Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

Ματια Απο Καρβουνο


 Σας καλωσοριζω στο νεο μου ιστολογιο.
Εδω θα μοιραζομαστε μαζι ιστοριες φανταστικες η και αληθινες, γραμμενες απο μενα με πολυ μερακι και πολλη αγαπη. 
Ξεκιναμε σημερα με μια ιστορια μυστηριου, ενα μικρο διηγημα με τιτλο "Ματια απο καρβουνο".
Καλη αναγνωση!



3 Μαρτίου 2010

Η αστυνομία ερευνούσε προσεκτικά το χώρο. Αν και όλα έδειχναν πως επρόκειτο για ατύχημα, ανάφλεξη από φιάλη γκαζιού, που είτε είχε διαρροή είτε είχε ξεχαστεί ανοικτή, ο επιθεωρητής είχε μια έντονη αίσθηση ότι τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά, κάτι δεν του πήγαινε καλά. Όμως, η υπόθεση θα έμπαινε στο αρχείο, αφού δεν είχε αποδείξεις και ο μοναδικός άνθρωπος που θα μπορούσε να του λύσει τις απορίες είχε ανασυρθεί απανθρακωμένος από τα ερείπια. Για την ακρίβεια, τίποτα δεν είχε μείνει όρθιο, η φωτιά έκαψε τα πάντα, την έπαυλη, τους πίνακες, τα γλυπτά και φυσικά το ζωγράφο, ιδιοκτήτη του σπιτιού. Το μόνο που έμεινε σχεδόν άθικτο ήταν ένα άγαλμα. Ένας νεαρός άντρας, σε φυσικό μέγεθος, με το κεφάλι στραμμένο δεξιά, χαμογελαστός, με μια κάμερα στο αριστερό του χέρι. Ήταν ολόλευκο, δεν είχε πάθει ούτε μια ρωγμή, το μόνο που έμοιαζε καρβουνιασμένο από τη φωτιά ήταν τα μάτια του. Κι όμως...όσοι το είδαν εκείνη τη μέρα θα ορκίζονταν πως αυτά τα μάτια ήταν ζωντανά, πως κοιτούσαν ίσια στην ψυχή...

Το προηγούμενο βράδυ

Ο Παύλος τριγυρνούσε σαν το αγρίμι μέσα στο σπίτι. Σε λιγότερο από δύο μήνες ήταν τα εγκάινια της νέας του έκθεσης και δεν είχε τραβήξει ακόμα ούτε μια πινελιά. Στεκόταν ώρες καθημερινά μπροστά στον καμβά με τα χρώματα στο χέρι και απλά κοιτούσε. Τίποτα...Το απόλυτο κενό. Καμία έμνευση. Ήταν καιρός που η καλλιτεχνική του φλέβα είχε στερέψει. Γι’ αυτό εξάλλου αποφάσισε να κάνει αυτή την έκθεση. Πίστευε πως έτσι θα ανάγκαζε τον εαυτό του να δημιουργήσει ξανά. Διαφορετικά, ο διάσημος Παύλος Βρανάς θα ερχόταν σε πολύ δύκολη θέση, θα γινόταν περίγελος στους καλλιτεχνικούς κύκλους της πόλης. Αυτό το άγχος όμως έφερνε τα αντίθετα αποτελέσματα. Όσο πίεζε τον εαυτό του, τόσο ένιωθε το κενό μέσα του να μεγαλώνει, να τον καταπίνει. Τις τελευταίες μέρες μάλιστα ένιωθε και κάτι άλλο, πιο παράξενο...σαν ένα ζευγάρι μάτια να τον παρακολουθούσε κάθε στιγμή, σε κάθε του κίνηση...
Εξαντλημένος από την άκαρπη προσπάθεια, άναψε το τζάκι κι έβαλε να πιει ένα ποτό. Στριφογύριζε στα χέρια του την πανάκριβη πένα του, που με αυτήν υπέγραφε πάντα τους πίνακές του. Σε μία έκρηξη απελπισίας και θυμού, την πέταξε με δύναμη στις φλόγες κι έμεινε να την παρατηρεί καθώς καιγόταν. Ξέσπασε σε λυγμούς. Ήξερε πως η καριέρα του σαν ζωγράφος είχε τελειώσει...
-Κλαις; άκουσε μια φωνη.
Τινάχτηκε. Ήταν σίγουρος ότι δεν υπήρχε κανείς άλλος στο σπίτι. Μόλις προχθές είχε δώσει άδεια σε όλο το προσωπικό... για να μείνει μόνος του, να συγκεντρωθεί.
-Μη στεναχωριέσαι, άκουσε πάλι τη φωνή.
-Ποιος είναι εκεί; ρώτησε και πετάχτηκε όρθιος. «Ώρες είναι τώρα να φαντάζομαι φωνές», σκέφτηκε.
-Μη φοβάσαι...δεν είμαι στη φαντασία σου, είπε η φωνή σαν να διάβασε την σκέψη του. Κοίτα πίσω σου.
Γύρισε απότομα και μεγάλη έκπληξη αντίκρυσε το άγαλμα που έιχε πρόσφατα αγοράσει στο Παρίσι να του μιλαέι. Του είχε κάνει εντύπωση, γιατί ήταν το μόνο έργο που διασώθηκε από μια γκαλερί που κάηκε μυστηριωδώς μαζί με τον ιδιοκτήτη της. Ήταν ολόλευκο, αλλά έιχε δύο καρβουνιασμένα μαύρα μάτια. Ο γλύπτης ήταν άγνωστος.
Είχε μείνει αποσβολωμένος να το κοιτάζει.
-Αδύνατον...ψέλλισε. Δε...δε γινεται...να μιλάς!
-Κι όμως, του αποκρίθηκε το άγαλμα, όπως βλέπεις μιλάω.
-Ποιος είσαι; ρώτησε.
-Είμαι εσύ...χωρίς τη μάσκα.
-Τη μάσκα;
-Ναι. Το προσωπείο του νέου ταλαντούχου ζωγράφου, του ζεν πρεμιέ, του σωστού γιου, του πιστού φίλου, του καλού παιδιού...Έλα τώρα...ξέρουμε κι ο δύο καλά ότι δεν είσαι τίποτα από όλα αυτα!...
-Δεν...δεν...ειμαι; Κι εσύ...πού ξέρεις εσύ τι είμαι εγώ;
-Σου είπα, είμαι εσύ, ο άλλος σου εαυτός...ο αληθινός. Αν δεις την ψυχή σου μέσα από μένα, θα καταλάβεις πόσο βαθιά σκοτεινός είσαι...πόσο ψεύτικη είναι αυτή  καθως πρέπει συμπεριφορά, ενώ στην πραγματικότητα θέλεις να ουρλιάξεις, να καταστρέψεις, είσαι γεμάτος οργή! Τι; Δεν με πιστεύεις; Κοίτα γύρω σου...ξεκίνησες σαν ζωγράφος ρομαντικών τοπίων και πού κατέληξες; Να δημιουργείς σκηνές πόνου, ολέθρου και βίας! Γιατί αυτά κρύβεις μέσα σου, αυτός είσαι, αυτό είμαστε! Κι εμένα έτσι με διάλεξες, σε γοήτευσε το σκοτεινό μυστήριο της διάσωσής μου από τη πυρκαγιά. Ήξερες ενδόμυχα πως κάτι περίεργο συνέβαινε κι ήθελες να το ανακαλύψεις. Κάνω λάθος;
-Όχι...έτσι ειναι, ψιθύρισε ξέπνοα ο Παύλος.
-Έλα κοντά μου, λοιπόν. Άσε με να απογυμνώσω την ψυχή σου...έτσι...έλα...πιο κοντά...Αυτό που χρειάζεσαι τώρα είναι ένα έγκλημα.
-Έγκλημα;
-Ένας φόνος...μια πράξη βίας που θα απογειώσει την έμπνευσή σου! Κι εγώ...θα σε απαθανατίσω!
Τότε, ο Παύλος πρόσεξε ότι το άγαλμα κρατούσε μια κάμερα στο αριστερό του χέρι, που αν και μαρμάρινη, έμοιαζε αληθινή. Τη σήκωσε αργά και πάτησε το κουμπί. Κάτι σαν φλας τον τύφλωσε και ξάφνου ο Παύλος είδε ζωντανά τα πιο άγρια ένστικτά του. Είδε τον εαυτό του να σκοτώνει τη μάνα του, να βιάζει την αδερφή του, να συνθλίβει στον τοίχο το νεαρό κεφάλι της χθεσινοβραδυνής πόρνης, να σπρώχνει στο γκρεμό το αυτοκίνητο του καλύτερού του φίλου με την οικογένειά του μέσα! Και όλα αυτά, μ’ένα σαρκαστικό ηδονικό γέλιο...Ένιωσε να γεμίζει με φρίκη, με μίσος για το τέρας που αντίκρυζε.
-Ένας φόνος! Αυτό είναι! μουρμούρισε σαν υπνωτισμένος. Και ξέρω ακριβώς ποιον θα σκοτώσω!
Μπήκε στην κουζίνα, άνοιξε τη φιάλη του γκαζιού. Έβαλε να παίζει το αγαπημένο του ταγκό, έκλεισε τα παράθυρα και στροβιλίστηκε για λίγο στους ρυθμούς του βιολιού. Έφτασε χορεύοντας δίπλα στο γκάζι, έβγαλε από την τσέπη του ένα τσιγάρο και το άναψε. Η τελευταία εικόνα που είδε ήταν τα δυο καρβουνιασμένα μάτια στραμμένα επάνω του και ένα σατανικό χαμόγελο ζωγραφισμένο στο μαρμάρινο πρόσωπο...

Λίγους μήνες αργότερα

Το φορτηγό σταμάτησε έξω από την πόρτα του John Williams, διάσημου Λονδρέζου γλύπτη.
-Παρακαλώ, αφήστε το δίπλα στο τζάκι, είπε η Mary Williams, δίνοντας ένα γερό φιλοδώρημα στους μεταφορείς.
-Τι είναι αυτό, καλή μου;
-Αυτό μωρό μου ειναι το δώρο μου για τα γενέθλιά σου. Είναι το μυστηριώδες γλυπτό που διασώθηκε ως δια μαγείας από την έκρηξη στο σπίτι εκείνου του Έλληνα ζωγράφου, του Παύλου Βρανά. Είδα κι έπαθα να το βρω! Μόνο τα μάτια του κάηκαν!Απίστευτο ετσι; Δεν θα το πίστευα, αν δεν το έβλεπα η ίδια!
-Καταπληκτικό! Μα...κοίταξέ τα...μοιάζουν ζωντανά!
-Πράγματι, τώρα που το λες το παρατηρώ...ανατριχιαστικό ειναι! Τέλος πάντων...ελπίζω να σου φέρει έμπνευση, είπε η Mary, ανεβαίνοντας την ξύλινη σκάλα.
-Σ’ ευχαριστώ, αγάπη μου! Σίγουρα θα μου φέρει!