Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ - 10


10. Η Αρχή του Τέλους

Ήταν η ευλογημένη εκείνη ώρα που το μπλε του νυκτερινού ουρανού διαδέχεται το φωτεινό γαλάζιο, καθώς ο ήλιος χαϊδεύει τα σύννεφα και ζεσταίνει σιγά σιγά τη νοτισμένη γη με τις αχτίδες του. Η πλάση ξυπνάει κι η πρωινή υγρασία κάνει τις ευωδιές στον Κήπο της Εδέμ ακόμα εντονότερες.

Ο Αδάμ και η Εύα κοιμόνταν ακόμα αγκαλιασμένοι σφιχτά, το σώμα του ενός μέσα στο σώμα του άλλου, έμοιαζαν σαν ένας άνθρωπος. Στην ουσία έτσι ήταν, αφού ήταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλο και ο ένας από τον άλλο. Καθώς η Εύα αναδεύτηκε και άνοιξε τα μάτια της, μια σκιά σύρθηκε γρήγορα μακριά από το ζευγάρι, τόσο γρήγορα που θα έλεγε κανείς πως δεν υπήρξε καν, πως ήταν απλά ένα παιχνίδισμα του φωτός με το φύλλωμα των δέντρων. Όμως ήταν πέρα για πέρα υπαρκτή και σιγά σιγά, νύκτα τη νύκτα, μέσα στην κάλυψη που της πρόσφερε το σκοτάδι, φώλιαζε στα όνειρα των Πρωτόπλαστων και τα γέμιζε με σκέψεις παράξενες, τα μπόλιαζε με αμφιβολία, με πειρασμό.

Λίγα λεπτά αργότερα ήταν και οι δυο ξύπνιοι, έτοιμοι για μια ακόμα μέρα. Τα μάτια τους όμως ήταν μελαγχολικά και το πρόσωπό τους σκεφτικό. Κανείς από τους δύο δεν μιλούσε, πέρασε αρκετή ώρα, ώσπου ο Αδάμ έσπασε τη σιωπή.
-Το είδες κι εσύ πάλι έτσι;
-Το όνειρο;
-Ναι…
-Το είδα… Μόνο που αυτή τη φορά ήταν κάπως αλλιώτικο.
-Τι εννοείς;
-Να… είδα πάλι ότι ήμασταν κάτω από το Δέντρο, οι δυο μας μόνο, επικρατούσε γύρω άκρα ησυχία κι ο Κήπος ήταν σκοτεινός. Κόψαμε έναν από τους καρπούς. Πρώτη δοκίμασα εγώ και μετά έδωσα και σε σένα. Όμως αυτή τη φορά, δεν ξύπνησα εκεί, συνέχισα να ονειρεύομαι. Και μόλις φάγαμε κι οι δυο, όλα άλλαξαν. Ήταν πολύ παράξενο συναίσθημα, σαν όλα μέσα μας να ξεκαθάρισαν, γίναμε πιο σοφοί και πιο ευτυχισμένοι κι ο Κήπος γύρω μας ζωντάνεψε και πάλι, γέμισε χρώματα και μουσική κι αρώματα, όλα τα πλάσματα ήταν πάλι ευτυχισμένα, μόνο που στη θέση του Δέντρου υπήρχαν δυο θρόνοι και πάνω στους θρόνους καθόμασταν εμείς, εσύ στα δεξιά κι εγώ στα αριστερά. Και τα ζωντανά του Κήπου έρχονταν κοντά μας με δώρα και μας φώναζαν Θεούς!
-Τι σαχλαμάρες είναι αυτές; Αφού Θεός υπάρχει κι είναι Ένας και Μοναδικός, ο Δημιουργός και Πατέρας μας!
-Το ξέρω! Για αυτό δεν μπορώ να καταλάβω αυτά τα όνειρα! Και πώς γίνεται να τα βλέπουμε κι οι δυο; Κάθε βράδυ;
-Έχεις δίκιο… Κι εγώ αναρωτιόμουν… της είπε σκεπτικός. Ξάφνου, το πρόσωπό του διαπέρασε μια λάμψη!
-Εύα! Κάτι σκέφτηκα! Μα βέβαια, αυτό είναι!
Η Εύα τον κοίταξε με απορία.
-Το Δέντρο Εύα! Το Δέντρο είναι πηγή γνώσης και δύναμης! Για αυτό ο Πατέρας μας έδωσε τα πάντα αλλά μας απαγόρευσε να το αγγίξουμε. Το όνειρό σου είναι αλήθεια! Αν κάποιος φάει από τους καρπούς θα γίνει Θεός!
-Ε τότε να φάμε!
-Δεν ξέρω… δεν μου φαίνεται σωστό… ο Πατέρας έκανε τόσα για εμάς, μας χάρισε πνοή, μας έδωσε τον κόσμο. Ίσως δεν πρέπει να τον παρακούσουμε…
-Σωστά… Από την άλλη, αν έχεις δίκιο, τότε μάλλον δεν μας έδωσε και πολλά… μάλλον μας πήρε θα έλεγα! Μας πήρε τη δύναμη, την κράτησε για τον εαυτό του κι εμάς μας είπε ψέματα, μας έδωσε δήθεν τον Κήπο, για να μας κάνει να πιστέψουμε ότι μόνο εκείνος μπορεί να είναι Θεός, ενώ μπορούμε κι εμείς!
-Λες να είναι έτσι;
-Μόνο ένας τρόπος υπάρχει να το ανακαλύψουμε!, του γέλασε πονηρά και τον τράβηξε από το χέρι. Έφτασαν κάτω από το Δέντρο της Γνώσης του Καλού και του Κακού, έκοψαν έναν καρπό κι απόμειναν να τον κοιτάζουν.
-Εύα; Το ξέρεις ότι αν το κάνουμε αυτό δεν θα μπορούμε να το αλλάξουμε, σωστά;
-Το ξέρω… Μα πόσο κακό μπορεί να κάνει πια;;;
Πήραν μια βαθιά ανάσα και δάγκωσαν ταυτόχρονα τον καρπό, ο ένας από τη μια πλευρά και ο άλλος από την άλλη. Για μερικά δευτερόλεπτα κράτησαν την ανάσα τους. Κοίταξαν γύρω τους και τίποτα δεν είχε αλλάξει, όλα ήταν ακριβώς όπως πριν. Άφησαν τον αέρα να βγει από τα πνευμόνια τους και γέλασαν με ανακούφιση, σαν μικρά παιδιά που έκαναν σκανταλιά και πίστευαν πως κανείς δεν τους πήρε χαμπάρι.
-Είδες; Τίποτα δεν συνέβη. Άσε που αυτό το φρούτο, ό,τι κι αν είναι, είναι το ωραιότερο πράγμα που έχω φάει!
-Όντως! Συμφώνησε ο Αδάμ κι έφαγε άλλη μια δαγκωνιά.
 Ξαφνικά, ο ουρανός σκοτείνιασε, το Δέντρο άρχισε να μεγαλώνει, να ψηλώνει και οι καρποί του άρχισαν να σαπίζουν και να πέφτουν στο χώμα. Μόνο που το χώμα δεν ήταν πια χώμα, ήταν αέρας, σύννεφο και οι καρποί το διαπερνούσαν και χάνονταν. Ο Αδάμ και η Εύα ένιωσαν να αιωρούνται και μετά να πέφτουν, να χάνονται. Κι έπειτα όλα μαύρισαν.

Αρκετές ώρες αργότερα, ξύπνησαν σε ένα μέρος που δεν είχαν ξαναδεί. Έμοιαζε πολύ με τον Παράδεισο, αλλά δεν ήταν. Το καταλάβαιναν από την έλλειψη αυτής της ουράνιας μουσικής που γέμιζε τις ώρες τους, από την έλλειψη της ευωδιάς που πλημμύριζε τα ρουθούνια τους και από τα ζωάκια που έβλεπαν να τρέχουν γύρω τους τρομαγμένα. Στον Κήπο της Εδέμ δεν υπήρχε φόβος, τα ζώα έρχονταν και κάθονταν δίπλα τους, πάνω τους μαζί τους. Κι έπειτα, ήταν και κάτι άλλο. Είχαν γεμίσει κι οι ίδιοι με περίεργα, πρωτόγνωρα συναισθήματα. Είχε πέσει η νύχτα κι ένιωθαν το κορμί τους να ανατριχιάζει, για πρώτη φορά κρύωναν. Το στομάχι τους είχε δεθεί κόμπος και κοιτούσαν γύρω τους με απορία. Πού ήταν; Πώς βρέθηκαν εκεί; Τι απέγινε ο Κήπος; Και τότε θυμήθηκαν.
-Εύα, Εύα μου! Τι κάναμε;
Η Εύα έκλαιγε. Ποτέ δεν είχε βρεθεί έξω από τον Κήπο, δεν ήξερε καν ότι υπάρχει κάτι έξω από τον Κήπο. Δεν μπορούσε να περιγράψει τι αισθανόταν, σφίχτηκε πάνω στον Αδάμ κι αντιλήφθηκε ότι φοβόταν, ναι φοβόταν… μα ήταν πια πολύ αργά, το ήξερε…
Πιάστηκαν χέρι με χέρι, βαθιά μετανιωμένοι για αυτό που είχαν κάνει και τόσο μα τόσο φοβισμένοι για το άγνωστο που είχε εισβάλει στη ζωή τους.

Ο Θεός τους κοιτούσε από ψηλά. Πέρα από την απογοήτευση που ένιωθε, λυπόταν τόσο που έβλεπε τα παιδιά Του να υποφέρουν… Όμως, είχαν κάνει την επιλογή τους.
Δίπλα Του, οι Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ σιωπούσαν. Όλοι ήξεραν τι σηματοδοτούσε αυτό που είχε συμβεί. Ο Εωσφόρος το είχε πει πως θα κατέστρεφε τον Κήπο και τους ανθρώπους. Δεν περίμεναν ότι θα γινόταν τόσο γρήγορα…
-Πατέρα, τι θα γίνει τώρα; Τι θα κάνουν οι άνθρωποι.
-Θα αναγκαστούν να μάθουν να ζουν έξω από τον Παράδεισο, Μιχαήλ. Θέλησαν να έχουν Γνώση του Καλού και του Κακού και τώρα θα την αποκτήσουν… με όποιο κόστος.
-Ο Εωσφόρος δεν θα τους αφήσει σε ησυχία… είπε ο Γαβριήλ. Θα τους βλάψει με όποιο τρόπο μπορεί.
-Το ξέρω… Γι’ αυτό αποφάσισα να τους προστατεύσω. Εσείς θα είστε υπεύθυνοι για αυτό.
-Με ποιον τρόπο;
-Άγγελοι θα είναι πάντα κοντά τους. Θα ζουν ανάμεσά τους, σαν κανονικοί άνθρωποι. Στην ουσία, εκτός από τις Δυνάμεις του Καλού που πάντα θα σας συντροφεύουν, σε όλα τα υπόλοιπα θα είστε ίδιοι. Θα γεννιέστε και θα μεγαλώνετε εκεί, θα ερωτεύεστε, θα κάνετε οικογένεια και όταν έρθει η στιγμή θα αναλαμβάνει ο καθένας τα καθήκοντά του. Θα πρέπει να τους φυλάτε από τις Δυνάμεις του Κακού.
-Ο Εωσφόρος δεν θα παίξει τίμιο παιχνίδι. Θα ξέρει ότι τους προστατεύουμε και θα στοχεύσει στο πιο ευαίσθητο σημείο τους, στην ψυχή τους.
-Μην ξεχνάς Μιχαήλ ότι η ψυχή των ανθρώπων είναι μεν το πιο ευαίσθητο σημείο τους, αλλά είναι ταυτόχρονα και το πιο δυνατό. Εκεί κρύβεται το μεγαλείο της θεϊκής τους φύσης, η δύναμη που τους ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα πλάσματα.
-Κι αν καταφέρει να τη διαφθείρει; Εμείς πώς θα τους προστατεύσουμε; Τι θα κάνουμε;
-Τίποτα απολύτως! Απολύτως! Ποτέ και για κανένα λόγο δεν θα παρέμβετε στην ελεύθερη βούληση. Η ψυχή και το μυαλό τους είναι όπλα που τους έδωσα για να τα χρησιμοποιούν, επειδή το ήξερα πως θα ερχόταν αυτή η στιγμή κάποτε.
-Το ήξερες; Αποκρίθηκαν έκπληκτοι οι Αρχάγγελοι.
-Φυσικά. Για αυτό και τους προετοίμαζα τόσο καιρό. Ήλπιζα μόνο πως θα αργούσε να συμβεί, πως θα είχα περισσότερο χρόνο να τους μυήσω στην πραγματική τους διάσταση, στο να γίνουν κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Θεού. Μακάρι όσα έμαθαν και όσα τους προίκισα να είναι αρκετά για να κερδίσουν όλες τις μάχες που θα αντιμετωπίσουν. Εμείς θα σεβαστούμε την κάθε τους απόφαση, τη βούλησή τους, οι άνθρωποι δεν γεννήθηκαν για να χειραγωγούνται. Η ελευθερία τους θα καθορίσει τη μοίρα όλων μας!
Ο Αδάμ και η Εύα προσπαθούσαν να βρουν ένα καταφύγιο για να περάσουν την παγωμένη νύχτα, μόνοι τους, πιο μόνοι από ποτέ, μα ευτυχώς μαζί!
Ο πόλεμος των Κόσμων είχε αρχίσει. Κι έμελλε να κρατήσει χιλιάδες χρόνια…

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ - 9






9. Τα δάκρυα Του Θεού

Χιλιάδες  χρόνια πριν, στον Κήπο της Εδέμ

Ικανοποιημένος ο Δημιουργός, κοιτούσε τον όμορφο Κήπο που είχε πλάσει. Όπου γυρνούσες, το μάτι σου χόρταινε ομορφιά. Λουλούδια ευωδίαζαν, τα δέντρα ήταν γεμάτα καρπούς, ουράνιες μελωδίες γέμιζαν τον αέρα, όλα ήταν σε μια υπέροχη, αρμονική συμφωνία. Τόση ήταν η ισορροπία στον Παράδεισο, που ακόμα και τα ζώα, όταν ερχόταν η στιγμή να γίνουν τροφή για κάποιο άλλο ζώο, αποδέχονταν με χαρά τη μοίρα τους, γνωρίζοντας πως συνεισφέρουν στην αλυσίδα της ζωής. Μέσα σε όλα τα δημιουργήματα, αγκαλιασμένοι κι ερωτευμένοι, προστατευμένοι από κάθε κακό, ο Αδάμ και η Εύα, οι Πρωτόπλαστοι, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του Παντοδύναμου, γεύονταν με χαρά αυτό το κόσμημα που τους είχε χαριστεί. Ο Αδάμ χάρισε ένα τριαντάφυλλο στην Εύα κι εκείνη τον ευχαρίστησε με ένα γλυκό φιλί. Ο Θεός χαμογέλασε. Είχαν ακόμα πολλά να μάθουν, αλλά θα ήταν δίπλα τους, πατέρας και μέντοράς τους. Κι ως τώρα αλήθεια είχαν αποδειχτεί εξαιρετικοί μαθητές. Τις σκέψεις Του διέκοψε ο ήχος από δυο φτερούγες που κλείνουν. Γύρισε και είδε το Μιχαήλ, τον πρώτο από τους Αγγέλους του, να στέκεται σκεφτικός και να διστάζει να μιλήσει.
-Πες μου παιδί μου, τι είναι αυτό που σε απασχολεί.. Είναι φανερό πως δυσκολεύεσαι, άνοιξέ μου την καρδιά σου.
-Πατέρα… δεν ξέρω τι να κάνω… ανησυχώ πολύ… ο Εωσφόρος…
-Τι συμβαίνει με τον αδερφό σου;
-Να… νιώθω πως αλλάζει… θυμός και μίσος έχουν φωλιάσει στην καρδιά του…
-Μίσος; Γιατί; Για ποιον;
-Για τους Πρωτόπλαστους, φυσικά.
-Τι είναι αυτά που λες παιδί μου; Για ποιο λόγο θα μπορούσε ο Εωσφόρος να μισεί τους ανθρώπους;
-Πατέρα, είναι τυφλωμένος. Είμαστε παιδιά σου, μας έχεις δώσει τρομερή δύναμη και είναι δική μας ευθύνη να προσέχουμε τον Παράδεισο και όλα τα πλάσματά του, να μην αφήσουμε το κακό να τα αγγίξει ποτέ.
-Ακριβώς!
-Όμως, από τότε που έπλασες τον Αδάμ και την Εύα, περνάς πολύ χρόνο μαζί τους κι ο Εωσφόρος αισθάνεται παραμελημένος.
-Μα αυτό είναι γελοίο! Εσείς είστε οι Πρώτοι, οι καλύτεροι ανάμεσα στους Αγγέλους μου! Δεν φτάνει αυτό σαν απόδειξη της αγάπης μου;
-Το ξέρω Πατέρα, αυτό προσπαθώ να του εξηγήσω κι εγώ, αλλά μάταια… Η καρδιά του είναι πληγωμένη, δεν μπορεί, δεν θέλει να καταλάβει, φοβάμαι τα χειρότερα… Τα φτερά του αλλάζουν, έχουν γίνει μαύρα… και το βλέμμα του παγώνει μέρα με τη μέρα…
Ο Θεός αναστέναξε με λύπη.
-Εντάξει παιδί μου… θα του μιλήσω… πες του να έρθει τώρα αμέσως.
Λίγα μόλις δευτερόλεπτα αργότερα ο Εωσφόρος βρισκόταν ήδη μπροστά Του. Το θέαμα ήταν πραγματικά σοκαριστικό. Τα μάτια του ήταν κατακόκκινα, πύρινα, μα ταυτόχρονα απίστευτα ψυχρά, το πρόσωπό του είχε σκληρύνει και βαθιές ρυτίδες αυλάκωναν τα μάγουλα και το μέτωπό του. Η φωνή του ακούστηκε παγερή.
-Με ζήτησες Πατέρα;
-Σε ζήτησα παιδί μου. Έμαθα κάποια πράγματα που πολύ με στεναχώρησαν. Τώρα που σε κοιτάζω απορώ πώς δεν είχα αντιληφθεί νωρίτερα ότι κάτι σου συνέβαινε. Τι έχεις; Μίλησέ μου!
-Δεν ξέρεις; Του απάντησε ειρωνικά.
-Ξέρω… αλλά δυσκολεύομαι να το πιστέψω…
-Τι ακριβώς δεν πιστεύεις; Ότι βαρέθηκα να έρχομαι δεύτερος; Ότι κουράστηκα να ακολουθώ κατά γράμμα τις εντολές Σου κι Εσύ να ασχολείσαι διαρκώς με … με … μ’ αυτούς τους παρακατιανούς; Ότι δεν αντέχω ούτε να τους βλέπω; Ότι μου κλέψαν την αγάπη Σου και την προσοχή Σου;
-Παιδί μου! Τι λόγια είναι αυτά; Εσύ είσαι ο Άγγελος του Φωτός, σου έχω δώσει δύναμη να ορίζεις τον Ήλιο και το Φεγγάρι, το Φως και το Σκοτάδι, δεν φτάνει αυτό να καταλάβεις πόσο σε αγαπώ και σε εκτιμώ; Εσύ και τα αδέρφια σου κρατάτε στα χέρια σας την τύχη του Παραδείσου. Οι άνθρωποι είναι ακόμα άμαθοι, με χρειάζονται περισσότερο. Σε παρακαλώ, δεν θέλω να σκέφτεσαι έτσι και να δηλητηριάζεις την καρδιά σου.
-Πολύ καλά. Τότε απόδειξέ το! Αφού εμείς είμαστε τα παιδιά Σου, οι Πρώτοι των Πρώτων, γιατί χάρισες τον Παράδεισο στους ανθρώπους; Απαιτώ να μας δώσεις όσα μας ανήκουν! Απαιτώ να χωρίσεις στα δυο τον Κήπο, ένας να υπάρχει για τους ανθρώπους και ένας για τους Αγγέλους, απαιτώ να με κάνεις Αρχηγό!
-Εωσφόρε! Δεν σου επιτρέπω να μου μιλάς έτσι! Δεν είσαι σε θέση να απαιτείς! Εγώ είμαι ο Κύριος και Θεός σου και σε ανακαλώ στην τάξη!
-Τότε κι εγώ θα φύγω από τον Παράδεισο! Δεν θα λογιέμαι πια Άγγελος του Φωτός αλλά του Σκότους! Θα χτίσω έναν δικό μου κόσμο κάτω από τη Γη και θα καταστρέψω τον Κήπο σου και τους ανθρώπους, θα τους καταστρέψω Σου το ορκίζομαι!
Γύρω τους είχαν μαζευτεί όλα τα Τάγματα των Αγγέλων. Ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει και ολόκληρος ο Κήπος σειόταν. Πρώτη φορά συνέβαινε κάτι τέτοιο στον Παράδεισο και όλα τα πλάσματά του έτρεχαν πέρα δώθε φοβισμένα. Ο Εωσφόρος συνέχισε, πιο δυνατά, πιο θυμωμένα, είχε γίνει ολόκληρος φωτιά. Με ένα του βλέμμα, αρκετοί ακόμα Άγγελοι ήρθαν και στήθηκαν πίσω του. Με ένα του νεύμα, άνοιξαν όλοι μαζί τα φτερά τους. Είχαν γίνει μαύρα. Άρχισαν να πετούν όλοι μαζί κι ένα μαύρο σμήνος γέμισε τον ορίζοντα. Καθώς απομακρύνονταν, η φωνή του Εωσφόρου διέσχισε τον άερα.
-Να θυμάσαι Πατέρα. Αυτόν τον πόλεμο τον διάλεξες Εσύ! Και θα τον χάσεις! Θα τον χάσεις!
Ο Θεός έκρυψε τα χέρια Του στο πρόσωπό του. «Πώς είναι δυνατόν να έκανα τόσο μεγάλο λάθος!» σκέφτηκε με πίκρα… Γύρισε και κοίταξε τον Μιχαήλ που στεκόταν δίπλα του σκυφτός.
-Εσύ; Συμμερίζεσαι κι εσύ την άποψη του αδερφού σου; Αν είναι να φύγεις, κάντο τώρα.
-Όχι Πατέρα. Εγώ θα μείνω, θα είμαι δίπλα Σου πάντα.
-Πιστεύεις πως το εννοεί; Πως έχουμε πόλεμο;
-Ναι. Έχουμε σίγουρα πόλεμο. Τώρα μόλις ξεκίνησε… θα κάνει ό,τι μπορεί να καταστρέψει όλους μας και πιο πολύ τους ανθρώπους. Ξέρω καλά τον αδερφό μου, τη δύναμή του και το πείσμα του.
-Δηλαδή κινδυνεύει ο Κήπος; Κινδυνεύουν οι  άνθρωποι; Τα παιδιά μου;
-Λυπάμαι Πατέρα...
- Επομένως, οι άνθρωποι κάποια στιγμή θα πρέπει να επιλέξουν. Ελπίζω αυτά που θα τους έχω μάθει μέχρι τότε να είναι αρκετά ώστε να κάνουν τη σωστή επιλογή…
Ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπο του Δημιουργού. Και για πρώτη φορά στον Παράδεισο άρχισε να βρέχει… Να βρέχει τα δάκρυα Του Θεού.