιξε, ήταν αργά, πολύ αργά να κάνει πίσω, ήταν δική του… ολότελα. Κάθε της κύτταρο το φώναζε, καθώς τα χέρια του κατακτούσαν κάθε γωνιά του κορμιού της, ανάμεσα σε λόγια ερωτικά και ψίθυρους, αγγίγματα και φιλιά στα πιο απόκρυφα κέντρα του πόθου της, όλο της το είναι του παραδόθηκε, ώσπου ξέσπασε μέσα της και μια απαλή ζεστασιά τη γέμισε. Οι αναπνοές τους συντονίστηκαν κι έμειναν εκεί αγκαλιασμένοι, άφωνοι, άπνοοι σχεδόν. Σκόρπιζε φιλιά στα μαλλιά της, ώσπου το είδε… μια μικρή τόση δα κηλίδα αίμα πάνω στην κοιλιά του.
Τινάχτηκε σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Πέρασε νευρικά τα χέρια του μέσα από τα μαλλιά του. Την κοιτούσε έκπληκτος.
-Ήσουν… θέλω να πω… ήμουν ο πρώτος που…
-Ναι. Ο πρώτος, του χαμογέλασε.
Έκρυψε το πρόσωπό του στα γόνατά του.
-Γαμώτο! Αυτό δεν το είχα φανταστεί, δεν έπρεπε να συμβεί! Θεέ μου, τι έκανα!!
-Γιατί κάνεις έτσι; Νομίζεις πως δεν το ήθελα; Έλα εδώ χαζέ, έκανε να τον αγκαλιάσει.
-Δεν καταλαβαίνεις, της είπε με το κεφάλι πάντα σκυμμένο. Είμαι παντρεμένος.
Το σοκ τη χτύπησε σαν δυνατό χαστούκι.
-Μιράντα, μίλησέ μου, σε παρακαλώ, πες κάτι, βρίσε με…
-Δεν υπάρχει λόγος. Δεν μου χρωστάς εξηγήσεις, το θέλαμε κι οι δυο και έγινε, δεν το μετανιώνω.
-Αλήθεια λες; Η καρδιά του φτερούγισε σαν χελιδόνι. Της χαμογέλασε ζεστά, μ’ εκείνο το υπέροχο χαμόγελο που τη μαγνήτιζε… Εγώ… είμαι ερωτευμένος μαζί σου, αν ήθελες, θα μπορούσαμε…
-Ποτέ ξανά! του φώναξε. Συμμαζεύτηκε κάπως, άγγιξε με τα δάχτυλα της τα χείλη της και τα ακούμπησε μετά στα δικά του. Ποτέ ξανά, επανέλαβε σιγά, σχεδόν ψιθυριστά και βγήκε από το αυτοκίνητο. Τον ένιωσε να την κοιτάζει καθώς ξεμάκραινε μα δε γύρισε ούτε μια φορά το κεφάλι της.
Άπειρες φορές από τότε προσπάθησε να την πλησιάσει, να της εξηγήσει, άπειρα μικρά ραβασάκια έφταναν στα χέρια της, πάντα τα ίδια λόγια «θέλω να σε δω, σε παρακαλώ, για λίγο μόνο», πάντα η ίδια απάντηση «ποτέ ξανά».
Το εξάμηνο τέλειωσε, πέρασαν τα χρόνια, η ζωή κύλησε, ώσπου λίγο αργότερα, η μοίρα τους έβγαλε κοροϊδευτικά τη γλώσσα κι έφερε το Μάρκο στην ίδια γειτονιά, μερικά μόλις σπίτια μακριά από εκείνη. Κάθε φορά που τη συναντούσε έψαχνε μια χαραμάδα ανοικτή, μια ευκαιρία να της πει όσα δεν τόλμησε τότε. Μια μέρα βρήκε το κουράγιο, την πλησίασε. Στα 47 του ήταν ακόμα πολύ γοητευτικός, στα 27 της εκθαμβωτική, σταμάτησε μπροστά της, χαμογέλασε κι άφησε τα μάτια του να της τα πουν όλα, για τον έρωτά του, τις ενοχές, την απόγνωση, τη ζωή που πέρασε με τη σκέψη της. Ο έρωτας της ζωής της ήταν εκεί μπροστά της, άπλωσε τα χέρια της, τον άγγιξε απαλά…
-Ξέρω, του είπε…
-Μιράντα, αγάπη μου…
-Ποτέ ξανά.
Χάθηκε από τα μάτια της και δεν την ενόχλησε ποτέ ξανά. Την επόμενη μέρα βρήκε στην πόρτα της όλα τα «ποτέ ξανά» που του είχε γράψει. Τα έβαλε μέσα στο σεντούκι που φύλαγε τα ραβασάκια του. Κάθε χρόνο, την ίδια μέρα με το ραντεβού στην παραλία, κάποιος άφηνε ένα λευκό τριαντάφυλλο στο χώμα της αυλής της, χωρίς σημείωμα, χωρίς όνομα, όμως ήξερε πως ήταν εκείνος.
Ο ήχος από το ξυπνητήρι έσπασε την ησυχία βγάζοντας την από τις αναμνήσεις. Έβαλε τα χαρτιά και τα τριαντάφυλλα πίσω στο κουτί και το έκρυψε. Σκούπισε το μοναδικό δάκρυ που έχυσε ποτέ για το Μάρκο. Ήταν πια ελεύθερη.
Μπήκε στο δωμάτιο των παιδιών της, τα φίλησε τρυφερά στα μαλλιά.
-Ξυπνήστε. Μια καινούργια μέρα ξεκινάει.
 



Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ - 12





12. Αποφάσεις Που Πονάνε

Λίγες στιγμές αργότερα η Μαίρη βρισκόταν ξαπλωμένη στον καναπέ του σαλονιού και ο Χρήστος προσπαθούσε να τη συνεφέρει τρίβοντας με οινόπνευμα τα χέρια της και το λαιμό της. Καθώς ξεκούμπωσε τη νυχτικιά της για να τρίψει λίγο το στέρνο της, παρατήρησε πολλές μικροσκοπικές γρατζουνιές, σαν νυχιές, που ξεκινούσαν περίπου από το ύψος της μασχάλης της και συνεχίζονταν σε όλο το δέρμα ώσπου χάνονταν μέσα από το σουτιέν θηλασμού που φορούσε. Παραξενεύτηκε και τρόμαξε αρκετά, αλλά φυσικά δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή. Πλησίασε το μπουκάλι με το οινόπνευμα στη μύτη της και η έντονη μυρωδιά την επανέφερε στην πραγματικότητα. Άνοιξε τρομαγμένη τα μάτια της και κοίταξε ένα γύρο. Μέσα σε δευτερόλεπτα κατάλαβε τι είχε συμβεί και έψαξε να βρει μια καλή δικαιολογία.
-Μαίρη, είσαι καλά;
-Ναι, έτσι νομίζω…
-Μα τι σου συνέβη; Σε βρήκαμε αναίσθητη δίπλα στη σκάλα.
-Δεν ξέρω ακριβώς… Κατέβηκα να πιω λίγο νερό. Στο τελευταίο σκαλοπάτι παραπάτησα και έπεσα. Νομίζω πως ζαλίστηκα και για αυτό λιποθύμησα.
Ο Χρήστος την κοίταξε παραξενεμένος. Την παρατήρησε για μερικά δευτερόλεπτα και για πρώτη φορά από την ώρα που την είχε αντικρίσει στο κατώφλι του σπιτιού του ένιωσε περίεργα, σαν κάτι μεταξύ τους να είχε αλλάξει, σαν κάτι στη Μαίρη να είχε αλλάξει. Και τώρα, αυτήν ακριβώς τη στιγμή, είχε την αίσθηση ότι προσπαθούσε να του κρυφτεί.
-Μαίρη… Μήπως θες να μου πεις κάτι; Μήπως μου κρύβεις κάτι;
-Σαν τι να σου κρύβω; Απάντησε με φανερή αμηχανία.
-Δεν ξέρω… Εσύ θα μου πεις… Το ξέρεις ότι μπορείς να μου πεις τα πάντα, έτσι;
-Ναι, φυσικά. Μα τι σε έχει πιάσει από χτες με τις ερωτήσεις; Άσε με στην ησυχία μου, δεν αισθάνομαι πολύ καλά!
-Ξέρεις κάτι; Δε σ’ αφήνω, όχι. Θέλω να μου πεις ακριβώς τι σου συμβαίνει, γιατί δεν φέρεσαι σαν την Μαίρη που ξέρω. Κάτι περίεργο υπάρχει εδώ και θέλω να το μάθω τώρα.
-Τίποτα περίεργο δεν συμβαίνει σου λέω!
-Α ναι; Κι αυτά τι είναι; Της είπε και με μια απότομη κίνηση άνοιξε τη νυχτικιά της κι αποκάλυψε τα σημάδια. Ποιος στα έκανε αυτά;
Η Μαίρη σάστισε στην αρχή. Τραβήχτηκε απότομα και κουμπώθηκε βιαστικά. Δεν είχε νόημα να πει ψέματα, αλλά θα έλεγε μόνο τη μισή αλήθεια.
-Η μικρή μου τα κάνει με τα νύχια της την ώρα που θηλάζει, είπε με χαμηλωμένο βλέμμα. Βλέπεις, δεν έχω εμπειρία και φοβάμαι να τις κόψω τα νύχια, μήπως κουνηθεί απότομα και της κόψω το δέρμα. Τα νυχάκια της είναι μυτερά σαν μαχαίρια, έτσι δεν ήταν και του Στέφανου;
-Ναι, Μαίρη έτσι ήταν, αλλά αν θυμάσαι εσύ μου έμαθες να του τα κόβω.
Ωχ! Είχε κάνει βλακεία. Πώς το μπαλώνουν τώρα αυτό;
-Αυτό ήταν πριν 3 χρόνια! Από τότε δεν έχω καμιά επαφή με μωρά. Εξάλλου ο Στέφανος ήταν ήσυχος σαν αγγελούδι, η Ρεγγίνα είναι πολύ νευρική και κάνει απότομες κινήσεις.
Ο Χρήστος δυσκολευόταν να την πιστέψει, ήταν πια σίγουρος ότι του έκρυβε κάτι και μάλιστα κάτι πολύ σοβαρό. Η στάση του σώματός της, το βλέμμα της, τα πάντα πάνω της μαρτυρούσαν πως έλεγε ψέματα. Όμως, αποφάσισε να παίξει κι αυτός το παιχνίδι της και να δει πού το πήγαινε.
-Πολύ καλά, σε πιστεύω. Θα το λύσουμε αμέσως αυτό το πρόβλημα. Κυρία Κατερίνα! Κυρία Κατερίνα! Φώναξε δυνατά. Σχεδόν αμέσως η πόρτα άνοιξε κι η γνώριμη φιγούρα φάνηκε στο σαλόνι.
-Τι πας να κάνεις; Ρώτησε σχεδόν έντρομη η Μαίρη.
-Σςςς, ξέρω τι κάνω. Εδώ έχουμε την εμπειρία προσωποποιημένη, τόσα παιδιά έχουν περάσει από τα χέρια της. Θα σε βοηθήσει στα πάντα. Κυρία Κατερίνα, είπε γυρνώντας προς το μέρος της, σε παρακαλώ μόλις ξυπνήσει η Ρεγγίνα να δείξεις στη Μαίρη πώς να της κόψει τα νυχάκια. Και γενικά, επειδή η μικρομανούλα από εδώ έχει μάλλον πελαγώσει, βοήθησέ την σε ό,τι μα ό,τι χρειαστεί με τη μικρή. Θέλω να είσαι συνεχώς στο πλευρό της, σαν μια έμπιστη φιλενάδα, εντάξει; Τις δυο τελευταίες φράσεις τις τόνισε με νόημα, κάτι που φυσικά αμέσως έπιασε η κυρία Κατερίνα.
-Φυσικά! Έλα κορίτσι μου, εγώ είμαι εδώ για όλα, είπε με απόλυτη φυσικότητα, τόση που η Μαίρη πίστεψε πως της έδιναν μεγάλη χαρά που της ζήτησαν να φροντίσει μαζί της το μωρό. Πράγματι, η κυρία Κατερίνα λάτρευε να περιποιείται μωρά, αλλά στην προκειμένη περίπτωση είχε διαισθανθεί από την αρχή πως κάτι δεν πήγαινε καλά και δεν θα έχανε με τίποτα την ευκαιρία να έχει από κοντά τη Μαίρη μέχρι να το ανακαλύψει.
Η Μαίρη αποσύρθηκε στο δωμάτιό της. Ήταν μόλις 7 το πρωί, η Ρεγγίνα δεν θα ξυπνούσε για περίπου δύο ώρες ακόμα κι έτσι θα είχε την ευκαιρία να σκεφτεί και να επεξεργαστεί μέσα της όλα όσα είχε ακούσει. Οι πληροφορίες ήταν καταιγιστικές. Ήξερε ότι όλη αυτή η ιστορία ξεπερνούσε κάθε έννοια του φυσιολογικού, αλλά ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι πρόκειται για το Θεό και το Διάολο, για την τελική μάχη του Καλού και του Κακού. Πώς βρέθηκε μπλεγμένη αυτή σε κάτι τέτοιο; Το μόνο που ήθελε πάντα ήταν μια ήσυχη ζωή… Κι αυτό που άκουσε για το Στέφανο και τη Ρεγγίνα, ήταν δυνατόν; Ήταν αδέρφια; Κι αν είχε καταλάβει καλά, η Φωτεινή μίλησε για… αδερφοκτονία; Δηλαδή… η Ρεγγίνα… επρόκειτο να σκοτώσει το Στέφανο; Όχι όχι, δεν.. δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση, αυτά ήταν μωρά! Δεν το χωρούσε το μυαλό της. Ήξερε ότι το κοριτσάκι της δεν ήταν όπως τα υπόλοιπα παιδάκια, έβλεπε την κακία στα μάτια της ακόμα, αλλά… ήταν το κοριτσάκι της, δεν μπορεί να μην είχε ίχνος καλοσύνης μέσα της, άλλωστε πώς, πώς ένα τόσο δα πλασματάκι θα έκανε φόνο; Ώρες τα σκεφτόταν και δεν ήξερε τι να κάνει, πώς να συμπεριφερθεί. Να προστατεύσει τον εαυτό της και το παιδί της. Αλλά πώς; Ο Ντέημον ή Γιώργος ή όπως στο διάολο τον έλεγαν δεν ήταν άξιος καμιάς εμπιστοσύνης! Για φαντάσου… Έκανε παιδί με τη Φωτεινή μόνο και μόνο για να το σκοτώσει! Το κάθαρμα! Κι εκείνης πόσα ψέματα της είχε πει! Να προστατεύσει το Στέφανο και το Χρήστο. Μα με ποιο τίμημα; Η δική της ζωή δεν είχε αξία, ήταν ούτως ή άλλως τελειωμένη, μα της είχαν ξεκαθαρίσει πως θα σκοτώσουν το παιδί. Και μετά από όσα άκουσε, ήταν σίγουροι πως θα πραγματοποιούσαν τις απειλές τους. Η απελπισία της μεγάλωνε κάθε δευτερόλεπτο. Έσκυψε πάνω από την κούνια και κοίταξε τη Ρεγγίνα που κοιμόταν. Έδειχνε τόσο ήσυχη, τόσο γαλήνια, τόσο γλυκιά. Άπλωσε τα χέρια της και την πήρε απαλά στην αγκαλιά της, προσέχοντας μην την ξυπνήσει. Δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπό της και άρχισε να τραγουδάει ένα απαλό τραγουδάκι που έλεγε και στο Στέφανο όταν ήταν μωρό. Πώς θα μπορούσε ποτέ να διαλέξει; Δεν γινόταν να σώσει και τους δυο, αλλά να στείλει το Στέφανο στο θάνατό του της ήταν αδύνατο. Ένα κλάμα την έβγαλε από τις σκέψεις της. Η Ρεγγίνα άνοιξε τα μάτια της, αυτά τα κίτρινα σχεδόν διάφανα μάτια και την κοίταξε. Η Μαίρη έσκυψε να τη φιλήσει απαλά στο μάγουλο. Καθώς πλησίαζε το πρόσωπό της στης Ρεγγίνας, εκείνη γούρλωσε τα μάτια της, άπλωσε το χέρι της και με τα νύχια της χάραξε το μάγουλο της Μαίρης. Στα μικροσκοπικά της νύχια έμεινε λίγο δέρμα και μερικές σταγόνες αίμα. Το έφερε στο στόμα και το πιπίλισε ευχαριστημένη. Η εικόνα προκάλεσε στη Μαίρη αηδία και τρόμο. Εκείνη τη στιγμή πήρε την απόφασή της. Έβαλε τη μικρή στο στήθος να θηλάσει, μια εμπειρία ιδιαίτερα επώδυνη κάθε φορά. Καθώς θήλαζε, άρχισε να ξανασκέφτεται όσα ήθελε να κάνει, ένιωσε να πισωγυρίζει. Χάιδεψε με το χέρι της το κεφάλι του μωρού και μετά άγγιξε με τα δάχτυλά της τις γρατζουνιές στο πρόσωπό της. Όχι, έτσι έπρεπε να γίνει, δεν υπήρχε άλλη λύση. Μόλις τελείωσε με τη φροντίδα και το τάισμα της μικρής, την έβαλε στο κρεβατάκι της και κατέβηκε πατώντας στις μύτες στο σαλόνι. Πλησίασε στο μέρος που είχε κρύψει αυτό που είχε φέρει μαζί της και πάτησε ένα κουμπί. Το αντικείμενο αυτό ήταν κάτι σαν πομπός. Ο Γιώργος της είχε δώσει σαφείς οδηγίες. Αυτό θα γέμιζε σιγά σιγά το χώρο με αρνητική ενέργεια, θα δημιουργούσε εκνευρισμό και τσακωμούς αρχικά και αργότερα θα έκανε τους ανθρώπους τους σπιτιού να αρρωστήσουν, δηλαδή όλους εκτός από το Στέφανο. Αν όμως η Μαίρη πατούσε το κουμπί, τότε ο Γιώργος θα ξεκινούσε να πάει να τη βρει μαζί με μερικούς ακόμα από την Κάτω Χώρα, είτε γιατί θα χρειαζόταν βοήθεια, είτε γιατί το σχέδιο θα είχε ολοκληρωθεί και θα μπορούσαν ανενόχλητοι να πάρουν το παιδί.
«Ωραία λοιπόν… Το πάτησα και τώρα δεν έχει πισωγύρισμα… Αύριο το πολύ θα είναι εδώ… Ό,τι βρέξει ας κατεβάσει…» σκέφτηκε και πήρε μια βαθιά ανάσα.
Ανέβηκε ξανά τις σκάλες, αλλά αντί να μπει στο δικό της δωμάτιο, μπήκε στο δωμάτιο το Χρήστου. Τον βρήκε να κοιμάται εξαντλημένος και χάιδεψε απαλά το πρόσωπό του. Τον σκούντηξε μερικές φορές μέχρι που ξύπνησε και του έκανε νόημα να μη μιλήσει, αλλά να την ακολουθήσει. Το έδωσε το παλτό του, φόρεσε κι εκείνη το δικό της και τον οδήγησε από το χέρι έξω από το σπίτι, στο αυτοκίνητό του. Μόλις κάθισαν χώθηκε στην αγκαλιά του κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς.
-Χρήστο, πρέπει να σου μιλήσω κι όσα έχω να σου πω δεν θα τα πιστέψεις. Ελπίζω να μη με μισήσεις!
-Τι… να σε μισήσω εγω;… Τι είναι αυτά.. τι… πες μου…
-Μη μιλάς, δεν έχουμε πολύ χρόνο, ήδη θα είναι στο δρόμο.
-Ποιοι κορίτσι μου; Τι λες;;;
-Θα σου τα πω όλα. Μα πρώτα… σε παρακαλώ… κάνε μου έρωτα! Τώρα!