Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ - 6





6. Κρυμμένες Σκέψεις

Ο Χρήστος άνοιξε την πόρτα μην πιστεύοντας στα μάτια του! Πόσοι μήνες είχαν περάσει από την τελευταία φορά που την είδε; Ήταν σίγουρα πάνω από δέκα. Είχαν κατέβει με το Στέφανο στην Αθήνα, δήθεν για δουλειές, στην πραγματικότητα ήθελε να δει αν η Μαίρη ήταν όντως ευτυχισμένη με το Γιώργο. Τον είχε συναντήσει μόνο ελάχιστες φορές, όταν ένα μεσημέρι τον είχε πάρει τηλέφωνο η φίλη του και του είχε πει «Την Κυριακή παντρεύομαι, δεν πιστεύω να μην έρθεις!» Φυσικά και πήγε. Δεν θα το έχανε για τίποτα στον κόσμο. Καθ’ όλη τη διάρκεια της τελετής σιχτίριζε τον εαυτό του που δεν της είχε πει ποτέ πώς ένιωθε για εκείνη, που δεν της ζήτησε να τον ακολουθήσει στην Ξάνθη. Παρόλα αυτά, το έβλεπε καθαρά πως ήταν ερωτευμένη, τα μάτια της έλαμπαν, η ευτυχία πάνω της φώναζε, αυτό του έφτανε. Τον προβλημάτιζε βέβαια το γεγονός ότι ήταν μαζί με το Γιώργο λιγότερο από  ένα χρόνο, δεν καταλάβαινε το λόγο για την τόση βιασύνη, αλλά θα φρόντιζε να παρακολουθεί την πορεία αυτού του γάμου κι αν τολμούσε να την πληγώσει, αν τολμούσε…  Όμως δεν θα το έκανε, το έβλεπε κι ο ίδιος πόσο την αγαπούσε, πόσο στοργικά της φερόταν, πώς την κοιτούσε… Η Μαίρη, η Μαίρη του, παντρευόταν τελικά κάποιον άλλο. Θα το άντεχε κι αυτό, θα έμενε δίπλα της, δεν είχε άλλωστε επιλογή, είχε από καιρό αποδεχθεί τη θέση του στη ζωή της, σαν φίλος, σαν αδερφός, από δική του υπαιτιότητα κιόλας. Λίγους μήνες μετά το γάμο, αποφάσισε να την επισκεφθεί και διαπίστωσε πως το ίδιο χρώμα που είχε πάρει η φωνή της όταν του μιλούσε στο τηλέφωνο είχε ντύσει και όλη της τη ζωή, την καθημερινότητά της. Ο Γιώργος ήταν ένας ιδιαίτερα ζεστός και απλός άνθρωπος, όσο κι αν δυσκολευόταν να το παραδεχτεί, τον είχαν κερδίσει η καλοσύνη του και το καθαρό του πρόσωπο. «Χαλάλι» είχε σκεφτεί τότε κι επέστρεψε στην Ξάνθη με το γνωστό τσίμπημα στο στήθος αλλά και ξαλαφρωμένος που η Μαίρη του ήταν πλέον σε καλά χέρια. Ελάχιστο καιρό αργότερα του τηλεφώνησε ενθουσιασμένη να του ανακοινώσει την εγκυμοσύνη της. Από τότε, είχε σχεδιάσει αρκετές φορές να πάει να τη δει, αλλά όλο και κάτι προέκυπτε. Μετά έγιναν όλα αυτά και αποφάσισε να μην την ενοχλήσει ούτε καν από το τηλέφωνο, ήξερε πως δεν θα μπορούσε να της κρυφτεί, θα καταλάβαινε από τη φωνή του ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Μάλιστα, είχε τόσο απορροφηθεί από τις έγνοιες του που δεν είχε παρατηρήσει ότι κι εκείνη είχε καιρό να επικοινωνήσει μαζί τους. Ούτε καν είχε σκεφτεί πως μπορεί να είχε γεννήσει. Και τώρα, να που στεκόταν στην πόρτα του, αγκαλιά με ένα πανέμορφο ροδαλό πλασματάκι. 

-Μαίρη! Τι έκπληξη είναι αυτή!
-Όταν δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό…
Ωχ! Έπρεπε να το είχε φανταστεί… τώρα σίγουρα τον περίμενε γερή κατσάδα!
-Έλα μέσα, γκρινιάρα μου, θα παγώσετε εδώ έξω, της είπε και την έπιασε απαλά από τη μέση.
Μόλις έκλεισε πίσω του την πόρτα, την έσφιξε στην αγκαλιά του κι έστρεψε κατευθείαν το βλέμμα του στο μωρό, που ήταν φασκιωμένο σε μια κουβέρτα και ακουμπούσε το κεφαλάκι του στο στήθος της μητέρας του.
-Απίστευτο! Πότε γέννησες; Είχες καλή γέννα; Γιατί δεν με πήρες τηλέφωνο; Θα ερχόμουν αμέσως! Αγοράκι είναι ή κοριτσάκι; Μάλλον κοριτσάκι, είναι ίδιο εσύ! Μα καλά νωρίς δεν γέννησες;
-Ώπα! Γέλασε η Μαίρη. Μία μία τις ερωτήσεις παρακαλώ! Να καθίσουμε ή θα μας έχεις όρθιες εδώ σαν τιμωρημένες;
-Ναι, ναι! Μα τι χαζός που είμαι! Πέρνα, βγάλε το παλτό σου, κάνει ζέστη εδώ μέσα. Έλα να σε συστήσω. 

Πέρασαν στο σαλόνι, όπου ο Χρήστος εξήγησε στη Μαίρη ποιες ήταν οι δυο γυναίκες, που την υποδέχτηκαν με ένα ζεστό χαμόγελο. Καθώς διασταυρώθηκαν τα βλέμματα της Μαίρης και της Φωτεινής όμως, για ένα μόνο δευτερόλεπτο, οι δυο γυναίκες σκοτείνιασαν. Η Μαίρη γούρλωσε τα μάτια της και η Φωτεινή την κοίταξε έντονα, αλλά καμιά τους δεν μίλησε. Κράτησε τόσο λίγο που για το Χρήστο ήταν ανεπαίσθητη αυτή η αλλαγή. Όχι όμως και για την κυρία Κατερίνα. Το παρατήρησε αμέσως, φυσικά δεν αντέδρασε, αλλά το ένστικτό της την προειδοποιούσε να είναι ιδιαιτέρως προσεκτική. Ιδιαιτέρως…

Ο Χρήστος τελείωσε με τις συστάσεις κι έψαξε ένα γύρο το χώρο παραξενεμένος.
-Πού είναι ο Στέφανος; Στέφανε; Στέφανε;
Καμία απάντηση.
-Μα, πριν δυο λεπτά εδώ δεν ήταν; Φωτεινή, πήγαινε σε παρακαλώ να δεις πού είναι. Θα τρελαθεί από τη χαρά του μόλις δει τη νονά του!

Η Φωτεινή υπάκουσε, αν και διστακτικά. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα επέστρεψε με έναν Στέφανο χλωμό που στεκόταν πίσω από τη φούστα της και δεν τολμούσε να βγει μπροστά. Μάταια ο Χρήστος τον παρακαλούσε να έρθει κοντά, μέχρι που τελικά τον τράβηξε με το ζόρι και τον έφερε μπροστά στη Μαίρη. Εκείνη πλησίασε κι έσκυψε να του μιλήσει και να του γνωρίσει την κόρη της. Ο Στέφανος κοίταξε μια φορά τη νονά του και μια το μωρό. Κι αμέσως μετά άρχισε να κλαίει σιγανά και να κουνάει αρνητικά το κεφαλάκι του, έτρεξε πάλι και κρύφτηκε πίσω από τη Φωτεινή κι αυτή τη φορά η Φωτεινή δεν άφησε το Χρήστο να τον τραβήξει.

-Παιδί είναι, μην τον πιέζεις, θέλει το χρόνο του.
-Μα είναι η νονά του! Ο Στέφανος τη λατρεύει τη νονά του!
-Τη λάτρευε θες να πεις! Τον διέκοψε η Μαίρη. Εμ βέβαια, τόσο καιρό που έχεις να έρθεις να με δεις με ξέχασε το παιδί!
-Λες;
-Τι να σου πω… Ή μπορεί να ζήλεψε την μπέμπα. Ως τώρα είχε το μονοπώλιο στην αγκαλιά και στη φροντίδα μου. Άσ’ τον, θα ηρεμήσει.
-Μπορεί να έχεις δίκιο. Το ελπίζω δηλαδή…

Η κυρία Κατερίνα όλη αυτή την ώρα παρακολουθούσε αμέτοχη. Δεν της ξέφυγε τίποτα, ούτε το σφίξιμο στο πρόσωπο της Φωτεινής ούτε το γεγονός ότι η Μαίρη όλη αυτή την ώρα ήταν εντελώς αμήχανη. Κι όταν είδε την αντίδραση του Στέφανου, τότε βεβαιώθηκε πως κάτι δεν πήγαινε καλά, κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά. Τις σκέψεις της διέκοψε το διαπεραστικό βλέμμα της Μαίρης που ήταν σαν να της έλεγε πως είχε διαβάσει το μυαλό της. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτό που έβλεπε στην έκφρασή της ήταν παράκληση ή απειλή. Η κυρία Κατερίνα ένιωσε το αίμα της να παγώνει, αλλά πάλι, η Μαίρη ήταν η καλύτερη φίλη του Χρήστου, εκείνη που τους είχε βοηθήσει από την πρώτη στιγμή, εκείνη που τους πρώτους μήνες της ζωής του μεγάλωσε το Στέφανο σαν δικό της παιδί, ο Χρήστος της είχε πει τόσα και τόσα, δεν μπορεί αυτή η γυναίκα να ήταν επικίνδυνη για κανέναν τους. Ήταν δυνατό να πέφτει τόσο έξω, να έχει κάνει τέτοιο λάθος; Αποφάσισε να προσπαθήσει να ηρεμήσει και προς το παρόν να αφήσει τα πράγματα ως είχαν. Θα φρόντιζε πάντως να έχει τον Στέφανο από κοντά συνέχεια, ακόμα κι αν έπρεπε να κοιμούνται με βάρδιες με τη Φωτεινή.

-Λοιπόν, εγώ με τη Φωτεινή θα πάμε πάνω στο δωμάτιο του Στέφανου να ετοιμάσουμε την κούνια και να στρώσουμε και ένα ντιβάνι να κοιμηθείτε. Θα μείνετε υποθέτω.
-Ναι, ναι, θα μείνουμε λίγες μέρες.
-Ωραία. Φωτεινή πάρε και το Στέφανο και πάμε, τα παιδιά έχουν πολλά να πούνε,  της έγνεψε με νόημα και η Φωτεινή με το παιδί την ακολούθησαν.

Ο Χρήστος με τη Μαίρη έμειναν μόνοι τους στο σαλόνι. Άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε απαλά το πρόσωπό της. Για μια στιγμή του φάνηκε σαν μια λάμψη να πέρασε μέσα από τα μάτια της, αλλά χάθηκε αμέσως. Ήταν αλλαγμένη. Πολύ χλωμή, πολύ ταλαιπωρημένη, το πρόσωπό της έμοιαζε να έχει σκληρύνει, οι εκφράσεις της μηδαμινές ως ανεπαίσθητες, όμως για εκείνον ήταν όμορφη, πάντα όμορφη.

-Δεν προσέχεις τον εαυτό σου, τη μάλωσε τρυφερά. Μοιάζεις τόσο κουρασμένη… Και το δέρμα σου, τόσο άσπρο, σχεδόν διάφανο.
-Τόσο χάλια είμαι; Προσπάθησε να αστειευτεί.
-Ποτέ δεν είσαι χάλια, αφού το ξέρεις ότι είσαι τεκνό! Την πείραξε και της τσίμπησε το μάγουλο. Απλά νομίζω πως δεν τρως και δεν κοιμάσαι καλά.
-Ρε Χρήστο! Νεογέννητο έχω, φυσικά δεν τρώω και δεν κοιμάμαι καλά! Κάθε 3 ώρες το πολύ η μικρή θέλει στήθος και τις υπόλοιπες ώρες πρέπει να την αλλάξω, να την πλύνω, να κάνω δουλειές στο σπίτι. Δεν καταλαβαίνεις;
-Με συγχωρείς, δεν ήθελα να σε ταράξω… Έχεις δίκιο, όλα αυτά είναι απολύτως φυσιολογικά. Αλλά… αν σου συμβαίνει ό,τιδήποτε άλλο, θα μου το πεις αμέσως, οκ;
-Οκ… μην ανησυχείς καλά είμαι.
-Πότε γέννησες;
-Πριν 2 μήνες περίπου. Πρόωρα…
-Το κατάλαβα αυτό… Και γιατί δεν τηλεφώνησες;
-Εσύ γιατί δεν τηλεφώνησες; Πού ήσουν τόσο καιρό Χρήστο; «Δεν ήσουν εκεί όταν περισσότερο σε χρειαζόμουν», σκέφτηκε αλλά δεν του το είπε.
-Έχεις δίκιο, είμαι απαράδεκτος… ο Χρήστος δαγκώθηκε… Έχουν γίνει πολλά.. θα στα πω σιγά σιγά όλα… όχι τώρα όμως, εντάξει;

Η Μαίρη έγνευσε καταφατικά και του χαμογέλασε. Μέσα της πάλευε κι ευχόταν να μην ήταν φανερό αυτό. Τη μια στιγμή επανερχόταν και ένιωθε όμορφα και ασφαλής, έτοιμη να εξομολογηθεί τα πάντα στο Χρήστο, να τον αγκαλιάσει, να τον προστατεύσει και την επόμενη ο εαυτός της βυθιζόταν στο χάος και την κυρίευε κάτι άλλο, κάτι σατανικό, που της υπενθύμιζε ποια ήταν πλέον και για ποιο σκοπό είχε πάει εκεί.

-Ο Γιώργος πώς και δεν ήρθε μαζί σου;
-Δουλειές…
-Μάλιστα… Και σ’ άφησε να ταξιδέψεις μόνη σου με τέτοιο καιρό και το μωρό; Δεν τα συνηθίζει κάτι τέτοια…
-Αααα! Ακόμα δεν ήρθα άρχισες την ανάκριση; Λοιπόν, ήρθα να δω εσένα και το βαφτισιμιό μου, τελεία και παύλα! Δεν νομίζω να χρειάζομαι την άδεια κανενός για αυτό! Βέβαια, δεν περίμενα ότι θα έβρισκα κομπανία εδώ μέσα!

Την κουβέντα τους διέκοψε το νιαούρισμα της μπέμπας που τόση ώρα κοιμόταν ήσυχη στην αγκαλιά της μαμάς της. Άνοιξε δειλά δειλά τα ματάκια της και τους κοίταξε. Ο Χρήστος παραξενεύτηκε πολύ. Το χρώμα των ματιών της ήταν πολύ περίεργο. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν πράσινο ή λαδί πολύ φωτεινό, αλλά ήταν τόσο ξεθωριασμένο που έμοιαζε περισσότερο με κίτρινο. Στην ιδέα και μόνο ανατρίχιασε καθώς του ήρθε στο μυαλό εκείνο το φρικτό κίτρινο μάτι που είχε πολτοποιήσει στο δωμάτιο του Στέφανου. Η Μαίρη, σαν να το κατάλαβε ή σαν να ήταν συνηθισμένη σε αυτή την αντίδραση, μίλησε σιγανά.

-Μην ανησυχείς, δεν είναι τίποτα. Στο μαιευτήριο έκανε πολύ υψηλό ίκτερο και της άφησε ένα μικρό πρόβλημα στα μάτια. Με τον καιρό θα επανέλθει μόνο του είπαν οι γιατροί.
Ο Χρήστος απλά χαμογέλασε. Πάντα είχε τον τρόπο να καταλαβαίνει ακριβώς και τι σκεφτόταν και πώς ένιωθε. Ένα ταλέντο που το είχε μόνο εκείνη και η μητέρα του.
-Πώς θα την βγάλετε;
-Ρεγγίνα. Στα Λατινικά σημαίνει βασίλισσα.
-Πολύ ταιριαστό! Να σας ζήσει!  Άκου τώρα. Λέω να πάω να φέρω τα πράγματά σας από το αυτοκίνητό σου, να τα βάλω στο δωμάτιο του Στέφανου, να σου αφήσω και λίγο χρόνο να τη θηλάσεις, σύμφωνοι; Μου φαίνεται πεινασμένη, σε λίγο θα φάει κι εμένα!

Η Μαίρη στο άκουσμα της τελευταίας φράσης σφίχτηκε, αλλά αντί να μιλήσει απλά του έγνεψε χαμογελώντας. Μα το χαμόγελο της ήταν μελαγχολικό, θλιμμένο, παγωμένο… κάτι που για άλλη μια φορά διέφυγε  της προσοχής του Χρήστου. Την αγκάλιασε σφιχτά και της χάιδεψε τα μαλλιά.

-Χαίρομαι πολύ που ήρθατε! Πραγματικά!

Μόλις έφυγε από το δωμάτιο, η Μαίρη έβγαλε το πουλόβερ της και ξεκούμπωσε το πουκάμισο που φορούσε από μέσα. Άνοιξε το σουτιέν της κι αποκάλυψε δυο πλούσια στήθη. Οι θηλές της ήταν πληγωμένες, κομματιασμένες σχεδόν από το θηλασμό και από το στήθος της έβγαινε ένα παχύρευστο υγρό σκούρου χρώματος. Ήταν γάλα μαζί με αίμα. Η μικρή πήρε στο στόμα της τη μια θηλή κι άρχισε να θηλάζει ευχαριστημένη. Στα μάγουλα της Μαίρης κύλησαν δυο δάκρυα.

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ - 5





5. Απρόσμενες Επισκέψεις

Οι μέρες κυλούσαν ήρεμα στο σπίτι του Χρήστου. Ένας μήνας είχε περάσει από τον υποτιθέμενο σεισμό και από το βράδυ που είχε βρει εκείνο το αηδιαστικό μάτι στο δωμάτιο του Στέφανου. Σιγά σιγά τα πάντα επέστρεφαν στον κανονικό τους ρυθμό. Τις πρώτες μέρες είχαν ταμπουρωθεί και οι τρεις στο σπίτι. Δεν έβγαιναν παρά μόνο για τα απαραίτητα ψώνια. Φρόντιζαν να είναι πάντα κάποιος με το παιδί και είχαν τα μάτια τους δεκατέσσερα. Ο Χρήστος ψηλάφισε έναν έναν όλους τους τοίχους, τα πατώματα, τράβηξε τα έπιπλα, έψαξε εξονυχιστικά όλο το σπίτι μέσα και έξω. Δεν βρήκε τίποτα άλλο. Πέρασε καμιά βδομάδα πριν αρχίσουν να ξεθαρρεύουν λιγάκι. Δεν είχαν κι άλλη επιλογή εξάλλου, ο Χρήστος έπρεπε να επιστρέψει στη δουλειά. Κι ο Στέφανος είχε ανάγκη να βγαίνει έξω, να περπατάει, να παίζει, να κάνει τελοσπάντων ο,τι κάνουν τα παιδάκια της ηλικίας του. Σχεδόν δηλαδή, αφού εξακολουθούσε να μη μιλάει ποτέ και σε κανέναν. Στην παρέα τους είχε προστεθεί και η Φωτεινή, μετά από απαίτηση της κυρίας Κατερίνας. 

Η Φωτεινή ήταν κάτι σαν ψυχοκόρη της, την είχε βρει κουρελιασμένη και χτυπημένη δίπλα από έναν κάδο σκουπιδιών. Ο άντρας της την κακοποιούσε και την βίαζε κατ’ επανάληψη, μέχρι που μάζεψε το κουράγιο κι έφυγε. Αλλά δεν είχε πού να πάει… ολομόναχη ήταν στον κόσμο, εκτός από τον πατέρα της… σε εκείνον δεν θα πήγαινε ούτε νεκρή. Τα ίδια κι αυτός, βάναυσος με τη μάνα της μέχρι που την πέθανε, βάναυσος και με κείνη αργότερα. Τελικά, την πούλησε, παρά τη θέλησή της, 16 χρονών κοριτσάκι σε έναν μεσήλικα γαιοκτήμονα με αντάλλαγμα το κρέας και τα τυριά των επόμενων 3 χρόνων. Μερικά κιλά κρέας και κάμποσα κεφάλια τυρί… τόσο άξιζε για αυτόν η ζωή της κόρη του. Σαν κρέας την αγόρασε και σαν κρέας τη μεταχειρίστηκε το κάθαρμα, δυο παιδιά έχασε από τους ξυλοδαρμούς του, τον ανέχτηκε για τέσσερα χρόνια, τέσσερις αιώνες ολόκληρους, ώσπου έφυγε ένα βράδυ, που στεκόταν από πάνω του ώρες με το μαχαίρι στο χέρι, έτοιμη να του κόψει το λαρύγγι μέσα στον ύπνο του. Δεν το έκανε… δεν ήθελε να γίνει σαν τα μούτρα του… όμως μα τω Θεώ αν την άγγιζε ξανά, θα τον ξεκοίλιαζε… τότε κατάλαβε πως είχε έρθει η στιγμή να φύγει, να σωθεί πριν χάσει τα λογικά της. Τίποτα δεν πήρε μαζί της, ούτε ρούχα ούτε χρήματα. Αλλόφρων άνοιξε την πόρτα, μόνο τα ρούχα της, το παλτό της και τη φωτογραφία της μάνας της πήρε, μόνο να τρέξει, να τρέξει όσο γίνεται πιο μακριά, να τρέξει μην τυχόν και ξυπνήσει το τέρας και την προλάβει… Κι έτρεξε, έτρεξε σαν τον άνεμο, έτρεξε όσο ποτέ δεν είχε τρέξει, βγήκε από το χωριό της και συνέχισε να τρέχει, έφτασε στην Ξάνθη, ξημέρωνε κι έκανε κρύο, τα πόδια της λύγισαν, έπεσε λιπόθυμη μέσα σε μια οικοδομή εγκαταλειμμένη. Όταν ξύπνησε ήταν νύχτα, ούτε ήξερε πόσο είχε μείνει εκεί, ήταν εξαντλημένη, δεν μπορούσε να κουνηθεί σχεδόν. Με μεγάλο κόπο, βγήκε έξω, το στομάχι της είχε αρχίσει να διαμαρτύρεται, αλλά δεν είχε τίποτα μαζί της. Να ζητιανέψει δεν της πήγαινε, στην αστυνομία δεν τολμούσε να πάει, ο άντρας της είχε πολλές γνωριμίες, βρέθηκε να ψάχνει για υπολείμματα σε έναν κάδο σκουπιδιών. Βρήκε κάτι μισοφαγωμένα μπιφτέκια και λίγες ντομάτες σχεδόν σάπιες και τα καταβρόχθισε με λαιμαργία. Καθώς συνειδητοποίησε τι έκανε, της ήρθε αναγούλα κι άδειασε το περιεχόμενο του στομαχιού της στο πεζοδρόμιο. Γονάτισε δίπλα στον κάδο κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Εκεί την βρήκε η κυρία Κατερίνα, τη μάζεψε στο σπίτι της, την τάισε, την άφησε να κάνει μπάνιο και να ηρεμήσει κάπως, φαινόταν πως είχε περάσει πολλά.

-Έννοια σου και ξέρω τι κάνω. Όχι, δεν φοβάμαι, βασανισμένο κορίτσι είναι. Ώχου μωρέ Βασίλη, άσε με ήσυχη, μεγάλη γυναίκα είμαι, δεν θα μου αλλάξεις τώρα εσύ τα μυαλά!

Την άκουσε η Φωτεινή τη συζήτηση με το γιο της που τη μάλωνε που έβαλε μια άγνωστη από το δρόμο στο σπίτι της. «Δίκιο έχει το παλικάρι» σκέφτηκε κι έκανε να φύγει, το τελευταίο που ήθελε ήταν να της δημιουργήσει προβλήματα. Η κυρία Κατερίνα την πρόλαβε.

-Άκου να δεις κορίτσι μου, είμαι σε μια ηλικία που έχουν δει πολλά τα μάτια μου και τον κακό τον άνθρωπο ξέρω και τον ξεχωρίζω. Κάτσε.. να πιούμε ένα κρασί… να μου τα πεις αν θες να ξαλαφρώσεις.

Μάτι δεν έκλεισαν όλη τη νύχτα οι δυο γυναίκες. Έκλαιγε κι έλεγε η Φωτεινή, έλεγε κι έκλαιγε. Έκλαιγε κι η κυρία Κατερίνα που ένιωθε τον πόνο να βγαίνει από την ψυχούλα της… μια ηλικία είχε με τη μικρή της κόρη, που σπούδαζε Θεσσαλονίκη. «Καλύτερα στο δρόμο παρά να ξαναγυρίσω εκεί» της έλεγε κάθε τόσο. Το πρωί τις βρήκε αγκαλιά, η Φωτεινή αντάμωσε τη μάνα που τόσο της έλειπε κι αποκοιμήθηκε καθώς η κυρία Κατερίνα της χάιδευε τα μαλλιά στοργικά.
Από το βράδυ εκείνο αχώριστες έγιναν. Σε όλα σαν μάνα πράγματι της στάθηκε. Και λεφτά της έδωσε και δουλειά τη βοήθησε να βρει και δικηγόρο έβαλε να της κάνει τα χαρτιά για το διαζύγιο. Κι όταν ο προκομμένος έκανε το λάθος να εμφανιστεί στην πόρτα της να της ζητήσει το λόγο, τον στόλισε κανονικά. Και μετά του έστειλε ένα γειτονόπουλο αθλητή μαζί με δυο φίλους του να του παραδώσουν ένα μήνυμα, μη και τολμήσει να πλησιάσει ξανά τη Φωτεινή. Του το παρέδωσαν πράγματι. Μαζί με μερικές κλωτσιές και μια φωτιά στο αυτοκίνητό του. 

-Αμ ξέρουμε κι εμείς να παίζουμε βρώμικα κύριε! Μουρμούρισε χαμογελώντας μόλις έμαθε ότι το είχε βάλει στα πόδια τρέχοντας. Ήξερε πόσο θρασύδειλοι είναι αυτοί οι άντρες- ο Θεός να τους κάνει- κι ήταν σίγουρη πως είχε καταλάβει καλά την προειδοποίηση και θα τις άφηνε ήσυχες. Έτσι κι έγινε. Λίγους μήνες αργότερα η Φωτεινή έπιασε σπίτι δικό της. Όμως η επίσκεψη στην κυρία Κατερίνα έγινε αγαπημένη καθημερινή συνήθεια. Κάθε μέρα ανελλιπώς, εδώ και δυόμιση χρόνια.

Όταν το είχε ζητήσει από το Χρήστο, αρχικά είχε αρνηθεί. Ποια ήταν αυτή η Φωτεινή, πώς ήξερε ότι μπορούσε να την εμπιστευτεί; Επέμενε πολύ η κυρία Κατερίνα, φοβόταν να μένει μόνη με το Στέφανο, μεγάλη γυναίκα ήταν, πόσο πια να τον προστατεύσει… ορκιζόταν πως αυτό το κορίτσι ήταν άξιο εμπιστοσύνης, τελικά τον έπεισε να έρθει επίσκεψη να τη γνωρίσει. Όταν άνοιξε η πόρτα, δυο ζεστά καστανά μάτια τον κοίταξαν και διέλυσαν τους φόβους του. Η μεγαλύτερη έκπληξη ήρθε όμως αμέσως μετά. Μόλις ο Στέφανος αντίκρισε τη Φωτεινή, γέλασε με την καρδιά του και ρίχτηκε στην αγκαλιά της. Όλοι έμειναν με ανοικτό το στόμα, ο Στέφανος ποτέ και σε κανέναν δεν είχε αντιδράσει με τόσο ενθουσιασμό.
-Λοιπόν, τι λες;
-Υποθέτω… πως έχει ήδη εγκριθεί! Απάντησε χαμογελώντας ο Χρήστος κοιτάζοντας το Στέφανο να τριγυρίζει χαρούμενος γύρω από τα πόδια της Φωτεινής.

Κι έτσι μεγάλωσε το παρεάκι και οι μέρες περνούσαν τόσο ευχάριστα και τόσο γαλήνια, που θα έλεγε κανείς πως δεν είχε συμβεί ποτέ τίποτα από όλα αυτά, πως ήταν ένα κακό όνειρο. Αυτή η γαλήνη όμως τον τρόμαζε κατά βάθος τον Χρήστο. Έμοιαζε με τη νηνεμία πριν την τρικυμία.  Ήξερε καλά πως όποιοι κι αν ήταν αυτοί που τους κυνηγούσαν δεν θα το έβαζαν κάτω τόσο εύκολα, δεν θα εγκατέλειπαν μέχρι να πετύχουν το στόχο τους. Κι η τρικυμία πλησίαζε, ήταν σίγουρος… κι ας μην έλεγε τίποτα, για να μη χαλάσει αυτή την απροσδόκητη οικογενειακή ευτυχία.

Ένα απόγευμα, καθώς πίνανε τον καφέ τους γύρω από το τζάκι, αρχές Νοέμβρη είχε πάει πια, χτύπησε το κουδούνι. Όλοι κοιτάχτηκαν ξαφνιασμένοι, δεν περίμεναν κανέναν ούτε και δέχονταν συχνά επισκέψεις. Ο Χρήστος πήγε επιφυλακτικά να δει ποιος ήταν. Ένα τεράστιο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του. Έξω από την πόρτα, τυλιγμένη με ένα χοντρό κόκκινο σάλι και κρατώντας στην αγκαλιά ένα μωρό, στεκόταν η Μαίρη!

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ - 4



4. Μακάβρια Ανακάλυψη

Το φεγγάρι ανέβαινε όλο και πιο ψηλά στο νυχτερινό ουρανό. Οι δυο έφηβοι προχωρούσαν χέρι με χέρι, χαμογελαστοί, τα μάτια τους έλαμπαν στο σκοτάδι. Φορούσαν μαύρα ρούχα, το πρόσωπό τους ήταν βαμμένο με σκούρα χρώματα και τα μαλλιά τους ήταν επιμελώς ατημέλητα.
-Είσαι σίγουρη; Ρώτησε το αγόρι. Θέλω να πω… αν άλλαξες γνώμη, αν θες να γίνει κάπου αλλού, μια άλλη στιγμή…
-Σσσς… το κορίτσι κάλυψε με το χέρι του το στόμα του. Είμαι απόλυτα σίγουρη. Σ’ αγαπώ και σε θέλω. Εδώ. Αυτό το μέρος είναι γεμάτο ενέργεια, μυστικισμό, θέλω να νιώσω όλες τις πανάρχαιες δονήσεις όταν θα γινόμαστε ένα…
-Εντάξει, της απάντησε χαμογελώντας.
Την τράβηξε κοντά του κι ακούμπησε απαλά τα χείλη του στα δικά της. Άρχισαν να τρέχουν γελώντας δυνατά προς την είσοδο της σπηλιάς. Κοντοστάθηκαν για λίγο πριν μπουν μέσα, είχαν διαβάσει τόσα πολλά για το σπήλαιο της Παιανίας, είχαν δει φωτογραφίες, είχαν ακούσει ιστορίες για μαγεία και για μυστικά περάσματα. Ένιωθαν δέος, σαν το επόμενο βήμα τους να τους οδηγούσε έξω από αυτόν τον κόσμο. Κατά κάποιον τρόπο έτσι ήταν πραγματικά. Δεν είναι κάθε μέρα η πρώτη σου φορά. Πόσο μάλλον σ’ ένα τόσο ιδιαίτερο μέρος. Πήραν βαθιά ανάσα και μπήκαν. Ήταν απόλυτα σκοτεινά και χρειάστηκαν μερικά λεπτά για να συνηθίσει το βλέμμα τους στο σκοτάδι. Προχώρησαν μερικά βήματα, περιεργάστηκαν για λίγο το χώρο, δεν έβλεπαν τίποτα το αξιοπερίεργο, ένιωθαν όμως την ατμόσφαιρα αλλιώτικη, πιο βαριά. Συνέχισαν να περπατούν αγκαλιά, ώσπου, αρκετά βαθιά στη σπηλιά, βρήκαν ένα σημείο που τους φάνηκε πιο βολικό. Έστρωσαν τις κουβέρτες που είχαν φέρει μαζί τους κι άναψαν κεριά γύρω γύρω, δημιουργώντας ένα νοητό κύκλο γύρω τους. Έκατσαν ο ένας δίπλα στον άλλο, κανείς δεν έκανε το πρώτο βήμα, η αμηχανία ήταν αισθητή.
-Έχεις άγχος; ρώτησε το αγόρι.
-Λιγάκι…
-Μη φοβάσαι. Την πήρε στην αγκαλιά του.
-Δεν φοβάμαι… μαζί σου ποτέ δεν φοβάμαι…
Πήρε το πρόσωπό της στα χέρια του, τη φίλησε πρώτα στα μάγουλα, μετά στα μάτια και τέλος στα χείλη, αργά και απαλά, ένα φιλί βαθύ και γλυκό, που έκανε για άλλη μια φορά την καρδιά της να σκιρτήσει. Ναι, ήταν αυτός, ο μοναδικός, ο σωστός. Ένας αναστεναγμός έφυγε από τα στήθη της καθώς το ένα φιλί έφερνε το άλλο, τα χείλη του κατέβαιναν στο λαιμό της, τα χέρια του ξεκούμπωναν σιγά σιγά την μπλούζα της, τα δάχτυλά της χάνονταν μέσα στα μαλλιά του. Οι στιγμές ήταν μαγικές, ο ηλεκτρισμός γέμιζε το χώρο. Συνέχισε να την φιλάει, έβγαλε ένα ένα αργά τα ρούχα της κι απόμεινε να την κοιτάζει, έτσι γυμνή κάτω από το φως τον κεριών, γδύθηκε κι αυτός και βρέθηκε από πάνω της. Χάιδευαν ο ένας τον άλλο μ’ αυτόν τον αδέξιο, αθώο, υπέροχο τρόπο της εφηβείας, ανακάλυπταν τα σώματά τους, αχόρταγα ρουφούσαν αυτές τις πρωτόγνωρες αντιδράσεις, την έκρηξη αισθήσεων και συναισθημάτων. Κάποια στιγμή, βυθίστηκε μέσα της κι ένιωσε να της κόβεται η ανάσα. Ένας πόνος που κράτησε λίγα μόνο δευτερόλεπτα κι η καρδιά της πλημμύρισε μ’ ένα ανείπωτο αίσθημα ευτυχίας που έφερε δάκρυα στα μάτια της.
-Αγάπη μου! Την κοίταξε τρομαγμένος. Τι; Έκανα κάτι;
-Όχι, όχι… τον καθησύχασε, όχι δεν έκανες τίποτα.
-Τότε γιατί κλαις;
-Γιατί είμαι ευτυχισμένη! Σ’ αγαπώ! Σ’αγαπώ!
-Σ’αγαπώ!, της είπε καθώς χανόταν και πάλι μέσα της.
Ταξίδεψαν μαζί για λίγα λεπτά ακόμα, ώσπου τελικά τραβήχτηκε και τέλειωσε πάνω στην κοιλιά της. Τη σκούπισε απαλά κι έπειτα την έσφιξε στην αγκαλιά του. Κοιτάχτηκαν και δεν χρειάστηκε να πουν τίποτα. Άπλωσε το χέρι της να πιάσει τον σάκο της και να βρει τα τσιγάρα της. Τα περισσότερα κεριά είχαν σβήσει, η σπηλιά ήταν τώρα και πάλι σκοτεινή. Δεν ήθελε να αφήσει τη ζεστασιά της αγκαλιάς του, άρχισε στα τυφλά να ψαχουλεύει γύρω της, πάνω στην κουβέρτα, στις κρύες πέτρες, αλλά δεν μπορούσε να τον βρει. Σηκώθηκε κι άρχισε να βηματίζει ξυπόλυτη, μάλλον πάνω στην ένταση της στιγμής τον είχαν μετακινήσει και δεν το πήραν είδηση.
-Αααουυτς! Φώναξε ξαφνικά. Είχε σκοντάψει κάπου και είχε στραμπουλήξει το πόδι της. Άρπαξε ένα κερί κι έτρεξε κοντά της. Καθώς τη βοηθούσε να σηκωθεί, το φως του κεριού έπεσε πάνω σε ένα παράξενο μόρφωμα, κάτι που εξείχε από τα βράχια του σπηλαίου. Το έφερε πιο κοντά για να δουν καλύτερα. Τα ουρλιαχτά της γέμισαν το χώρο κι ο αντίλαλος τα μετέφερε έξω στο δάσος της Παιανίας.
Λίγη ώρα αργότερα
Η αστυνομία είχε περιφράξει το χώρο με ταινίες σε περίμετρο ενός χιλιομέτρου. Το πτώμα άνηκε σε κάποιον άντρα, ήταν σε προχωρημένη σήψη κι αναμφισβήτητα επρόκειτο για δολοφονία. Το κρανίο είχε χτυπηθεί επανειλημμένως με κάποιο αιχμηρό αντικείμενο.
-Εντάξει τελειώσαμε, μπορείτε να φύγετε. Αν σας χρειαστούμε ξανά θα σας καλέσουμε.
Ο αστυνόμος Ιωσήφ Ιατρόπουλος είχε μόλις πάρει κατάθεση από τα δυο νεαρά παιδιά που είχαν ανακαλύψει τη σωρό μέσα στη σπηλιά. Η κοπέλα ήταν ακόμα σε κατάσταση σοκ, έκλαιγε και μονολογούσε. Τους συμβούλεψε να ξεκουραστούν και να μην αποκαλύψουν ακόμα σε κανέναν όσα είχαν συμβεί, αν και ήξερε πως δύσκολα θα μπορούσαν να ξεφύγουν από τους γονείς τους, είχε σχεδόν χαράξει και ακόμα δεν είχαν πάει σπίτια τους. Αναστέναξε. Δεν ήταν η πρώτη ειδεχθής δολοφονία που αντιμετώπιζε, κάθε άλλο, θα έλεγε κανείς πως πλέον είχε συνηθίσει να βλέπει τη βίαιη πλευρά των ανθρώπων, σχεδόν τίποτα δεν τον σόκαρε. Όμως σήμερα, σε αυτήν εδώ την περίπτωση, κάτι δεν του κόλλαγε, κάτι μέσα του χτυπούσε καμπανάκι, δεν ήταν απλά άλλος ένας φόνος, υπήρχε κάτι το σκοτεινό από πίσω. Χώρια που από την ώρα που ανασύρθηκε το πτώμα, έτσι όπως το είδε από μακριά, κάτι στο σουλούπι του φάνηκε γνώριμο, οικείο. Έπρεπε οπωσδήποτε να μάθει ποιος ήταν αυτός ο άντρας, όμως ήταν εντελώς παραμορφωμένος, πρέπει να βρισκόταν εκεί πάνω από εννιά, δέκα μήνες. Πλησίασε την συνάδερφό του, ιατροδικαστή Ελεάνα Σώκου.
-Τι έχουμε;
-Τι να έχουμε… τίποτα στην ουσία. Το θύμα δεν έχει ταυτότητα ή κάποιο άλλο χαρτί πάνω του, τα δακτυλικά αποτυπώματα έχουν παραμορφωθεί, μόνο από τα οδοντιατρικά αρχεία αν βρούμε καμιά άκρη…
-Έγκλημα πάθους;
-Δεν ξέρω. Το χτύπημα στο κεφάλι, η γωνία από την οποία έγινε, δείχνει πως τον παραμόνευαν και του την έφεραν από πίσω. Έπειτα, είναι και κάτι άλλο… ο παράμεσος του δεξιού του χεριού είναι κομμένος…
-Μήπως ήταν παντρεμένος; Μήπως ήθελαν να τον ληστέψουν, να του πάρουν τη βέρα;
-Δεν το νομίζω, πάνω του βρέθηκαν χρήματα, στο πορτοφόλι του. Το μόνο που λείπει είναι το δάχτυλο με τη βέρα, η ταυτότητα και το δίπλωμά του, αν υποθέσουμε ότι φορούσε βέρα κι ότι είχε μαζί του χαρτιά. Είναι λες και κάποιος ήθελε απλά να τον εξαφανίσει.
-Προσωπικά αντικείμενα;
-Τίποτα το ιδιαίτερο. Να, κοίτα και μόνος σου.
Του έδωσε μια σακούλα πλαστική που είχε μέσα μόνο ένα πορτοφόλι, μερικά χαρτονομίσματα κι ορισμένα νομίσματα, έναν ασημένιο αναπτήρα. Ο Ιωσήφ έβγαλε το πορτοφόλι και το κοίταξε διερευνητικά. Πάλι αυτή η αίσθηση του γνώριμου τον ανατρίχιασε. Το άνοιξε κι άρχισε να ψάχνει προσεκτικά όλες τις θήκες και τα τσεπάκια. Ένιωσε να πιάνει ένα μικρό μεταλλικό αντικείμενο. Το έβγαλε, ήταν ένας ασημένιος σταυρός, πίσω είχε χαραγμένο το γράμμα «Μ».
-Αδύνατον! Ψιθύρισε. Θυμόταν πολύ καλά τη μέρα που είχε πάει με  τη Μαίρη να διαλέξουν δώρο για το Γιώργο, για την πρώτη τους επέτειο. Είχαν διαλέξει έναν πανομοιότυπο σταυρό και… Θεέ μου, ο αναπτήρας! Τον έβγαλε με χέρια που έτρεμαν και τότε είδε την εγχάραξη «Μ» μια καρδούλα μ’ ένα βέλος και «Γ». Μα φυσικά! Γι’ αυτό η αίσθηση ότι κάπου είχε ξαναδεί αυτό το σουλούπι, το μαύρο δερμάτινο μπουφάν, το καφέ πορτοφόλι, ήταν πολύ φθαρμένα για να τα αναγνωρίσει αμέσως. Μα τώρα το καταλάβαινε, ήταν του Γιώργου! Μα… πως;
-Τι έγινε; Βρήκες κάτι; Έχεις ασπρίσει!
-Ελεάνα… ξέρω ποιος είναι ο νεκρός… αλλά δεν… δεν γίνεται να είναι αυτός… δεν γίνεται καταλαβαίνεις;
-Ποιος; Ποιος είναι;
-Όλα αυτά τα αντικείμενα, τα ρούχα, όλα ανήκουν στον άντρα της ξαδέρφης μου, το Γιώργο!
-Ω Ιωσήφ! Λυπάμαι πολύ!
-Δεν καταλαβαίνεις! Δεν γίνεται να είναι ο Γιώργος! Πριν τρεις μέρες ήμουν σπίτι τους και τρώγαμε μαζί! Όλοι μαζί!
-Μα τότε.. πώς;
-Αυτό ακριβώς αναρωτιέμαι κι εγώ! Μπορούμε να επισπεύσουμε τη διαδικασία αναγνώρισης;
-Θα κάνω ό,τι μπορώ. Έχω έναν γνωστό στο αρχείο και μου χρωστάει κάτι χάρες. Θα προσπαθήσω να μάθω το συντομότερο, ίσως και σήμερα αν τα καταφέρω.
-Θα στο χρωστάω. Κάτι πολύ περίεργο συμβαίνει εδώ. Και πρέπει οπωσδήποτε να ανακαλύψω τι!

Ο Ιωσήφ πέρασε την υπόλοιπη μέρα ψάχνοντας τη Μαίρη και το Γιώργο, αλλά μάταια. Στη δουλειά του Γιώργου του είπαν πως είχε πάρει άδεια επειγόντως κι ότι τους είχε πει πως θα έφευγε με τη Μαίρη για ένα μίνι ταξιδάκι, καθώς πλησίαζε ο καιρός που θα γεννούσε και μετά δεν θα είχαν χρόνο με το μωρό. Η Μαίρη πάλι στο σχολείο δεν ήταν, είχε ξεκινήσει η άδεια κυήσεως πριν τέσσερις βδομάδες, ούτε και στο σπίτι τη βρήκε. Πήρε όλους τους κοινούς γνωστούς, κανείς δεν ήξερε κάτι. Προχτές που μίλησαν δεν του είχε αναφέρει τίποτα για διακοπές ή κάτι ανάλογο. Είχε αρχίσει να ανησυχεί πολύ. Ένα κακό προαίσθημα φούντωνε μέσα του. Το τηλεφώνημα της Ελεάνας ήρθε να επιβεβαιώσει τους φόβους του.
-Δεν έχω καλά νέα.
-Έλα πες ακούω.
-Τα οδοντιατρικά αρχεία έδειξαν ότι η σωρός ανήκει στον άνθρωπο που μου έλεγες, στον Γιώργο Ιωάννου.
-Απίστευτο! Είσαι σίγουρη; Η Ελεάνα το επιβεβαίωσε ακόμα μια φορά. Εντάξει, ευχαριστώ πολύ.
«Τι σκατά συμβαίνει;» σκέφτηκε. «Αν αυτό το πτώμα είναι του Γιώργου, τότε με τη Μαίρη ποιος διάολος είναι; Και πού;»

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ - 3



3. Κίτρινα Μάτια



Όταν επέστρεψαν σπίτι εκείνο το βράδυ, πρώτο μέλημα του Χρήστου ήταν να μεταφέρει το κρεβατάκι του Στέφανου στο δωμάτιό του, ώστε να κοιμούνται μαζί. Θα έκλεινε για λίγες ημέρες το γραφείο του και είχαν από κοινού αποφασίσει με την κυρία Κατερίνα ότι θα ήταν πιο ασφαλές να μείνουν και οι τρεις μαζί μέχρι να ξεκαθαρίσουν κάπως τα πράγματα. Ποιος να το έλεγε… η κυρία Κατερίνα δεν άφησε το σπίτι της όταν έφυγαν τα παιδιά της για τη Θεσσαλονίκη και την παρακαλούσαν να πάει μαζί τους, ούτε όταν πέθανε ο γέρος της κι έμεινε ολομόναχη. Δεν ήθελε να χάσει τις καθημερινές της συνήθειες, το καφεδάκι με τη γειτόνισσα τα πρωινά, τη φροντίδα των λουλουδιών της, το ασβέστωμα της αυλίτσας, συνήθειες με τις οποίες πέρασε μια ολόκληρη ζωή. Γι’ αυτό και είχε σθεναρά αντισταθεί στις πιέσεις των γιων και της κόρης της. Και τώρα να που δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Και το σπίτι της και την Ξάνθη και την Ελλάδα ακόμα θα εγκατέλειπε αν χρειαζόταν για αυτό το πλασματάκι που την είχε κυριολεκτικά μαγέψει!
Ο Χρήστος παρόλη την κούραση και την ανησυχία, ένιωθε και μια κάποια ανακούφιση. Επιτέλους είχε κάποιον να εμπιστεύεται, κάποιον να μοιραστεί αυτό το βάρος που κουβαλούσε μόνος του τρία ολόκληρα χρόνια, έναν άνθρωπο δικό του. Ούτως ή άλλως η κυρία Κατερίνα του έβγαζε πάντα κάτι το μητρικό, γι’ αυτό εξάλλου την είχε επιλέξει να φροντίζει το Στέφανο εξαρχής. Και μετά τα σημερινά φαινόταν πως επιτέλους τον είχε κερδίσει κι εκείνον.
Η κυρία Κατερίνα θα κοιμόταν στο σαλόνι. Ο καναπές ήταν μεγάλος και άνετος, το μόνο που έμενε ήταν να πάνε να φέρουν κάποια ρούχα και προσωπικά της είδη, θα το έκανε ο Χρήστος το επόμενο πρωί. Προς το παρόν έπρεπε να κάνει χώρο στην ντουλάπα του Στέφανου για να μπουν τα πράγματα. Προσπάθησε να τη σηκώσει, αλλά ήταν αδύνατον. Ήταν τόσο βαριά, από μασίφ ξύλο. Αναρωτήθηκε τι στο καλό είχε γίνει μέσα σε αυτό το δωμάτιο το απόγευμα κι έκανε αυτό το θηρίο να πέσει. Αύριο θα το τακτοποιούσε κι αυτό. Σήμερα ήταν υπερβολικά ταλαιπωρημένος. Έσκυψε να μαζέψει κάποια παιχνίδια του Στέφανου που είχαν διασκορπιστεί στο πάτωμα. Καθώς τα τοποθετούσε πίσω στα ράφια της βιβλιοθήκης, πρόσεξε μια ανεπαίσθητη σχεδόν κίνηση στον τοίχο. Πλησίασε να δει από πιο κοντά, αλλά τίποτα. Περίμενε λίγο. «Μπα, ιδέα μου θα είναι» σκέφτηκε κι έκανε να φύγει. Όμως δεν πρόλαβε να κουνηθεί, το είδε πάλι. Μια κίνηση απαλή, σαν το πετάρισμα που κάνουν μηχανικά τα βλέφαρά μας. Πολύ επιφυλακτικά, άπλωσε το χέρι του κι ακούμπησε τον τοίχο στο σημείο αυτό. Ψηλάφισε για λίγο, μέχρι που ένιωσε ένα μικρό εξόγκωμα. Πίεσε και το ένιωσε να πάλλεται κάτω από τα δάχτυλά του. Το αίμα του πάγωσε και έκανε ενστικτωδώς πίσω. Αμέσως όμως το μετάνιωσε. Έπρεπε να μάθει τι ήταν αυτό το πράγμα, ό,τι κι αν ήταν έπρεπε να το μάθει. Έκανε αποφασιστικά ένα βήμα μπροστά κι άπλωσε ξανά το χέρι του, το άγγιξε πιο δυνατά αυτή τη φορά και το τράβηξε προς τα έξω. Ένα μικρό στρογγυλό πράγμα, σαν σφαίρα, ξεκόλλησε από τον τοίχο. Ήταν μαλακό κι είχε το χρώμα του τοίχου, ακριβώς την ίδια απόχρωση. Μόλις το έπιασε στα χέρια του, το χρώμα άλλαξε κι έγινε πανομοιότυπο με αυτό του δέρματός του. Σαν ένας μικρός χαμαιλέοντας, άλλαζε όψη για να μη γίνεται αντιληπτό. Αγνόησε την ανατριχίλα που διέτρεχε τη σπονδυλική του στήλη και το πίεσε δυνατά. Τότε το άγνωστο αντικείμενο άνοιξε σαν όστρακο και αυτό που αντίκρισε ο Χρήστος ξεπερνούσε κάθε φαντασία, κάθε νοσηρό νου! Μέσα στο όστρακο υπήρχε ένα μάτι! Ένα ζωντανό μάτι, χωρίς πρόσωπο να στηρίζεται, χωρίς βλεφαρίδες, ένα κίτρινο αηδιαστικό μάτι που τον κοιτούσε σαστισμένα, αλλά και γεμάτο μίσος και κακία. Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει, είχε μείνει αποσβολωμένος, αδύνατον να χωρέσει το μυαλό του αυτό που συνέβαινε, αδύνατον να το επεξεργαστεί… Κοίταξε επίμονα αυτό το μιαρό… πράγμα που κρατούσε κι έπειτα το πέταξε στο πάτωμα κι άρχισε να το πατάει με λύσσα!
-Ψόφα! Ψόφα καταραμένο! Ψόφααααααααααααααααααααααα! Ούρλιαζε και το συνέθλιβε με μανία, όλο το πάτωμα είχε γεμίσει αίμα, αγγεία και μια άμορφη γλιστερή μάζα, σαν γλίτσα, ο αέρας μύριζε ψοφίμι, ο Χρήστος είχε πλέον χάσει κάθε έλεγχο, φώναζε, χτύπαγε τα πόδια του στο πάτωμα, έκλαιγε… Κάποια στιγμή συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε πια τίποτα στο δωμάτιο μαζί του, ο,τι κι αν ήταν αυτό το μάτι είχε πια πολτοποιηθεί κάτω από τα παπούτσια του. Αηδίασε με τη σκέψη, τα έβγαλε γρήγορα από πάνω του, τα πέταξε σε έναν σκουπιδοτενεκέ και τους έβαλε φωτιά. Αν μπορούσε θα έβαζε φωτιά σε όλο το σπίτι! Έμεινε εκεί να κοιτάζει τη φωτιά μέχρι που απέμεινε μόνο στάχτη. Μετά βγήκε στο μπαλκόνι κι έκανε εμετό.

Αθήνα
Η Μαίρη ήταν ζαλισμένη. Τα πόδια και τα χέρια της είχαν μουδιάσει. Ούτε ήξερε πόσο καιρό βρισκόταν εκεί, σε αυτό το σκοτεινό μέρος, δεμένη χειροπόδαρα πάνω σε μια άβολη καρέκλα. Ώρες; Μέρες ίσως; Το τελευταίο πράγμα που θυμόταν ήταν ότι έτρωγαν μαζί με το Γιώργο στο αγαπημένο της εστιατόριο, γελούσαν, έπιναν κρασί. Ξαφνικά ένιωσε μια αδιαθεσία, σηκώθηκε να πάει στο μπάνιο να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της και μετά όλα σκοτείνιασαν. Από εκεί και πέρα… θολούρα, μερικές σκόρπιες εικόνες, φωνές, πόνος και ένα ζευγάρι κίτρινα μάτια… δεν θα τα ξεχνούσε ποτέ αυτά τα μάτια! Κοίταξε ένα γύρο, δεν είδε κανέναν. Στην ουσία τίποτα δεν μαρτυρούσε την ύπαρξη ζωής σε αυτό το άχαρο δωμάτιο, εκτός από την παρουσία της εκεί. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένας τάφος. Τι στο καλό γύρευε εκείνη εκεί; Της ήταν αδύνατο να θυμηθεί… Μια κίνηση στα σωθικά της επανέφερε τις σκέψεις της. Πονούσε πολύ το κεφάλι της, προφανώς από τα χτυπήματα, όμως έπρεπε να αντέξει. Για αυτό το παιδί που μεγάλωνε μέσα της κι εξαρτιόταν από εκείνη έπρεπε να αντέξει… και να βρει κάποιον τρόπο να βγει από εκεί μέσα. Κι ο Γιώργος; Θα είχε πεθάνει από την αγωνία του! Πόσο θα ήθελε να τον είχε τώρα δίπλα της!
Άκουσε φωνές και βήματα.  Στην αρχή αχνά και μετά όλο και πιο καθαρά. Ήταν τρεις τουλάχιστον. Τέντωσε τα αυτιά της για να ξεχωρίσει τι έλεγαν.
-Είμαστε σίγουροι πως πρόκειται για αυτόν;
-Ναι, απόλυτα. Τον βρήκαμε στην Ξάνθη. Ο ίδιος ο Ντέημον πήγε μέχρι εκεί να δει αν οι πληροφορίες μας είναι σωστές. Μάλιστα θα τον άρπαζε να τον φέρει εδώ, αλλά ξαφνικά το σπίτι άρχισε να τρέμει κι ένα ισχυρό τείχος προστασίας τον τύλιξε. Δεν ξέρουμε ακριβώς τις λεπτομέρειες ακόμα…
-Και τώρα;
-Τώρα έχουμε αφήσει έναν δικό μας εκεί να τον παρακολουθεί μέχρι να βρεθεί η επόμενη ευκαιρία. Ένα μάτι. Ελπίζω να είναι σύντομα. Ο αφέντης κοντεύει να χάσει την υπομονή του. Τρία χρόνια τώρα περιμένει να βρει αυτό το αγόρι και να εκπληρώσει επιτέλους το πεπρωμένο του!
«Ώστε αυτό είναι!» σκέφτηκε η Μαίρη. «Θέλουν να τους πω για το Χρήστο και το Στέφανο! Είχε δίκιο τελικά που φοβόταν και τη σκιά του!» Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε πόσο κινδύνευε κι η ίδια και το μωρό της. Ήξερε όμως πως δεν έπρεπε να αποκαλύψει τίποτα, όποιο κι αν ήταν το κόστος. Καταλάβαινε πως αυτό που διαδραματιζόταν ξεπερνούσε κατά πολύ σε σημασία τη ζωή τη δικής της, του παιδιού της ή οποιουδήποτε άλλου. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει το γιατί αλλά είχε την πεποίθηση πως γινόταν μάρτυρας κοσμογονικών γεγονότων που θα καθόριζαν τη μοίρα της ανθρωπότητας. Την αιώνια μάχη του καλού με το κακό. Κι ίσως να ανήκε κι η ίδια σε αυτούς που έπρεπε να θυσιαστούν. Προσευχόταν μόνο να βρει τη δύναμη να το κάνει αν ερχόταν εκείνη η στιγμή.
Για άλλη μια φορά τη σκέψη της διέκοψαν ομιλίες. Τώρα είχε προστεθεί ακόμα ένας, οι υπόλοιποι τον φώναζαν Ντέημον και του μιλούσαν με σεβασμό. Άκουσε τη φωνή του. «Αδύνατον!» Αυτή τη φωνή θα την αναγνώριζε οπουδήποτε! Ο Γιώργος!
-Σας φέρνω άσχημα νέα. Ανακάλυψαν το Μάτι μας. Είναι νεκρό!
-Να πάρει! Ο αφέντης θα θυμώσει πολύ. Πρέπει να βρούμε μια λύση, να μάθουμε τι ή ποιος τον προστατεύει τόσο!
-Λες αυτή η σκύλα εκεί μέσα να ξέρει τίποτα Μεγάλε Ντέημον;
-Δεν ξέρω… αλλά θα φροντίσω να μάθω!
Η πόρτα άνοιξε και πρόβαλε ο Γιώργος… ο άντρας που αγάπησε, ο πατέρας του παιδιού της. Στο βλέμμα του δεν υπήρχε ίχνος από την αγάπη με την οποία συνήθιζε να την κοιτάζει. Μόνο κακία κι ένα ειρωνικό χαμόγελο διέκρινε στο πρόσωπό του. Και τα μάτια του… οι κόρες είχαν διασταλεί και είχαν γίνει κίτρινες…
Την άρπαξε από το λαιμό κι άρχισε να την πιέζει, ώσπου ένιωσε τον αέρα να λιγοστεύει στα πνευμόνια της.
-Μίλα βρώμα! Τι συμβαίνει μ’ αυτό το σκατόπαιδο; Ποιος το προστατεύει; Ποιος; Λέγε!
Χαλάρωσε τα χέρια του κι η Μαίρη άρχισε να βήχει. Προσπαθούσε να αναπνεύσει.
-Δεν… ξέρω… για ποιο… πράγμα… μιλάς… Γιώργο… τι είναι… όλα…
-Σκάσε!!!! Το χαστούκι του τη βρήκε στα χείλη και ένιωσε τη γεύση από το αίμα της να της γεμίζει το στόμα. Μίλα, αλλιώς θα σε σκοτώσω! Θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια!
-Γιώργο… μη… σε παρακαλώ… το παιδί… το ξέχασες… είμαι έγκυος…
-Χμμμ…. Την κοίταξε με ένα χαιρέκακο χαμόγελο που έστειλε ηλεκτρικό ρεύμα στη σπονδυλική της στήλη και κάτι έβγαλε από την τσέπη του…
- Όχι για πολύ ακόμα, κάγχασε, κοιτώντας την επίμονα, καθώς με το μαχαίρι του άρχισε να σκίζει αργά αργά το δέρμα στην κοιλιά της Μαίρης.
Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα, έκανε να μιλήσει μα οι λέξεις δεν έβγαιναν. Ο πόνος τη διαπέρασε, το μυαλό της σταμάτησε να λειτουργεί, δάκρυα κυλούσαν στα μάτια της «το μωρό μου, όχι, όχι το μωρό μου!» σκεφτόταν.
Ένα λεπτό μετά ένα νιαούρισμα ακούστηκε. Ο Γιώργος σήκωσε ψηλά το μωρό και είπε γελώντας δυνατά:
-Επιτέλους, Βασίλισσά μου! Ήρθες επιτέλους!
Το τελευταίο πράγμα που είδε η Μαίρη ήταν οι τρεις άντρες που μπήκαν στο δωμάτιο και την πλησίασαν.
-Ράψτε την! είπε ο Γιώργος, ρίχνοντας της ένα βλοσυρό βλέμμα. Δεν τέλειωσα μαζί της!
Άκουσε πάλι το νιαούρισμα της κόρης της, χαμογέλασε, «τουλάχιστον εκείνη είναι καλά»… και λιποθύμησε…