Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

ΜΕ ΛΕΝΕ ΦΑΕΘΩΝΑ




Η παρακατω ιστορια ειναι η πρωτη μου συμμετοχη στο πολυαγαπημενο πλεον μπλογκοπαιχνιδι-διαγωνισμο "Παιζοντας με τις λεξεις", που διοργανωνει η αγαπητη Φλωρα του Τexnis-stories. Ελπιζω να σας αρεσει!


Η δική μου ιστορία τέλειωσε νωρίς. Παιδί ακόμα, με ξανθές  μπούκλες και αμούστακο πρόσωπο, ταξίδεψα στον Άδη. Όμως πρόλαβα να ζήσω. Το ένα και μοναδικό μου όνειρο το έκανα πραγματικότητα. Και πέθανα για αυτό. Μα άξιζε.  Με λένε Φαέθωνα. Ήμουν… είμαι ο γιος του Ήλιου.
Κάθε χάραμα κοιτούσα τον πατέρα μου που ρωμαλέα χάριζε στην πλάση το φως, τη ζωή την ίδια. Παντοδύναμος μου φαινόταν. Ήταν εξάλλου. Μια δική του κίνηση κι η γη μπορούσε να μετατραπεί σε παγωμένη έρημο ή να τυλιχτεί στις φλόγες. Πόσο τον θαύμαζα! Η δύναμη, η σοφία του, η ακρίβεια με την οποία εκτελούσε τις κινήσεις του. Κι εκείνο το άρμα! Ακόμα έχω στα ρουθούνια μου τη μυρωδιά από δέρμα, ακόμα αισθάνομαι στα χέρια μου τη ζεστασιά από τις ολόχρυσες χαίτες των αλόγων. Έπρεπε να οδηγήσω αυτό το άρμα, έπρεπε να γίνω κυρίαρχος του ουρανού. Το ήξερα πάντα πως μόνο αυτός ήταν ο σκοπός που είχα έρθει στον κόσμο. Τα χρόνια έμοιαζαν αιώνες και κάθε φορά που το ζητούσα στον πατέρα μου η απάντηση ίδια πάντα. «Είσαι μικρός αγόρι μου, δεν είναι για τους ώμους σου τέτοιο βάρος δυσβάσταχτο» μου έλεγε και με αγκάλιαζε με τις ζεστές του ακτίνες. Μα εμένα η ψυχή μου δεν άντεχε την προσμονή κι όσο μεγάλωνα, τόσο μαράζωνα από την άρνησή του. Ήρθε κι η εφηβεία κι όλα έγιναν πιο δύσκολα κι εγώ ακόμα πιο ανυπόμονος. Δεν ήταν μόνο η επιθυμία μου να γευτώ τη δύναμη, όχι ήταν κάτι άλλο πια που έτρωγε τα σωθικά μου, ήταν η ανάγκη να αποδείξω στον πατέρα πως μπορούσα, πως άξιζα την εμπιστοσύνη του.  Το καταλάβαινε, το ένιωθε κι οι αντιστάσεις του σιγά σιγά κάμφθηκαν. Η αγάπη του γονιού νίκησε τη λογική του κι έδωσε την άδειά του. Η επόμενη μέρα θα ήταν η δική μου μέρα, η δική μου στιγμή. Άυπνος έμεινα όλη νύχτα από την ένταση,  χωρίς διακοπή έπλαθα όνειρα  για το πώς θα έπιανα στιβαρά τα ηνία και θα οδηγούσα το άρμα στα πέρατα του κόσμου, πώς θα γύριζα το σούρουπο και το χαμόγελό του θα μαρτυρούσε πόσο περήφανος είναι για μένα.
Ανέβηκα στο άρμα. Ίχνος δεν είχα δισταγμού. Τα άλογα ξεκίνησαν και με άμιλλα συναγωνίζονταν ποιο θα μας ανεβάσει πιο γρήγορα, ποιο θα μας πάει πιο ψηλά. Για λίγο ήμουν ο άρχοντας του κόσμου. Όμως δεν ήμουν Εκείνος και δεν άργησαν να το καταλάβουν. Έχασαν τη σιγουριά, την ασφάλεια τους και αφηνίασαν. Μια ανέβαιναν στα αστέρια και μια έγλυφαν με τις πύρινες γλώσσες τους τη γη. Ο κόσμος κινδύνευε… Δεν κράτησε παρά μόνο κάποια δευτερόλεπτα. Ξάφνου, ένα ρεύμα με διαπέρασε και βρέθηκα για πάντα κάτω από το νερό. Είδα μόνο τον πατέρα με δάκρυα στα μάτια να πιάνει τα γκέμια και να επαναφέρει την ισορροπία στο σύμπαν.
Από τότε η ψυχή μου περιπλανιέται στον κόσμο και διηγείται το θρύλο μου. Τα βράδια κουρνιάζω στις αδερφές μου τις λεύκες που ακόμα θρηνούν το χαμό μου. Μα εγώ χαίρομαι γιατί δεν φοβήθηκα να ζήσω.
Με λένε Φαέθωνα και είμαι ο γιος του Ήλιου.