Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ - 1




1. Σημα κινδυνου

Ξανθη, Σεπτεμβριος 2012

Ξυπνησε καθιδρος, λαχανιασμενος. Ακομα μια φορα το ιδιο ονειρο, μα τοσο ζωντανο, καθε φορα ηταν σιγουρος πως δεν ονειρευοταν, ομως η πραγματικοτητα τον διεψευδε.
Ηχος απο κλειδια στην πορτα, καποιος προσπαθει να ξεκλειδωσει, εχει απο πισω τα δικα του κλειδια, ομως επιμενει, προσπαθει να ανοιξει τα ματια του, να σηκωθει, μοιαζει να μην μπορει να κουνηθει, γυρναει στο κρεβατι αργα αργα, τα καταφερνει σηκωνεται, στο παιδι, να παει στο παιδι, πριν προλαβουν να μπουν και να τον παρουν, βγαινει απο το δωματιο, μια σκια τον πλησιαζει και μετα σκοταδι, προσπαθει να φωναξει αλλα ματαια, τον τυλιγει το σκοταδι, το παιδι, Θεε μου το παιδι!...
Και μετα ξυπναει, συνειδητοποιει σιγα σιγα πως βρισκεται στο κρεβατι του, ξαφνικα πεταγεται, τρεχει στο διπλανο δωματιο, το παιδι κοιμαται, σαν αγγελος, κοιμαται...
Μια απο τα ιδια και αποψε. Αναψε ενα τσιγαρο και προσπαθησε για αλλη μια φορα να καταλαβει αυτον τον παραξενο εφιαλτη που εδω και μηνες τον στοιχειωνε. Τι θα μπορουσε να σημαινει αραγε; Παλιοτερα ουτε καν θα του εδινε σημασια, ομως τελευταια ειχε αρχισει να λαμβανει σοβαρα το ενστικτο του και τους τροπους που διαλεγε να τον προειδοποιησει. Συναγερμος, αυτο ηταν, συναγερμος χτυπουσε μεσα του καθε φορα που το σκεφτοταν, καποιος προσπαθουσε να του στειλει ενα μηνυμα, αραγε κινδυνευαν εκεινος και το παιδι; Την ενιωθε την απειλη να αιωρειται κι ομως ηταν θολη κι απροσδιοριστη, μα απολυτως υπαρκτη. Κι αυτο το ξανθο αγορι, αλλο ενα μυστηριο που επρεπε να λυσει. Δεν επαιζε, δεν μιλουσε, δεν επικοινωνουσε με κανεναν αλλο, μονο εκεινον ηθελε. Τον αγκαλιαζε, του χαμογελουσε, αλλα δεν μιλαγε ποτε, μονο τον κοιταζε με αγαπη, λατρεια. Μα καθε φορα που εφευγε για τη δουλεια του τον κοιταζε αλλιωτικα, ικετευτικα, με απογοητευση, σχεδον με τρομο...
Ο Χρηστος το ειχε αγαπησει αυτο το παραξενο πλασμα που ειχε εισβαλει στη ζωη του. Θα εδινε τα παντα για να τον προστατευσει. Κοντευαν 3 χρονια ηδη απο τοτε που ειχε βρει τη μητερα του στο γκαραζ του σπιτιου του, πληγωμενη και ετοιμογενη.
"Τι παραξενο βογκητο..." σκεφτοταν καθως ανοιγε την πορτα για το γκαραζ με ενα φτυαρι στο χερι.
-Ποιος ειναι εκει;
Καμια απαντηση, μονο ενα υποκωφο μουγκρητο...
-Ποιος ειναι ειπα; Φανερωσου αλλιως θα...
Η φραση του εμεινε στη μεση, το θεαμα που αντικρυσε τον ξεπερνουσε. Μια νεα γυναικα, με μακρια πυροξανθα μαλλια, πρασινα ματια κι ολολευκο δερμα, μια εικονα αποκοσμη, σχεδον διαφανης, πεσμενη στο εδαφος, αιμα ετρεχε απο μια πληγη στην κορυφη του κρανιου της, ανασαινε με δυσκολια, ειχε τα ποδια της ανοιχτα και βογκουσε, μουγριζε, ψιθυριζε κατι ακαταληπτες λεξεις. Ο Χρηστος πηγε να την πλησιασει, ομως εκεινη τσιριξε κι ενστικτωδως εμεινε μακρυα. Οι τσιριδες σιγα σιγα εγιναν ενα αργοσυρτο παραπονιαρικο κλαμα.
-Μη σε παρακαλω, μη μας πειραξεις...Μην πειραξεις το παιδι μου...
Τι πραγμα;;; Ποιον, ποιο παιδι...μα φυσικα! Η σκεψη τον χτυπησε σαν αστραπη, τα βογκητα, τα ανοιχτα ποδια, γεννουσε! Μια αγνωστη πληγωμενη γυναικα γεννουσε! Στο γκαραζ του! Επρεπε αμεσως να παρει την αστυνομια, η το ΕΚΑΒ η κατι τελος παντων!
Σαν να διαβασε τη σκεψη του, η αγνωστη μιλησε και παλι. Η φωνη της ηταν σκληρη κι αποτομη.
-Οχι! Οχι! Ουτε γιατρο ουτε αστυνομια! Κανεναν δεν θα φερεις ακους; Κανεναν!
Θα μας κανουν κακο. Η φωνη της μαλακωσε.
Σε παρακαλω. Τον κοιταξε στα ματια και το βλεμμα της τον υπνωτισε, ασυναισθητα εσκυψε πλαι της κι εφερε το χερι της στα χειλη του. Του χαμογελασε αχνα κι επειτα αλλος ενας δυνατος πονος την συνταραξε. Αυτο συνεβη ξανα και ξανα για μερικα λεπτα, ωσπου την ακουσε να λεει ξεψυχισμενα:
-Ερχεται...τωρα...
Λιγες στιγμες αργοτερα ακουστηκε ενα δυνατο κλαμα, ενα απροσδιοριστο ματωμενο πλασμα βρεθηκε τυλιγμενο στο σακακι του Χρηστου. Το ακουμπησε πανω στο στηθος της μανας του, εκεινη το κοιταξε και χαμογελασε. Επειτα, ξαφνικα τα ματια της γουρλωσαν και τιναχτηκε ολοκληρη.
-Μην τους αφησεις να τον παρουν, ειπε ψυθιριστα.
Ο Χρηστος ακομα δεν ειχε ξεπερασει το πρωτο σοκ, στο κατω κατω δεν ξεγεννουσε και καθε μερα μια γυναικα, ηταν αδυνατον να καταλαβει τι του ζητουσε.
-Θα ερθουν συντομα. Φυλαξε τον με τη ζωη σου.
-Ξερεις, εγω...
-Υποσχεσου μου! Υποσχεσου σε παρακαλω!
Τα ματια της και παλι τον μαγνητισαν, ηταν αδυνατον να αρνηθει, η απελπισια στη φωνη της τον εκανε να λυγισει.
-Στο υποσχομαι.
-Ευχαριστω...ευχαριστω...
Η αναπνοη της εβγαινε πια με δυσκολια.
-Πως σε λενε;
-Ανατολη.
-Ειμαι ο Χρηστος. Να πω οτι χαρηκα;
Του γελασε με κοπο. Για τελευταια φορα το σωμα της τεντωθηκε σαν τοξο, αφησε εναν αναστεναγμο κι επεσε παλι στο πατωμα. Εμεινε ακινητη με το βλεμμα στο κενο. Ειχε φυγει.
Τον επιασε τρομος! Ενα παιδι, ενα μωρο, ενα πτωμα στο γκαραζ του! Θεε μου, πως ειχε μπλεξει ετσι; 
Τις σκεψεις του διεκοψε το κλαμα του μικρου νεογεννητου αγοριου. Τον κρατησε στην αγκαλια του και τον κοιταξε μεσα στα ματια. Σαν να του φανηκε πως το ατιμο του χαμογελασε. Τα μισανοιχτα ματακια του ηταν καταπρασινα σαν της μητερας του και το κεφαλακι του στεφανωναν υπεροχες ξανθες μπουκλιτσες.
-Στεφανο. Ετσι θα σε λεω, του ειπε γλυκα. Ελα να δουμε τωρα τι θα κανουμε με σενα...
"και πως θα ξεφορτωθουμε το πτωμα της μητερας σου" σκεφτηκε επισης, αλλα δεν τολμησε να το ξεστομισει. Εκανε να γυρισει πισω να την κοιταξει κι εμεινε στηλη αλατος. Το αψυχο σωμα δεν ηταν πια εκει. Στη θεση του, σαν ενα μακαβριο περιγραμμα, υπηρχε ασημοσκονη.
Μια ανατριχιλα διαπερασε το κορμι του κι αναρρωτηθηκε για αλλη μια φορα που ειχε μπλεξει. Ομως δεν ηταν ωρα για σκεψεις, ειχε δωσει μια υποσχεση και θα την τηρουσε. Αυτο το πλασμα στην αγκαλια του χρειαζοταν επειγοντως φροντιδα. Αμεσως ενα προσωπο του ηρθε στο μυαλο. Η Μαιρη!
Ηρθε αμεσως μολις την πηρε τηλεφωνο, της εξιστορησε τα παντα. Φυσικα, στην αρχη τον περασε για τρελλο, ομως δεχτηκε ετσι κι αλλιως να τον βοηθησει. Τον εστειλε να αγορασει τα απαραιτητα κι ανελαβε αμεσως το ρολο της νταντας. Αργοτερα εμενε να βρουν πως θα δικαιολογησουν την υπαρξη του παιδιου...
Τρια ολοκληρα χρονια μετα. Ουτε που φανταζοταν οταν εδινε εκεινη την υποσχεση ποσο θα αλλαζε η ζωη του. Ειχε αναγκαστει να μετακομισει, να κανει μια νεα αρχη σε μερος αγνωστο που δεν τους ηξερε κανεις, ειχε χρησιμοποιησει ολες του τις γνωριμιες, ειχε αφησει τα παντα πισω του, ομως πλεον αγαπουσε το Στεφανο τοσο πολυ που δεν θα αλλαζε τιποτα απο οσα εκανε. Ο μοναδικος ανθρωπος που ηξερε την αληθεια ηταν η Μαιρη. Ποσο του ειχε σταθει! Ηταν η νονα του Στεφανου κι η καλυτερη του φιλη, ποτε δεν θα ξεχνουσε οσα ειχε κανει για αυτους.
Τις σκεψεις του διεκοψε το κουδουνι. Ηταν η κυρια Κατερινα, που φυλαγε τον Στεφανο οσο εκεινος ελειπε στη δουλεια. Στ' αληθεια πολυ γλυκεια και περιποιητικη και αψογη μαγειρισα. Ο Στεφανος ομως δεν εδειχνε να τη συμπαθει. Κατι που ο Χρηστος το ειχε συνηθισει, μονο μαζι του ενιωθε ασφαλεια και χαλαρωση. Αντε και με τη Μαιρη.
-Καλημερα, ειπε χαμογελωντας η κυρια Κατερινα.
-Καλημερα, απαντησε ανορεχτα.
-Μα τι εχεις εσυ; Μοιαζεις σαν να μην εχεις κοιμηθει καθολου.
-Κατι τετοιο...Περαστε...
Η κυρια Κατερινα μπηκε στο σπιτι γελαστη. Ο Χρηστος δεν προσεξε τη σκια που μπηκε στο σαλονι, ακριβως απο πισω της...

Την ιδια στιγμη, σε μια γειτονια της Αθηνας.

-Λεγε που ειναι!!
-Δεν προκειται να σας πω τιποτα! Τιποτα!
Ενα χερι τραβηξε δυνατα τα μαλλια της Μαιρης. Ενα ζευγαρι κιτρινα ματια καρφωθηκε στα δικα της, καθως η λεπιδα αγγιζε την φουσκωμενη κοιλια της.
-Θα μιλησεις....θα μιλησεις...

 

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

ΟΝΕΙΡΟ ΗΤΑΝΕ;

Καινουργια στηλη εγκαινιαζεται εδω, παλια δηλαδη, απλα μεταφερεται.
Η σημερινη ιστορια ειναι ενα παραμυθι, που ειχα γραψει καποτε σαν συμμετοχη σε ενα μπλογκοπαιχνιδο.
Σας καλωσοριζω στο "Ellie's Diary".




Η Ελλη ακουσε το ξυπνητηρι να χτυπαει δυνατα. Ανοιξε τα ματια της και χαμογελασε. Ειχε ακομα την αισθηση απο το ονειρο που ειχε δει. Τι παραξενο ονειρο!

Ταξιδευε λεει μεσα σε ενα συννεφο...περνουσε πανω απο θαλασσες και βουνα, λαγκαδια και χαραδρες, ειχαν γεμισει τα ματια της και η ψυχη της με χρωματα...κι ομως, ενιωθε τοσο λυπημενη!

Ξαφνικα, ενω ειχε σουρουπωσει και ο ουρανος γεμισε με εκεινο το μαβι χρωμα, που προετοιμαζει το εδαφος για να συνηθιζει σιγα σιγα το βλεμμα στο σκοταδι της νυχτας, ενιωσε το συννεφο να διαλυεται και εκεινη να πεφτει...η μαλλον οχι...να πεταει...δεν ενιωσε φοβο ουτε κρυο, απλως αφησε ελευθερο το κορμι της να παρασυρθει απο τον ανεμο. Καποτε προσγειωθηκε τελικα. Βρεθηκε σε ενα κηπο. Εναν πολυχρωμο, πανεμορφο κηπο, γεματο λουλουδια, πουλια, συντριβανια και δεντρα. Αρχισε να περιπλανιεται μεσα στον κηπο. Ειχε χαθει, δεν μπορουσε να προσανατολιστει. Στη σκια ενος απο τα δεντρα, ειδε εναν αντρα καθισμενο καταγης. Τον πλησιασε διστακτικα.
-Συγνωμη, ειπε.
Ο αντρας καθοταν οκλαδον. Φορουσε ενα μακρυ καφε χιτωνα και ειχε στα χερια του μια μαγκουρα. Γυρισε το κεφαλι προς το μερος της και τοτε η Ελλη με εκπληξη διαπιστωσε οτι δεν ειχε ματια, ηταν τυφλος!
-Πως μπορω να σε βοηθησω κοριτσι μου;
-Εχω χαθει. Δεν ξερω πως βρεθηκα εδω...ουτε που ειμαι...ουτε που να παω τωρα.
-Οι ανθρωποι χανονται μονο οταν δεν ακολουθουν το δρομο της ψυχης τους, της ειπε. Πολλες φορες ολοι οι δρομοι ειναι μπροστα μας, αλλα πρεπει να κλεισουμε τα ματια μας για να τους δουμε...
Τοτε, η Ελλη καταλαβε πως ο τυφλος αυτος αντρας πρεπει να ηταν φιλοσοφος.
-Μπορω να σε ρωτησω κατι, γεροντα; του ειπε.
- Αν νομιζεις πως εχω εγω την απαντηση που γυρευεις...
- Η αυτοκτονια ειναι εγκλημα η επιλογη; Ειναι ασεβεια στη ζωη και δειλια η υπερτατη εκφραση ελευθεριας και επιλογη του χρονου και του τοπου που κανεις θα πεθανει;
- Χμμμ...Πιστευεις λοιπον οτι με το θανατο τελειωνει η ζωη;
-Φυσικα, γεροντα. Δεν συμφωνεις;
-Νομιζεις δηλαδη, οτι οταν παψουν να λειτουργουν τα ζωτικα σου οργανα, η καρδια και το μυαλο σου, η ψυχη σου παυει να υπαρχει, να ποναει, να χαιρεται, να αισθανεται γενικα.
-Ναι, κατι τετοιο.
- Κοριτσι μου, η ψυχη σου υπαρχει παντα, αιωνια και ταξιδευει μεσα στο νερο, τον αερα, τον ηλιο, το κορμι. Ολα αυτα ειναι απλως οχηματα που μεταφερουν την ψυχη κατα τη διαρκεια του αιωνιου ταξιδιου της. Εκεινη επειλεγει χωρις να σε ρωτησει με ποιο οχημα θα κινηθει και εκεινη αποφασιζει ποτε το οχημα αυτο δεν της ταιριαζει πια και το εγκαταλειπει. Η ζωη ειναι στην ψυχη και οχι στο σωμα και η ψυχη δεν ξεχναει ποτε...
Ο φιλοσοφος εδωσε στην Ελλη ενα λουλουδι απο τον κηπο. Ενα πανεμορφο πολυχρωμο φυτο, που ομοιο του δεν ειχε δει ποτε. Της ειπε να το φυλαξει και να το χαρισει μονο οταν αισθανθει πως θα κανει με αυτο καποιον ευτυχισμενο. Της εδειξε ενα στενο μονοπατι και της ειπε να το ακολουθησει.
Η Ελλη ξεκινησε να περπαταει πανω σε ξεροχορτα και πεσμενα φυλλα. Πρεπει να περπατουσε αρκετη ωρα, οταν βρεθηκε μπροστα σε μια μεγαλη πορτα. Κοιταξε γυρω της και καταλαβε οτι βρισκοταν στο προαυλιο ενος μεγαλου καστρου, σαν αυτα που εβλεπε στις εικονες απο τα παραμυθια που της διαβαζε η μητερα της οταν ηταν παιδι. Χτυπησε τρεις φορες...τοτε ξαφνικα, η πορτα ανοιξε και η Ελλη μπηκε μεσα σε μια στρογγυλη αιθουσα. Δεν υπηρχε κανενας ανθρωπος εκει. Υπηρχε ενα μεγαλο τραπεζι ξυλινο, περιτριγυρισμενο απο 20 ξυλινες καρεκλες. Στο πατωμα υπηρχε ενα ολομεταξο κοκκινο χαλι. Στους τοιχους,υπεροχοι πινακες κρεμονταν απο παντου. Στο μεσαιο τοιχο, ξεχωριζε ενας τεραστιος στρογγυλος καθρεφτης, με χρυσαφι κορνιζα. Η Ελλη ενιωσε να μαγνητιζεται, μια ανεξελεγκτη ελξη την ωθουσε προς τα εκει...περπατησε αργα, ακουμπωντας τις τριανταφυλλενιες καρεκλες, χαϊδευοντας τις βελουδινες ταπετσαριες...Εφτασε μπροστα στον καθρεφτη. Κοιταξε μεσα του. Ειδε μια γυναικεια μορφη, ντυμενη στα λευκα, με ενα μακρυ δαντελενιο φορεμα. Τα μαλλια της, σγουρα και εβενινα, ηταν λυτα στους ωμους της και τα ματια της ηταν καταμαυρα κι ελαμπαν σαν τη φωτια. Ειχε μια μελαγχολια στο βλεμμα της, μια αδιορατη λυπη, εμοιαζε εγκλωβισμενη. Πλησιασε καλυτερα...αυτη η φιγουρα ειχε κατι το τοσο γνωριμο, μα και τοσο ξενο συναμα.
-Γνωριζομαστε απο καπου; ρωτησε.
-Μα στ' αληθεια δεν με αναγνωριζεις;
-Λυπαμαι, οχι, απαντησε η Ελλη.
-Εγω ειμαι εσυ, της ειπε η φιγουρα μεσα απο τον καθρεφτη. Ειμαι λυπημενη, γιατι με κοιτας καθε μερα, αλλα δεν με βλεπεις. Με εχεις εγκλωβισει μεσα σε μια ψευτικη εικονα, ενα ειδωλο που δεν ειναι το δικο σου, αλλα αυτο που οι αλλοι βλεπουν σε σενα. Εσυ φοβασαι να με κοιταξεις καταματα, γιατι θα δεις οτι δεν ειμαι ευτυχισμενη. Θα δεις τα μαλλια μου λυτα και το βλεμμα μου μου να πεταει σπιθες. Θα δεις τη δυναμη που εχεις μεσα σου να αλλαξεις τη ζωη σου, αλλα δεν τολμας να την αντλησεις. Θα δεις ποια εισαι πραγματικα και ισως τοτε τολμησεις να με αγαπησεις, να ΜΑΣ αγαπησεις, θα μαθεις να συγχωρεις...μεχρι να ερθει εκεινη η μερα, εγω θα ειμαι μελαγχολικη κι εσυ φυλακισμενη και μονη...
Η φιγουρα σιγα σιγα ξεθωριασε και η Ελλη απεμεινε μοναχη στο αδειο δωματιο. Απο καπου ψηλα ακουγοταν μουσικη. Βιολι..ναι, καποιος επαιζε βιολι! Η Ελλη αποφασισε να ακολουθησει τη μουσικη. Ενιωθε τοσο μονη! Ισως εβρισκε επιτελους λιγη συντροφια. Οι νοτες την οδηγησαν σε μια στριφογυριστη μαρμαρινη σκαλα κι απο εκει σε ενα μακρυ διαδρομο. Οσο προχωρουσε, ο ηχος γινοταν πιο δυνατος, ωσπου εφτασε στο τελος του διαδρομου, ανοιξε την πορτα και ειδε μεσα σε μια καμαρα μια γυναικα ντυμενη στα μαυρα να παιζει βιολι. Την πλησιασε αργα.
-Καλησπερα, ειπε δειλα.
-Σε περιμενα, Ελλη, της απαντησε η μαυροφορεμενη γυναικα.
Η Ελλη τα 'χασε!
-Πως...πως ξερεις το ονομα μου; ψελλισε
-Ξερω κι αλλα πολλα, της ειπε...βλεπεις, εγω δεν ειμαι απλα μια συνηθισμενη γυναικα...εχω ικανοτητες που ειναι χαρισμα και καταρα μαζι...
-Εισαι...μεντιουμ;
-Μπορεις να το πεις κι ετσι. Οι ανθρωποι ερχονται σε μενα για να μαθουν το μελλον τους.
- Μα γιατι να θελει καποιος να μαθει το μελλον; Τι ειναι αυτο που κανει εμας τους ανθρωπους τοσο περιεργους;
-Δεν ειναι περιεργεια. Ειναι ανασφαλεια. Οι ανθρωποι νομιζουν οτι αν ξερουν τα μελλουμενα, ειτε μπορουν να τα αλλαξουν, ειτε μπορουν να προετοιμαστουν ψυχολογικα για αυτα που θα αντιμετωπισουν. Δεν καταλαβαινουν οτι ο επομενος προορισμος του ταξιδιου τους, εξαρταται απο ολους τους προηγουμενους και οτι αν δεν κατανοησουν, αγκαλιασουν και αφησουν πισω το παρελθον τους, αν δεν εκτιμησουν σωστα τις εμπειριες και τα λαθη τους, θα επηρεασουν αρνητικα και το παρον και το μελλον. Τιποτα δεν ειναι χαμενος χρονος, ολα εχουν κατι να μας πουν. Εσυ, εχεις ξεκινησει το δικο σου ταξιδι...προσεχε μονο να μην χασεις στιγμη...μονο αυτο θα σου πω...τα υπολοιπα θα σε αφησω να τα ανακαλυψεις μονη σου...αυτη ειναι η γοητεια της ζωης και το νοημα...
-Κι αν κανω κι εγω λαθη;
-Μα θα κανεις...κι απο αυτα θα βγεις πιο δυνατη και πιο σοφη...αν το θελησεις φυσικα.
-Σε ευχαριστω πολυ, μου εδωσες κουραγιο...θελω να κανω κι εγω κατι για σενα. Οριστε, δεξου αυτο το δωρο, ειπε η Ελλη και προσφερε στο μεντιουμ το λουλουδι που της εδωσε ο φιλοσοφος.
-Οχι, Ελλη, ειπε το μεντιουμ. Αυτο το λουλουδι θα το χαρισεις σε καποιον και θα τον κανεις πολυ ευτυχισμενο. Δεν ειναι για μενα. Φυγε, τωρα, εχεις πολλα να κανεις ακομα...
Η Ελλη εφυγε απο την καμαρα κα βγηκε ξανα στον κηπο. Σταθηκε μπροστα απο ενα συντριβανι και εκλεισε τα ματια της. Ακουγε το κελαρυσμα του νερου, μυριζε την υγρασια στο γκαζον. Τοτε, ακουσε πισω της μια φωνη.
-Ελλη; Τι κανεις εσυ εδω;
Γυρισε και αντικρυσε τον μονο ανθρωπο που δεν περιμενε ποτε να ξαναδει. Τον Ορεστη, τον πρωτο της ερωτα! Με τον Ορεστη χρονια ειχαν χωρισει. Γνωριστηκαν παιδια, ερωτευτηκαν εφηβοι και μεγαλωσαν σχεδον μαζι. Καποτε, η Ελλη ενιωσε να πνιγεται και ο Ορεστης βρηκε παρηγορια στην αγκαλια μιας κοινης τους φιλης. Οταν το εμαθε η Ελλη, αρχικα πικραθηκε πολυ, αγανακτισε, θυμωσε, πεταξε τον Ορεστη εξω απο τη ζωη της και για τη φιλη της ουτε λογος! Ουτε να τους φτυσει και τους δυο! Τετοια προδοσια! Περασαν τα χρονια και η καρδια της Ελλης μαλακωσε. Καταλαβε οτι οι ανθρωποι ειναι συχνα δεσμιοι των παθων και των συναισθηματων τους, οτι δεν ηθελαν να την πληγωσουν, οτι καπου ειχε και εκεινη ευθυνη για οσα εγιναν...και τους συγχωρησε. Ομως, ο εγωισμος της, δεν την αφηνε να κανει το πρωτο βημα, να επικοινωνησει μαζι τους, να φιλιωσουν...κι αυτο τη βαραινε.
Και να τωρα που, απο το πουθενα, μεσα σε αυτο το τρελλο ονειρο, εβρισκε την παλια της αγαπη εκει, μπορουσε να πει οσα δεν ελεγε τοσο καιρο!
- Ενα πραγμα θελω να σε ρωτησω, Ορεστη. Εισαι επιτελους ευτυχισμενος;
Ο Ορεστης, χαμηλωσε τα ματια και της απαντησε:
- Ναι, Ελλη, ειμαι πολυ ευτυχισμενος...συγνωμη...
- Οχι, Ορεστη μη ζητας συγνωμη. Εγω ζηταω συγνωμη που εβαλα τον εγωισμο μου πανω απο την αγαπη μου για σενα. Το μονο που ηθελα παντα ηταν να εισαι ευτυχισμενος! Με συγχωρεις που εγω δεν μπορεσα...χαιρομαι που βρηκες την ευτυχια, εστω κι αλλου.
Τοτε ακουσε απο το βαθος του οριζοντα μια δυνατη χαρουμενη μουσικη και ειδε σιγα σιγα το συννεφο της να πλησιαζει.
-Πρεπει να φυγω τωρα, του ειπε...Αντιο, Ορεστη.
Τυλιχτηκε στο συννεφο και αρχισε να πεταει και να απομακρυνεται απο το καστρο, τον κηπο και τον Ορεστη. Οσο ανεβαινε, το τραγουδι γινοταν πιο δυνατο.

Ανοιξε τα ματια της κι εκλεισε το ξυπνητηρι. Γυρισε στο πλαϊ και τεντωθηκε. Τι περιεργο ονειρο! Κατι προεξειχε απο το παπλωμα στο διπλανο μαξιλαρι. Απλωσε το χερι της και το τραβηξε. Μα...τι στο καλο! Κρατουσε στα χερια της ενα πανεμορφο πολυχρωμο λουλουδι, που ομοιο του δεν ειχε ξαναδει. Και τοτε θυμηθηκε τα λογια του φιλοσοφου και του μεντιουμ. "Θα το δωσεις σε καποιον και θα τον κανεις πολυ ευτυχισμενο". Ισως τελικα δεν ηταν μονο ενα ονειρο...
Χωρις δευτερη σκεψη, ανοιξε τον τηλεφωνικο καταλογο και σχηματισε στο τηλεφωνο της τον αριθμο. Μια αγουροξυπνημενη αντρικη φωνη ακουστηκε απο την αλλη πλευρα της γραμμης.
-Παρακαλω;
-Ορεστη;
-Ναι;
-Η Ελλη ειμαι. Μπορεις σε παρακαλω να παρεις τη Μαριαννα και να ερθετε στο παρκακι στην παλια μας γειτονια σε μια ωριτσα;
-Εγινε κατι;
-Ναι, αλλα μην ανησυχεις, θα σας πω απο κοντα.
-Ενταξει λοιπον, θα ειμαστε εκει.
Σηκωθηκε βιαστικα, εκανε μπανιο, ντυθηκε και εφτιαξε καφε. Αφησε τα μαλλια της λυτα να πεφτουν στους ωμους αναλαφρα. Ποτε αλλοτε δεν ειχε νιωσει τοση αγωνια, τοση ανυπομονησια, ουτε καν σε πρωτο ραντεβου. Την ωρα που εκλεινε την πορτα πισω της εριξε μια τελευταια κλεφτη ματια στον καθρεφτη...σαν να της φανηκε οτι το ειδωλο της της εκλεισε το ματι. Χαμογελασε.
Λιγη ωρα αργοτερα, εφτασε στο παρκακι. Ο Ορεστης και η Μαριαννα ηταν ηδη εκει, καθισμενοι σε ενα παγκακι, φανερα ανησυχοι. Η Ελλη τους πλησιασε χαμογελωντας. Τους κοιταξε και τους δυο στα ματια. Εβγαλε απο το παλτο της το λουλουδι και το ετεινε προς το μερος τους. Δεν χρειαστηκε να πει τιποτα, κανενας δεν χρειαστηκε να βγαλει λεξη. Οταν συναντιουνται ξανα ανθρωποι που αγαπιουνται, οταν η αγαπη και η συγχωρεση περπατουν χερι χερι, τα λογια ειναι περιττα...μιλανε μονο τα βλεμματα και η μαγεια των συναισθηματων. Σταθηκαν ετσι αρκετα λεπτα, αμιλητοι και χαμογελαστοι και οι τρεις. Τη σιωπη διεκοψε η φωνη ενος παιδιου.
-Μαμα, μπαμπα!
Ενα τριχρονο κοριτσακι με εβενινα μαλλια και μαυρα ματια που εβγαζαν σπιθες, ηρθε τρεχοντας και επεσε στην αγκαλια της Μαριαννας.
-Ελλη, ειπε η Μαριαννα, απο εδω η κορη μας...η Ελλη!
Το βλεμμα της μικρης Ελλης διασταυρωθηκε με τα ματια της μεγαλης Ελλης και τοτε η τελευταια δακρυσε, μετα χαμογελασε και τη ρωτησε:
- Μπορεις να μου δανεισεις λιγη απο την αθωοτητα σου και απο τη λαμψη των παιδικων σου ματιων;