Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

ΜΑ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΕΛΟΣΠΑΝΤΩΝ ΑΥΤΗ Η ΕΛΛΗ;



Η Ελλη...μια γυναικα, Η γυναικα...Η Ελλη ειναι ολες οι γυναικες μαζι. Ειναι η μοιραια γυναικα, η ερωτικη, η δυναμικη, η ακαταμαχητη. Ειναι η γυναικουλα, η κατινα, η παραδομενη. Ειναι η αμετανοητη, η απειθαρχη, η προδοτρα και η προδομενη. Η Ελλη ειμαι εγω...κι εσυ κι εσυ κι εσυ, που διαβαζετε αυτες τις γραμμες. Ειναι ολα οσα ειμαστε και οσα θα θελαμε να ειμαστε αλλα δεν τολμαμε, η ακομα οσα δεν θα θελαμε ποτε να ειμαστε. Μα πανω απο ολα ειναι ενα πλασμα εντονο, που νιωθει, ερωτευεται, θυμωνει, απογοητευεται, αγαπαει και ζει με παθος!


Οι ιστοριες που γραφω στο ημερολογιο της Ελλης ειναι αληθινες. Καποιες ειναι δικες μου, μα τις περισσοτερες μου τις εχουν εκμυστηρευθει κατα καιρους αλλοι ανθρωποι...Ειναι ιστοριες αγαπης, ερωτα, φιλιας, οικογενειακα δραματα και καθημερινες ευτυχιες, που ομως δεν πιστευω πως τυχαια εφτασαν σε μενα. Ενιωσα πως δεν πρεπει να χαθουν και να ξεχαστουν, πως αντιθετα επρεπε να καταγραφουν και να μεινουν ανεγγιχτες, αναλλοιωτες στο χρονο...αλλωστε, πιστευω πως για αυτο λεμε μια ιστορια, επειδη ετσι της δινουμε ζωη, επειδη γινεται ενα κομματι της μνημης καποιου αλλου, του ακροατη...


Ετσι λοιπον, απλα ξεκινησα να τις γραφω. Προσπαθωντας να τις δω μεσα απο τα ματια εκεινων που της εζησαν, αβιαστα, αληθινα, απλα και προσωπικα, χωρις περιτυλιγματα και εξευγενισμους, οπως γραφει κανεις στον εαυτο του, στο ημερολογιο του. Τις γραφω οπως μου βγαινουν, αλλες σε πρωτο, αλλες σε δευτερο, αλλες σε τριτο προσωπο. Οπως κανουμε και στη ζωη...αλλες φορες ειμαστε ενα με τον εαυτο μας, αλλες φορες τον εχουμε απεναντι η διπλα και συζηταμε κι αλλες παλι βγαινουμε απο τον εαυτο μας και τον κοιταμε απο αποσταση.


Ετσι απλα, διαλεξα και τους πρωταγωνιστες μου. Την Ελλη και τον Ορεστη...τον αντρα εκεινο που κυριαρχει στην καρδια και τα ονειρα της...
Ακομα το εγχειρημα ειναι πολυ καινουργιο και δεν ξερω πως θα βγει. Η μονη μου σταθερα ειναι η Ελλη, ουτε καν ο Ορεστης. Ισως τις αφησω σαν αυτουσιες αυτοτελεις κι εντελως ασυνδετες μεταξυ τους ιστοριες, με τους ιδιους παντα πρωταγωνιστες. Ισως παλι, καταφερω με μικρες επεμβασεις να τις συνδεσω και να βγει τελικα μια και μοναδικη ιστορια, με συνεχεια και συναφεια, η ιστορια της Ελλης και του Ορεστη. Επειδη ομως καθετι που γραφω απο ενα σημειο και μετα αποκτα τη δικη του ζωη, οντοτητα ανεξαρτητη απο εμενα, που αντι να την κατευθυνω με κατευθυνει, θα το αφησω να φανει στην πορεια...και ποιος ξερει; Ειτε ετσι ειτε αλλιως, ισως καποτε να τις κανω βιβλιο...


Θα χαρω πολυ αν καποιος απο εσας θελει να δει τι μπορω να κανω με μια δικη του ιστορια, που δεν θελει να χαθει...ανωνυμα παντα, εννοειται!


Πεταλουδισια φιλια σας στελνω!

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ - 14






14. ‘Όψιμη απειλή

Μόλις άνοιξε την πόρτα, με το χέρι μουσκεμένο από το αίμα του Χρήστου, ένιωσε ένα δυνατό ρεύμα αέρα να την παρασέρνει. Βρέθηκε να αιωρείται δυο μέτρα πάνω από το βρεγμένο χώμα. Μια δύναμη που δεν είχε ξανασυναντήσει την πέταξε με ορμή κι έσκασε με την πλάτη πάνω σε ένα δέντρο. Πριν προλάβει να αντιδράσει, δυο παγωμένα χέρια την άρπαξαν από το λαιμό, ενώ τα μάτια της διασταυρώθηκαν με ένα βλέμμα που έσταζε φλόγες. Απέναντί της στεκόταν η Ανατολή, στην αληθινή της μορφή. Κι ήταν η μορφή αυτή τόσο επιβλητική που της έκοψε την ανάσα, περισσότερο από το ατσάλινο σφίξιμο στο λαιμό της. Τα πυρόξανθα μαλλιά της, μακριά ως τη μέση της, ανέμιζαν μανιασμένα. Δυο τεράστια κάτασπρα φτερά ξεκινούσαν από τους ώμους και κατέληγαν χαμηλά στην σπονδυλική της στήλη. Τα μάτια της είχαν μια απόκοσμη χρυσοπράσινη απόχρωση και την κοιτούσαν ευθύβολα, έντονα. Δεν είχε ποτέ αντικρύσει τόσο μεγαλοπρεπή ομορφιά. Καθώς διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους, η Μαίρη χαμήλωσε με ντροπή το δικό της. Η Ανατολή χαλάρωσε το σφίξιμο και την άφησε να πέσει με δύναμη στο υγρό έδαφος. Έτρεμε ολόκληρη, η Μαίρη το ήξερε πως μετά βίας κρατιόταν να μην της αφαιρέσει εκεί επί τόπου τη ζωή. Εξάλλου, άγγελος τιμωρός ήταν, κόρη του Μιχαήλ. Με μια βαθιά ανάσα, η Ανατολή ανέκτησε την αυτοκυριαρχία της.
-Έχεις ένα λεπτό να μου πεις γιατί το έκανες.
Η Μαίρη δεν απάντησε.
-ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΕΚΑΝΕΣ; Ούρλιαξε  η Ανατολή.
-Για να τον σώσω… ψέλλισε η Μαίρη που με κόπο συγκρατούσε τα δάκρυά της.
Η Ανατολή σάστισε. Αυτό δεν περίμενε να το ακούσει. Τινάχτηκε προς τα πίσω και την κοίταξε με καχυποψία.
-Τι εννοείς; Να τον σώσεις σκοτώνοντάς τον; Από ποιον;
-Από εκείνους… έρχονται… πάτησα το κουμπί… είναι αργά πια για όλους…
-Το κουμπί; Ποιο κουμπί; Άκου, έχω αρχίσει να εκνευρίζομαι! Λέγε τι έκανες και τι σκοπεύεις να κάνεις και λέγε γρήγορα, προτού ξεχάσω ότι είμαι άγγελος και σε κάνω να μετανιώσεις την ώρα που γεννήθηκες!
-Δεν καταλαβαίνεις! Είναι αργά πια! Και για μένα και για όλους! Κάνε ό,τι νομίζεις μαζί μου! Δεν μπορείς να με πονέσεις περισσότερο! Σκότωσα τον άντρα που αγαπώ και αν δεν με είχες σταματήσει θα σκότωνα και το βαφτισιμιό μου και το ίδιο μου το παιδί! Τι νομίζεις λοιπόν ότι μπορείς παραπάνω να μου κάνεις; Ο θάνατος μόνο λύτρωση θα φέρει!
Ξέσπασε επιτέλους η Μαίρη και λύθηκε σε λυγμούς που τράνταζαν συθέμελα το κορμί και την ψυχή της. Η Ανατολή για πρώτη φορά κατάλαβε την απελπισία της. Έσκυψε μαλακά κοντά της και την πλησίασε, αυτή τη φορά καθόλου απειλητικά, με έκδηλη περιέργεια αλλά και με μια παράξενη απαλότητα, σχεδόν στοργικά.
-Μαίρη… σε παρακαλώ… εξήγησέ μου…
-Έχω απελπιστεί… Το πλάσμα που μεγαλώνω, δεν είναι κανονικό παιδί. Ο Γιώργος, ο άντρας μου, δεν είναι αυτός που φαίνεται. Είναι ένας δαίμονας. Ένας αληθινός δαίμονας και το παιδί μου είναι σπόρος δικός του. Κάθε μέρα που περνάει βλέπω την αλλαγή πάνω της, βλέπω το κακό να μεγαλώνει μέσα της, το κακό που της φύτεψε αυτός, ο Ντέημον…
Στο άκουσμα του ονόματός του η Ανατολή αναρρίγησε. Δεν μπορεί να ήταν αυτός! Αλλά τώρα όλα ήταν ξαφνικά ξεκάθαρα. Η αλλόκοτη αίσθηση της απειλής που ένιωσε μόλις είδε τη Μαίρη και το μωρό, η αντίδραση του Στέφανου που υποτίθεται ότι λάτρευε τη νονά του, τα κίτρινα μάτια της μικρής, η νεκρικά χλωμή φιγούρα της Μαίρης. Ο Ντέημον λοιπόν  είχε σπείρει το σπόρο του, ώστε να εκπληρωθεί η Προφητεία! Μα, αν ήταν αλήθεια, αν όντως έρχονταν, τότε κινδύνευε, κινδύνευαν όλοι και προπάντων ο Στέφανος! Και πάλι όμως δεν μπορούσε να καταλάβει τη στάση της Μαίρης. Να τους σκοτώσει όλους; Γιατί; Άραγε να ήξερε πως η κόρη της κι ο Στέφανος ήταν αδέρφια;
-Το ξέρω ότι ο Στέφανος είναι δικό του παιδί… είπε η Μαίρη σαν να μάντεψε τη σκέψη της. Όμως είναι αγνός. Η δική σου αγγελική υπόσταση επισκίασε τη σατανική του πατέρα του. Εγώ όμως, είμαι μια κοινή θνητή. Αντί να φωλιάσει το καλό στην ψυχή του παιδιού μου, άρχισε να φωλιάζει το κακό στη δική μου. Ήρθα εδώ με μια αποστολή. Να προετοιμάσω το δρόμο, ώστε να έρθουν εκείνοι, να πάρουν το Στέφανο. Δεν ήξερα ακριβώς για ποιο λόγο, ώσπου εκείνο το βράδυ, πριν λίγες μέρες, σας άκουσα να συζητάτε στην κουζίνα. Τα άκουσα όλα Ανατολή, κρυμμένη πίσω από τη σκάλα. Μόλις έμαθα την αλήθεια, τρελάθηκα! Η αγάπη μου για το Χρήστο και το Στέφανο ξύπνησε ένα κομμάτι του εαυτού μου που πίστεψα ότι είχε νεκρωθεί. Βασανιζόμουν, ήθελα να κάνω κάτι να τους σώσω. Σκέφτηκα να πάρω και το Στέφανο και τη Ρεγγίνα και να εξαφανιστώ. Μάταιος κόπος. Θα μας έβρισκαν σίγουρα. Σκέφτηκα να αυτοκτονήσω. Αλλά δεν νομίζω ότι αυτό από μόνο του θα άλλαζε κάτι. Αυτοί θα έρχονταν. Αποφάσισα να σκοτώσω τα δυο παιδιά και μετά να σκοτωθώ, παίρνοντας μαζί μου όσους μπορώ από δαύτους. Πίστεψα ότι έτσι θα ματαιώσω για αρκετό καιρό τα σχέδια τους. Όσο για το Χρήστο…  πίστεψέ με, δεν έχεις ιδέα τι μπορούν να κάνουν! Τα βασανιστήρια που θα περνούσε ο Χρήστος στα χέρια τους, θα έκαναν το θάνατο να μοιάζει με γλυκιά αγαλλίαση. Γι’ αυτό τον σκότωσα. Για να μην περάσει όσα πέρασα εγώ... Λυπάμαι τόσο μα τόσο πολύ…
Για πρώτη φορά η Ανατολή ένιωσε την ανάγκη να την αγκαλιάσει. Της φίλησε τα μαλλιά και την κούνησε για λίγο σαν μωρό. Μετά της σήκωσε το πρόσωπο και της είπε χαμηλόφωνα σχεδόν ψιθυριστά…
-Δεν τον σκότωσες… Ο Χρήστος είναι ζωντανός…
Η Μαίρη γούρλωσε τα μάτια, μη μπορώντας να πιστέψει αυτό που μόλις είχε ακούσει, όμως η ανακούφιση ήταν έκδηλη στο πρόσωπό της.
-Μα… πώς… θέλω να πω… τον μαχαίρωσα… είδα το αίμα να αναβλύζει… τόση ώρα… δεν μπορεί…
-Για το Χρήστο ο χρόνος πάγωσε τη στιγμή που βγήκες από το αυτοκίνητο. Κι ο ίδιος πάγωσε, εγώ τον πάγωσα. Τώρα μένει μόνο να τον ακουμπήσω με τα φτερά μου και η πληγή του θα γιατρευτεί αμέσως. Έλα, πάμε…
Την πήρε από το χέρι και την οδήγησε πίσω στο αυτοκίνητο, μα δεν την άφησε να πλησιάσει. Άνοιξε την πόρτα του οδηγού. Κάλυψε το Χρήστο με τα φτερά της, ένα κύμα ζεστασιάς απλώθηκε σε όλο τον κήπο κι ένα φως πλημμύρισε τα μάτια της Μαίρης. Όλα μύριζαν γιασεμί. Λίγα μόλις δευτερόλεπτα μετά, η Ανατολή σηκώθηκε και η Μαίρη διέκρινε τη σιλουέτα του Χρήστου, ενός σαστισμένου Χρήστου να βγαίνει διστακτικά από το αυτοκίνητο. Πριν προλάβει να κάνει ένα βήμα, έτρεξε και τον αγκάλιασε με δύναμη, όσο πιο σφιχτά μπορούσε.
-Συγνώμη, συγνώμη, για όλα συγνώμη, ψιθύρισε μέσα από δάκρυα και φιλιά. Αγκαλιάστηκαν κι έμειναν έτσι για μερικά δευτερόλεπτα. Κατά έναν περίεργο τρόπο, ο Χρήστος κατάλαβε, χωρίς να χρειαστεί να ρωτήσει τίποτα. Ποιος ξέρει, ίσως η Ανατολή μαζί με την πνοή ζωής που του χάρισε να του έδωσε και μια κάποια επίγνωση…
Η Ανατολή τους παρατηρούσε με ευχαρίστηση. Ξάφνου, όλες οι αισθήσεις της οξύνθηκαν. Τα αυτιά, τα μάτια της, ακόμα και η όσφρηση εντάθηκαν να εντοπίσουν από πού ερχόταν ο επικείμενος κίνδυνος.
-Λυπάμαι που διακόπτω, αλλά πρέπει να φύγουμε αμέσως. Κινδυνεύουμε. Πάμε πίσω στο σπίτι. Τώρα! Έρχονται! Πρέπει να προστατεύσουμε τα παιδιά, την Κατερίνα. Τρέξτε πριν να είναι αργά!
Η Μαίρη άρχισε να τρέμει σύγκορμη. Φαινόταν τρομοκρατημένη.
-Τίποτα… δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα…  ψέλλισε ξέπνοα.
-Έλα, της είπε η Ανατολή. Δεν έχει μόνο ο Ντέημον άσους στο μανίκι του. Πάμε.
Ξεκίνησαν κι οι τρεις, με γρήγορα αποφασιστικά βήματα. Για πρώτη φορά ήταν σίγουροι απόλυτα ο ένας για τον άλλο. Ήταν μια ομάδα οι τρεις τους, μια ιδιότυπη Αγία Τριάδα, αδιαίρετη και αδιάσπαστη. Ήλπιζαν να είναι και άτρωτοι.
Την ίδια στιγμή, το σαλόνι του σπιτιού είχε πλημμυρίσει με σκιές, που έβγαιναν αργά και αθόρυβα μέσα από το σβησμένο πια τζάκι και άρχισαν απειλητικά να προχωρούν στο εσωτερικό και να πλησιάζουν την ξύλινη σκάλα που ανέβαινε στα υπνοδωμάτια, όπου ήσυχα κοιμόνταν ο Στέφανος και η Κατερίνα. Η μικρή Ρεγγίνα, σαν να διαισθάνθηκε την παρουσία του πατέρα της, ξύπνησε κι άρχισε να κλαψουρίζει σιγανά, σπάζοντας την απόλυτη, νεκρική σχεδόν ησυχία.